in ,

Αγρότες το πρωί, ζωγράφοι το απόγευμα: οι ζαπατίστας, η αισθητική, η τέχνη και η πολιτική

Συνέντευξη του Francisco De Parres Gómez στον Jan Blažek για το Avispa Mídia, μετάφραση: σ.π.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Στη συνέντευξη με τον Μεξικανό ανθρωπολόγο Francisco De Parres Gómez, οι επιθέσεις εναντίον των ζαπατίστας δεν αναλύονται ως μεμονωμένα γεγονότα, αλλά ως κομβικά στοιχεία στην επέκταση των «αναπτυξιακών» μεγάλων έργων και στη διαμάχη για τον έλεγχο της περιοχής — σε αυτό που ονομάζει «Τρίγωνο της λεηλασίας»: την ταυτόχρονη επενέργεια της κρατικής βίας, της ανοχής προς το οργανωμένο έγκλημα και της σταδιακής διάρρηξης του κοινοτικού ιστού. Αντιμέτωπες με αυτή την κατάσταση, οι ζαπατιστικές κοινότητες αντιστέκονται και μέσω της αδιάσπαστης σχέσης τέχνης και πολιτικής.

Αναλύοντας το πολιτικό σχέδιο του [κυβερνώντος κόμματος] MORENA και της κυβέρνησης της [νυν προέδρου] Κλαούντια Σέινμπαουμ, είναι αναπόφευκτο να μιλήσουμε για τα μεγάλα έργα, ειδικά για το «Τρένο Μάγια». Πώς επηρεάζουν αυτά τα έργα τις ζαπατιστικές κοινότητες;

Το κακώς ονομαζόμενο «Τρένο Μάγια» δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι ξεχωριστό ή σαν ένα απλό έργο υποδομής για τον τουρισμό. Αποτελεί μέρος ενός μακροπρόθεσμου μετασχηματισμού της περιοχής που αναδιαμορφώνει τη χώρα εδώ και χρόνια. Ο Πάμπλο Γκονσάλες Κασανόβα είχε προειδοποιήσει ότι το Μεξικό θα μπορούσε να κατακερματιστεί όπως η πρώην Γιουγκοσλαβία, και σήμερα αυτό υλοποιείται με ένα μοντέλο περιφερειακής ανάπτυξης που εισάγει τις περιοχές στο κύκλωμα του διεθνούς κεφαλαίου. Στον βορρά του Μεξικού συγκεντρώνεται η χρηματοπιστωτική συσσώρευση, στο κέντρο το Ολοκληρωμένο Σχέδιο Μορέλος εξασφαλίζει ενέργεια για τη βιομηχανία, και στα νοτιοανατολικά ο Διαωκεάνιος Διάδρομος συνδέει την Οαχάκα με τη Βερακρούς ως άξονας της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, παρόμοιος με τη λειτουργία που έχει σήμερα η Διώρυγα του Παναμά. Σε αυτό το πλαίσιο, το Τρένο Μάγια λειτουργεί ως τουριστικό γρανάζι ενός ευρύτερου σχεδίου: ένα είδος θεματικού πάρκου όπου οι αυτόχθονες λαοί εκτίθενται ως φολκλόρ, ακολουθώντας το παράδειγμα του Πάρκου Xcaret στο Κανκούν, ενώ συγχρόνως στερούνται τον έλεγχο των περιοχών τους και του τρόπου ζωής τους.

Ο Υποδιοικητής Μάρκος είχε τονίσει παλιότερα ότι η επέκταση του κεφαλαίου δεν γίνεται με ουδέτερο τρόπο, αλλά μέσα από κύκλους καταστροφής, ερήμωσης, ανοικοδόμησης και επανεγκατάστασης — όπως μπορούμε να δούμε στα βίντεο που φτιάχτηκαν με τεχνητή νοημοσύνη και δείχνουν τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Ίλον Μασκ και το πρότζεκτ τους για ξενοδοχεία και θέρετρα στη Λωρίδα της Γάζας. Πρώτα καταστρέφεται η υλική και πολιτισμική διάσταση των περιοχών· μετά εκτοπίζονται οι κοινότητες ή βρίσκονται υπό συνεχή απειλή με τη μορφή εθνοκτονίας, και στη θέση τους εγκαθίστανται εταιρείες συνοδευόμενες από έναν νομικό μηχανισμό, την παρουσία του στρατού και το οργανωμένο έγκλημα. Στο Μεξικό έχουμε ιστορικά παραδείγματα, όπως στο Ακαπούλκο, στο Λος Κάμπος ή στην Μπάχα Καλιφόρνια. Σε αυτήν την επίθεση προστίθενται μηχανισμοί κοινωνικής πειθάρχησης όπως η εμπορία ανθρώπων και η σεξουαλική δουλεία, το εμπόριο ναρκωτικών και ο αλκοολισμός, που διαρρηγνύουν σκόπιμα τον κοινοτικό ιστό. Και τότε το κεφάλαιο εγκαθιδρύει το μοντέλο του: μαζικός τουρισμός, θέρετρα, μακιλαδόρες, γήπεδα γκολφ. Το Τρένο Μάγια είναι απλώς η ορατή προέλαση αυτής της διαδικασίας καταστροφής, μια πολιτική που εμπορευματοποιεί τη ζωή και μετατρέπει τον πολιτισμό σε θέαμα, ή, όπως το ονομάζουν κατ’ ευφημισμόν, σε «Πόλους Ανάπτυξης». Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η Κλαούντια Σέινμπαουμ δήλωσε ότι αυτό είναι μόνο η αρχή και θα ακολουθήσουν πολλά παρόμοια έργα, συμπεριλαμβανομένων νέων τρένων.

Από αυτή την άποψη, οι ζαπατιστικές κοινότητες, αν και δεν βρίσκονται όλες ακριβώς πάνω στη διαδρομή του τρένου, γνωρίζουν ότι αντιμετωπίζουν κίνδυνο λόγω της γειτνίασης. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο μια σιδηροδρομική γραμμή, αλλά η επιβολή ενός πολιτισμικού μοντέλου ασύμβατου με την αυτονομία των ιθαγενών. Ο ζαπατισμός, υπερασπιζόμενος τη γη ως μητέρα και όχι ως εμπόρευμα, γίνεται το βασικό εμπόδιο για όσους επιδιώκουν να μετατρέψουν το νοτιοανατολικό Μεξικό σε μια πλατφόρμα παγκόσμιων εταιρειών. Γι’ αυτό και η αντίθεση στο Τρένο Μάγια υπερβαίνει την κριτική ενός συγκεκριμένου έργου ή της εκάστοτε κυβέρνησης: συγκρούεται άμεσα με τη νεκροπολιτική που θυσιάζει ολόκληρες περιοχές για να υπηρετήσει το κεφάλαιο.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Μπορούμε να εστιάσουμε τώρα στο τι συμβαίνει με την ασφάλεια στην Τσιάπας; Έχουν γίνει άμεσες επιθέσεις του κράτους στις ζαπατιστικές περιοχές κατά τη διάρκεια των κυβερνήσεων του [πρώην προέδρου] Ομπραδόρ ή της Σέινμπαουμ;

Τους τελευταίους μήνες καταγράφηκε ο βίαιος εκτοπισμός του αυτόνομου ζαπατιστικού οικισμού στο Μπελέν, στην αγροτική περιοχή του Καρακόλ 8 «Το Φως που Λάμπει στον Κόσμο» (Ντολόρες Ιντάλγκο, Οκοσίνγκο). Η Συνέλευση Συλλογικοτήτων των Αυτόνομων Ζαπατιστικών Κυβερνήσεων (ACGAZ) κατήγγειλε ότι από τον Απρίλιο του 2025 [μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου 2025] έγιναν επιχειρήσεις στις οποίες συμμετείχαν ομάδες πολιτών συνοδευόμενες από τον Ομοσπονδιακό Στρατό, την Εθνική Φρουρά, τη Δημοτική Αστυνομία του Οκοσίνγκο και την πολιτειακή Εισαγγελία, με την επίκληση μιας «διαμάχης για αγροτική γη». Σε αυτές τις επιχειρήσεις αναφέρθηκαν πυρπολήσεις σπιτιών, κλοπές και ο εκτοπισμός που καταγράφηκε στα επίσημα δίκτυα. Είναι σημαντικό ότι οι γαίες είχαν ήδη αποζημιωθεί από το κράτος μετά το 1994, και ότι σήμερα τις καλλιεργούν από κοινού ζαπατιστικές και μη ζαπατιστικές κοινότητες· μάλιστα, εκεί κοντά χτίζεται ένα αυτόνομο χειρουργείο στο οποίο θα έχουν πρόσβαση όλες οι κοινότητες. Υπήρξε επίσης μια ακόμη κατασταλτική επιχείρηση παρουσία του στρατού, τον Απρίλιο του 2025, με παράνομη κράτηση δύο βάσεων στήριξης του EZLN, που απελευθερώθηκαν μόνο χάρη στην κοινωνική πίεση, εγχώρια και διεθνή. Όλα αυτά επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ενός de facto κλοιού του κράτους γύρω από τις αυτόνομες περιοχές.

Παράλληλα, το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Fray Bartolomé de Las Casas (Frayba) κατήγγειλε στρατηγικές περίφραξης και εκτοπισμού στο Μπελέν: τουλάχιστον 13 βάσεις στήριξης εκτοπίστηκαν βίαια και υπήρξαν επιπτώσεις σε αγρότες μη ζαπατίστας που συμμετέχουν στην Κοινή Καλλιέργεια (Milpa Común). Ο σκοπός, σύμφωνα με το Frayba, είναι να μετατραπεί το ανακτημένο έδαφος σε «ιδιωτική γη», σε ένα πλαίσιο στρατιωτικοποίησης (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι Δυνάμεις Άμεσης Αντίδρασης Pakal, ένα ελίτ σώμα της πολιτείας για το οποίο έχουν γίνει πολυάριθμες καταγγελίες για κατάχρηση εξουσίας). Αυτό προστίθεται σε ένα σκηνικό όπου συνυπάρχουν διάφορες μορφές βίας (συγκρούσεις, εμπορία ανθρώπων, εκτοπισμοί, εξαφανίσεις). Δεν πρόκειται για κάποιο μεμονωμένο περιστατικό: είναι η αντιεξέγερση που θέλει να καταστρέψει τα κοινά και τις αυτονομίες.

Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι η κυβέρνηση έχει πραγματοποιήσει αεροφωτογραμμετρία για την καταγραφή των αυτόνομων κοινοτήτων στην Τσιάπας, μια πρακτική ελέγχου της περιοχής μεταμφιεσμένη σε τεχνική επιτήρηση. Από τις διαρροές του Guacamaya Leaks προκύπτει επίσης ότι ορισμένες ομάδες εκπαίδευσης της αστυνομίας διατηρούν δεσμούς με την ισραηλινή Μοσάντ, γεγονός που δείχνει ότι η αντιεξέγερση δεν είναι μόνο τοπική αλλά μέρος ενός διεθνούς μηχανισμού· δείτε για παράδειγμα το αμερικανικό πολεμικό αεροσκάφος που προσγειώθηκε πρόσφατα στο Μεξικό για να εκπαιδεύσει τα σώματα ασφαλείας του Γκαρσία Χαρφούτς [υπουργός Ασφάλειας και Προστασίας του Πολίτη]. Τον περασμένο Απρίλιο, κατά τη διάρκεια του ζαπατιστικού φεστιβάλ τέχνης Rebel y Revel (Arte), το κράτος έστειλε οχήματα της Εθνικής Φρουράς για να περιπολούν γύρω από το CIDECI [στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, όπου γινόταν το φεστιβάλ]. Υπήρχαν εκεί χιλιάδες άνθρωποι από τις αυτόνομες κοινότητες και διεθνείς αλληλέγγυοι· ήταν μια σαφής ενέργεια εκφοβισμού.

Ο πόλεμος διεξάγεται επίσης με ιδεολογικά, επικοινωνιακά και πολιτιστικά όπλα. Έχουμε γίνει μάρτυρες εκστρατειών αντιεξεγερτικής προπαγάνδας που στοχεύουν στο στιγματισμό του ζαπατισμού, διαδίδοντας γελοίες φήμες όπως ότι οι ζαπατίστας «δεν αφήνουν να μπεις στις περιοχές τους γιατί θέλουν να κρατήσουν το ουράνιο της Τσιάπας». Αυτού του τύπου ο λόγος επιδιώκει να τους απομονώσει, να δυσφημίσει την αντίστασή τους και να δικαιολογήσει ένα κλίμα διώξεων. Η Τσιάπας υπήρξε επανειλημμένα η πιο στρατιωτικοποιημένη πολιτεία του Μεξικού, αλλά η κατάσταση είναι ακόμη πιο πολύπλοκη: δεν πρόκειται μόνο για την παρουσία του κράτους, αλλά για ένα σκηνικό όπου συγκλίνουν πολλαπλοί βίαιοι παράγοντες. Οι ίδιοι οι ζαπατίστας το έχουν περιγράψει ξεκάθαρα: η Τσιάπας βρίσκεται «στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου». Ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται ολοένα και περισσότερο, όπως έχουν τεκμηριώσει επανειλημμένα οι εκθέσεις του Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Frayba.

Σήμερα, η Τσιάπας είναι μια περιοχή που την διασχίζουν καραβάνια μεταναστών, δίκτυα εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων, και η ανοιχτή αντιπαράθεση των δύο ισχυρότερων καρτέλ της χώρας: του Καρτέλ Χαλίσκο Νέα Γενιά και του Καρτέλ Σιναλόα. Σε αυτό το «ταμπλό», οι ζαπατιστικές κοινότητες είναι εκτεθειμένες σε πολλαπλά πυρά: στην εγκληματική βία, στην κρατική στρατιωτικοποίηση και στην αποσύνθεση της κοινότητας που προκαλούν αυτές οι δυναμικές — σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «τρίγωνο της λεηλασίας». Το κράτος μπορεί να λέει ότι «δεν υπάρχει πόλεμος» εναντίον του EZLN, αλλά στην πράξη ο κλοιός είναι μόνιμος.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Σήμερα, που το Καρτέλ Χαλίσκο Νέα Γενιά έχει αποκτήσει τον έλεγχο στα νότια σύνορα και η σύγκρουση με το Καρτέλ Σιναλόα εντείνεται, ποιες είναι οι επιπτώσεις για την Τσιάπας και τις ζαπατιστικές κοινότητες;

Η επέκταση του οργανωμένου εγκλήματος σε αυτόνομα εδάφη, όπως είχε ήδη προειδοποιήσει ο Υποδιοικητής Μοϊσές, έχει εισέλθει σε μια νέα φάση όπου συνδυάζεται με ενέργειες από τη μεριά του κράτους, σε νομικό επίπεδο ή άλλες που ενθαρρύνουν τοπικές συγκρούσεις, και με διαδικασίες εκτοπισμού τυπικά νόμιμες, όπως είναι τα μεγάλα έργα. Το οργανωμένο έγκλημα δεν αποτελεί μια ανωμαλία, είναι ένας από τους βραχίονες του σύγχρονου καπιταλισμού που εξασφαλίζει τη «συσσώρευση μέσω αποστέρησης / απαλλοτρίωσης» όπως την έχει ονομάσει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ. Η αντιπαράθεση μεταξύ Καρτέλ Χαλίσκο Νέα Γενιά και Καρτέλ Σιναλόα έχει μετατρέψει τα νότια σύνορα σε στρατηγική ζώνη για τη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων και ανθρώπων, καθώς και για δίκτυα εκβιασμών, ενώ το κράτος αυξάνει την επιτήρηση, αναπτύσσει ένοπλες δυνάμεις ή παρεμβαίνει σε ζαπατιστικά εδάφη με το πρόσχημα αγροτικών συγκρούσεων. Το αποτέλεσμα δεν είναι η ειρήνευση, αλλά ένας πολύπλοκος κλοιός στον οποίο συμβάλλουν η εγκληματική βία, η θεσμική στρατιωτικοποίηση και η επιταχυνόμενη διάρρηξη του κοινοτικού ιστού.

Αυτός ο κλοιός δεν περιορίζεται μόνο στο ένοπλο πεδίο. Εκφράζεται επίσης σε συμβολικό και πολιτιστικό επίπεδο. Η αισθητική του ναρκεμπορίου, όπως τα κορίδος που εξυμνούν τη βία, η επίδειξη πλούτου και η υπερσεξουαλικοποίηση των σωμάτων, διεισδύουν στην καθημερινή ζωή ως μια μορφή υποκειμενικής αποικιοποίησης που επιδιώκει να αντικαταστήσει τη λογική των κοινών με μια οικονομία του φόβου και της κατανάλωσης. Η πρόσφατη υπόθεση του αυτόνομου οικισμού του Μπελέν δείχνει καθαρά πώς αυτή η σύγκλιση συμφερόντων του οργανωμένου εγκλήματος και του κράτους πιέζει για να ιδιωτικοποιηθούν οι ανακτημένες γαίες που καλλιεργούνται συλλογικά, πλήττοντας άμεσα τους υλικούς πυλώνες της αυτονομίας. Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η υπεράσπιση της ζωής και των κοινών από τους ζαπατίστας αποκτά ακόμη πιο επείγοντα και ριζοσπαστικό χαρακτήρα, με την κυριολεκτική έννοια, ότι φτάνει στη ρίζα των ζητημάτων.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο σοβαρή με την εμφάνιση φαινομένων όπως το λεγόμενο Καρτέλ της Τσαμούλα, που θεωρείται το πρώτο ιθαγενές καρτέλ στο Μεξικό. Αποτελείται από ιθαγενείς Τσοτσίλ και έχει καταγγελθεί για ακραίες πρακτικές όπως το ονομαζόμενο «εθνοπορνό», όπου γυναίκες ιθαγενείς υποδουλώνονται σεξουαλικά και βιντεοσκοπούνται. Αυτά τα γεγονότα δεν δείχνουν μόνο τη σκληρότητα του οργανωμένου εγκλήματος, αλλά και την ικανότητά του να υιοθετεί ιστορικές αποικιοκρατικές και πατριαρχικές μορφές βίας, που τις αναδιαμορφώνει σε εμπορεύματα στη μαύρη οικονομία. Παρόμοια φαινόμενα μπορούμε να παρατηρήσουμε σε μουσικά βιντεοκλίπ που εξυμνούν τα στερεότυπα που προωθεί το οργανωμένο έγκλημα — σε γενικές γραμμές, ερασιτεχνικά βίντεο στο στιλ του «Campesinos a la Mafia» (Αγρότες στη Μαφία).

Από αυτή την άποψη, το οργανωμένο έγκλημα δεν μπορεί να θεωρηθεί περιθωριακό ή ανωμαλία του συστήματος. Λειτουργεί μάλλον ως μια από τις πιο αποτελεσματικές επιχειρήσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, ενταγμένο στις διαδικασίες συσσώρευσης μέσω αποστέρησης που συνδυάζουν τη στρατιωτικοποίηση με την παράνομη βία, όπως έχουν επισημάνει οι Ουίλιαμ Ρόμπινσον και Χιλμπέρτο Λόπες υ Ρίβας. Τα καρτέλ διεκδικούν εδάφη, εγκαθιδρύουν καθεστώτα ελέγχου και κοινωνικού τρόμου και εντάσσονται σε παγκόσμια κυκλώματα παράνομου κεφαλαίου το οποίο τελικά «ξεπλένεται» στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα νότια σύνορα μετατρέπονται σε χώρο ζωτικής σημασίας: είναι ταυτόχρονα μεταναστευτικό πέρασμα, διαδρομή παράνομων οικονομικών δραστηριοτήτων, θύλακας εμπορίας ανθρώπων και εργαστήριο κοινωνικής πειθάρχησης.

Μέσα σε αυτόν τον πολλαπλό κλοιό, η ζαπατιστική αυτονομία αποτελεί μια μορφή ριζοσπαστικής αντίστασης και υπεράσπισης της περιοχής. Ενώ ο νεκροκαπιταλισμός προσφέρει ως προοπτική τον γρήγορο ή παρατεταμένο θάνατο, οι λαοί επιμένουν στην αξιοπρεπή ζωή ως οργανωτική αρχή. Η υπεράσπιση της γης, της μνήμης και της κοινότητας καθίσταται έτσι η σθεναρή απόρριψη μιας λογικής που μετατρέπει τα πάντα, ακόμη και τα σώματα, σε εμπορεύματα — και γίνεται συγχρόνως μια ισχυρή δέσμευση για τη στήριξη άλλων εφικτών κόσμων ακόμη και σε ακραίες συνθήκες.

Φρανσίσκο, σε αυτό το σκηνικό που χαρακτηρίζεται από τη στρατιωτικοποίηση και την παρουσία πολυάριθμων ένοπλων ομάδων, υπάρχουν άμεσες ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των ζαπατίστας και αυτών των ομάδων;

Δεν έχουν καταγραφεί ανοιχτές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ EZLN και άλλων ομάδων, αλλά υπάρχουν τεκμηριωμένες συστηματικές επιθέσεις που στοχεύουν στη φθορά των υλικών βάσεων της αυτονομίας. Σε αυτές τις δράσεις περιλαμβάνονται εμπρησμοί κατοικιών, λεηλασία σοδειών και καταστροφή συλλογικών εγχειρημάτων, και τα τελευταία χρόνια έχουν ενταθεί με την άμεση ή έμμεση συμμετοχή κρατικών δυνάμεων και παραστρατιωτικών ομάδων. Στην Τσιάπας δρουν ιστορικά ομάδες όπως η Máscara Roja, η Los Chinchulines, ή αυτή με το διεστραμμένο όνομα Paz y Justicia (Ειρήνη και Δικαιοσύνη)· σήμερα, αυτό το πλέγμα ομάδων αναδιαμορφώνεται με τη συμμετοχή τοπικών παραγόντων καθώς και ελίτ κρατικών σωμάτων όπως οι Pakal, που ενεργούν σε κλίμα ατιμωρησίας. Πρόκειται για έναν μηχανισμό «ανάθεσης της βίας σε εξωτερικούς συνεργάτες»: ενώ το κράτος συνεχίζει να μιλάει για νομιμότητα, αναθέτει το έργο της καταστολής σε τρίτους, πολίτες ή ένοπλους, που διευκολύνουν τον εκτοπισμό και προλειαίνουν το έδαφος για ισχυρότερα οικονομικά συμφέροντα. Το πρόσφατο παράδειγμα του Μπελέν σηματοδοτεί μια κρίσιμη καμπή που επιβεβαιώνει τη συνέχιση αυτής της αντιεξεγερτικής λογικής — ακόμη και τη στιγμή που οι ζαπατίστας προσπαθούν να φτιάξουν ένα «Χειρουργείο στη Ζούγκλα Λακαντόνα».

Σε αυτό το πλαίσιο, η [παραστρατιωτική] Περιφερειακή Οργάνωση Καλλιεργητών Καφέ του Οκοσίνγκο (Ιστορική) έχει εντείνει τις επιθέσεις της εναντίον των βάσεων στήριξης των ζαπατίστας με απειλές, παρενοχλήσεις και χρήση πυροβόλων όπλων με στόχο την κατάληψη γαιών. Αυτές οι επιθέσεις δεν αποσκοπούν μόνο στον εκτοπισμό των κοινοτήτων, αλλά και στη σκόπιμη καταστροφή των παραγωγικών εγχειρημάτων που στηρίζουν την αυτόνομη διαβίωση. Υπάρχουν τεκμηριωμένες καταγγελίες για πρακτικές όπως η δηλητηρίαση λιμνών με ψάρια, η δολοφονία ζώων και η καταστροφή καλλιεργειών. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά βίας, αλλά για μια μακροχρόνια στρατηγική φθοράς που αποσκοπεί στην εξάλειψη της κοινοτικής αυτάρκειας και στον εξαναγκασμό των πληθυσμών να επιστρέψουν σε σχέσεις εξάρτησης από το κράτος ή τις τοπικές αρχές.

Γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι παραστρατιωτικοί δεν λειτουργούν αυτόνομα ούτε είναι περιθωριακοί σε σχέση με το κράτος. Αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου δικτύου που απαρτίζεται από τοπικά καπετανάτα, συμφέροντα πολυεθνικών εταιρειών εξόρυξης, τη δυναμική του οργανωμένου εγκλήματος και τη συνενοχή, με πράξεις ή παραλείψεις, διάφορων κρατικών φορέων. Οι επιθέσεις εναντίον του ζαπατισμού εξυπηρετούν την επέκταση των μεγάλων έργων και τον εδαφικό έλεγχο του νοτιοανατολικού τμήματος της χώρας. Με την αποδυνάμωση των αυτόνομων κοινοτήτων, ανοίγει ο δρόμος για τη στρατιωτικοποίηση, τον καταστροφικό τουρισμό και τις μεγάλες επενδύσεις. Αυτό που συνήθως παρουσιάζεται ως τοπική σύγκρουση είναι, στην πραγματικότητα, ένα στρατηγικό κομμάτι της καπιταλιστικής νεκροπολιτικής που επιδιώκει να εξαλείψει κάθε εμπειρία που θέτει τη ζωή και την αυτονομία πάνω από τη λογική του κέρδους.

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στις παραστρατιωτικές ομάδες και τους κρατικούς θεσμούς;

Ναι, υπάρχει μια σχέση δομικού χαρακτήρα. Από τη δεκαετία του 1990, η πολιτική της αντιεξέγερσης στο Μεξικό λειτουργεί μέσω της προώθησης, της ανοχής ή της συγκάλυψης ένοπλων ομάδων που παρουσιάζονται ως «ομάδες πολιτών», την ίδια στιγμή που οι εκτοπισμοί υλοποιούνται με τη στήριξη ή την κάλυψη μηχανισμών του στρατού, της αστυνομίας και της κυβέρνησης.

Στην πράξη, αυτές οι ένοπλες ομάδες χρησιμοποιούν όπλα που έχει στην κατοχή του αποκλειστικά ο στρατός, και δρουν υπό την προστασία τοπικών αρχών και σε συντονισμό με ομοσπονδιακές δυνάμεις ασφαλείας. Δεν πρόκειται απλώς για ανοχή: σε πολλές περιπτώσεις, οι παραστρατιωτικοί λειτουργούν ως άτυπες προεκτάσεις της κρατικής πολιτικής, εκτελώντας αποστολές που το κράτος δεν μπορεί να αναλάβει ανοιχτά χωρίς να επωμιστεί πολιτικό ή νομικό κόστος.

Αυτή η σχέση είναι λειτουργική, γιατί επιτρέπει στην εξουσία να διαχειρίζεται τη βία χωρίς να εμφανίζεται άμεσα ως υπεύθυνη. Η εκχώρηση της άσκησης βίας σε τρίτους αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης νεκροπολιτικής: το κράτος αποφασίζει ποιος μπορεί να παραμείνει σε έναν τόπο και ποιος πρέπει να εκδιωχθεί, ποιος έχει δικαίωμα να καλλιεργεί και ποιος καταδικάζεται σε εκτοπισμό ή σε θάνατο, αλλά το πράττει έμμεσα, μέσω τρίτων που δρουν υπό καθεστώς ατιμωρησίας.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Μέχρι τώρα μιλήσαμε κυρίως για τους εχθρούς του ζαπατισμού. Πέρα από το Εθνικό Ιθαγενικό Κογκρέσο, υπάρχουν άλλοι βασικοί σύμμαχοι των ζαπατίστας στη μεξικανική κοινωνία, ιδίως στα αστικά κέντρα;

Πέρα από το Εθνικό Ιθαγενικό Κογκρέσο, υπάρχουν στη χώρα σύμμαχοι σε αστικά κέντρα που έχουν εμπνευστεί άμεσα από τη ζαπατιστική εμπειρία. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι η Λαϊκή Οργάνωση Φρανσίσκο Βίγια της Ανεξάρτητης Αριστεράς (Organización Popular Francisco Villa de Izquierda Independiente, OPFVII), η οποία από το ξεκίνημά της αναγνώρισε στοιχεία του εαυτού της στον ζαπατισμό. Η οργάνωση αυτή υπέγραψε την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα και, πιο πρόσφατα, τη Διακήρυξη για τη Ζωή. Οι αυτόνομες κοινότητές της μπορούν να θεωρηθούν αστικά Καρακόλ: χώροι όπου ασκούνται η αυτοδιακυβέρνηση, η συλλογική οργάνωση και η οικοδόμηση της αυτονομίας μέσα σε μητροπολιτικά περιβάλλοντα. Σύμφωνα με τον Zibechi, πρόκειται για τη σπουδαιότερη εμπειρία αστικής αυτονομίας στη Λατινική Αμερική.

Η OPFVII έχει αρκετούς οικισμούς στην Πόλη του Μεξικού. Ένας από τους πιο εμβληματικούς είναι το Ακαπατσίνγκο στην περιοχή της Ισταπαλάπα, μια πραγματική όαση μέσα σε μία από τις πιο φτωχές και βίαιες ζώνες της πρωτεύουσας. Εκεί, τα μέλη της έχουν οικοδομήσει μια διαφορετική καθημερινότητα: διαθέτουν το δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα, ένα κοινοτικό ραδιόφωνο, αυτόνομες υπηρεσίες υγείας και μια ζωή πλούσια σε συμβολισμούς και τελετουργίες (που αποτυπώνεται και στο συλλογικό τους όνομα, Los Panchos ή Las Panchas [από το χαϊδευτικό του Φρανσίσκο Βίγια]). Όλα αυτά δεν είναι ένα απλό «κοινωνικό πρόγραμμα», αλλά μια διαφορετική λογική αναπαραγωγής της ζωής που απορρίπτει την ατομική ιδιοκτησία και τοποθετεί στο κέντρο της την αξιοπρέπεια.

Η εμπειρία της OPFVII δείχνει ότι η ζαπατιστική αυτονομία δεν είναι ούτε αποκλειστικά αγροτική ούτε μόνο ιθαγενική: μπορεί να προσαρμοστεί στον αστικό χώρο και να μετατραπεί σε μια απτή εναλλακτική απέναντι στην περιθωριοποίηση και τη βία των πόλεων. Σε μια εποχή επέλασης του εξευγενισμού (gentrification), το Ακαπατσίνγκο και άλλοι οικισμοί της οργάνωσης προτείνουν μια διαφορετική προοπτική: την υπεράσπιση του αστικού εδάφους ως χώρου ζωής και όχι ως εμπορεύματος της κτηματαγοράς. Πρόκειται για μια πρόταση που συνομιλεί άμεσα με τα αντι-gentrification κινήματα που αναδύονται σήμερα στην Πόλη του Μεξικού, προσφέροντας ένα ζωντανό παράδειγμα τού πώς είναι δυνατό να κατοικηθεί η πόλη χωρίς να παραδοθεί στην αγορά. Μ’ αυτή την έννοια, ο ζαπατισμός δεν είναι απομονωμένος στα βουνά της Τσιάπας· το παράδειγμά του αντηχεί σε λαϊκές γειτονιές και συνοικίες που, όπως η OPFVII, οργανώνονται για να ζήσουν διαφορετικά. Αυτοί οι αστικοί σύμμαχοι είναι κομβικής σημασίας, γιατί δείχνουν ότι η αυτονομία δεν είναι μια μακρινή ουτοπία, αλλά μια συγκεκριμένη πρακτική που ασκείται καθημερινά σε εχθρικά περιβάλλοντα.

Ο Ζερόμ Μπασέ έχει επισημάνει ότι η πρόσφατη αναδιοργάνωση των αυτόνομων ζαπατιστικών θεσμών σήμανε το αναποδογύρισμα της πυραμίδας της εξουσίας και την ενίσχυση των τοπικών κοινοτήτων. Πώς αξιολογείς αυτή τη διαδικασία;

Οι αλλαγές που ανακοινώθηκαν το 2024, στο πλαίσιο της 30ής επετείου της ζαπατιστικής εξέγερσης, συνιστούν μία από τις πιο σημαντικές κινήσεις στη νεότερη ιστορία της αυτονομίας. Πρόκειται για μια διαδικασία αναστοχασμού εις βάθος, όπου οι ίδιες οι κοινότητες αξιολόγησαν κριτικά τις μορφές οργάνωσής τους και αποφάσισαν να τις μετασχηματίσουν. Μία από τις πιο καθοριστικές αλλαγές ήταν η κατάργηση των Αυτόνομων Εξεγερμένων Ζαπατιστικών Δήμων (MAREZ). Για χρόνια, η οργανωτική δομή αρθρωνόταν κλιμακωτά: χωριά που συγκροτούσαν κοινότητες, κοινότητες που συγκροτούσαν αυτόνομους δήμους, και δήμοι που, με τη σειρά τους, σχημάτιζαν τα Καρακόλ. Με τον καιρό, οι κοινότητες αναγνώρισαν ότι αυτό το σχήμα δεν εγγυόταν πάντοτε την αρχή τού «Να διοικείς υπακούοντας», καθώς σε ορισμένες φάσεις παγιώθηκε η συγκέντρωση της εξουσίας, ιδιαίτερα στις Επιτροπές Καλής Διακυβέρνησης.

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, επιλέχθηκε μια διαδικασία βαθιάς αποκέντρωσης. Η λήψη των αποφάσεων επέστρεψε στη βάση και ενισχύθηκε η κοινότητα ως ο πυρήνας της πολιτικής ζωής. Από αυτόν τον επανασχεδιασμό προέκυψαν οι Τοπικές Αυτόνομες Κυβερνήσεις (Gobiernos Autónomos Locales – GAL), χώροι όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται πιο άμεσα και σε στενή σχέση με τις συγκεκριμένες ανάγκες κάθε περιοχής. Δεν επρόκειτο για έναν πρόχειρο αυτοσχεδιασμό, αλλά για το αποτέλεσμα ετών συσσωρευμένης εμπειρίας και μιας ρητής βούλησης να διορθωθεί ό,τι πλέον δεν λειτουργούσε.

Έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι, αυτή η αναδιοργάνωση συνιστά μια ριζοσπαστικοποίηση της αυτονομίας, όχι την αποδυνάμωσή της. Τα ζαπατιστικά εδάφη δεν ήταν ποτέ ομοιογενή: υπάρχουν χωριά που είναι στο σύνολό τους οργανωμένα γύρω από τον EZLN και η παρουσία του είναι εκτεταμένη, και άλλα όπου η ζαπατιστική παρουσία περιορίζεται σε μία μόνο οικογένεια. Οι GAL μπορούν να ανταποκρίνονται σε αυτή την ετερογένεια, προσαρμόζοντας τις μορφές διακυβέρνησης στις ιδιαίτερες πραγματικότητες κάθε περίπτωσης. Η αυτοδιάθεση εξακολουθεί να βασίζεται στις ζαπατιστικές αρχές, αλλά πλέον εκφράζεται με τρόπο πιο κατάλληλο για τον κάθε τόπο, περισσότερο ενταγμένο στην καθημερινή ζωή των συλλογικών υποκειμένων, χωρίς να εξαρτάται από μια κεντρική δομή που θα μπορούσε να γίνει άκαμπτη ή απόμακρη.

Με αυτόν τον μετασχηματισμό, ο συντονισμός δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις παλιές δώδεκα Επιτροπές Καλής Διακυβέρνησης, αλλά διαμορφώνεται μέσω των συλλογικοτήτων που συνδέονται με τις GAL. Γεγονός που δεν σημαίνει τον κατακερματισμό της αυτονομίας, αλλά αντίθετα την ανακατανομή της εξουσίας και τη διεύρυνση της εδαφικής της εμβέλειας με πραγματικούς και άμεσους όρους. Η αναδιοργάνωση μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια συνολική στρατηγική υπεράσπισης της περιοχής, διαφοροποίησης των κοινοτικών οικονομιών και ενίσχυσης των κοινών. Η γη μπορεί να καλλιεργείται από άτομα ή συλλογικότητες, εφόσον δεν συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα ή με παραστρατιωτικές ομάδες, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα να επεκταθούν οι πρακτικές κοινοτικής φροντίδας και αντίστασης πέρα από τα τυπικά όρια του ζαπατισμού.

Με αυτή την έννοια, οι GAL αποτελούν την έκφραση μιας λογικής ανοίγματος και όχι κλεισίματος ή αποκλεισμών. Δεν υψώνουν ταυτοτικά σύνορα, αλλά αντίθετα υφαίνουν δίκτυα συλλογικής προστασίας απέναντι σε πολλαπλές απειλές. Μετά από περισσότερες από τρεις δεκαετίες οικοδόμησης της αυτονομίας, ο EZLN έχει δείξει κάτι σπάνιο στην πολιτική: την ικανότητα να επανεξετάζει κριτικά τις ίδιες του τις δομές, να αναγνωρίζει λάθη και να επανεφευρίσκει τον εαυτό του. Αυτή η διάθεση για αλλαγή χωρίς εγκατάλειψη των αρχών του είναι, από μόνη της, μια βαθιά επαναστατική πρακτική. Ενώ τα κράτη τείνουν να αναπαράγουν αποικιακές ιεραρχίες και να προσκολλώνται σε άκαμπτες μορφές εξουσίας, οι ζαπατιστικοί λαοί δοκιμάζουν, διορθώνουν και ξαναδοκιμάζουν, διατηρώντας ζωντανή την αυτονομία ως μια διαδικασία που αναδημιουργείται διαρκώς.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Πριν μπούμε στα θέματα με τα οποία ασχολείσαι ιδιαίτερα, θα μπορούσες να μιλήσεις λίγο για την κατάσταση της LGBT κοινότητας στις ζαπατιστικές περιοχές;

Θα πρότεινα καταρχάς να διαβαστεί το έργο της Σίλβια Μάρκος, η οποία μιλά για τη ρευστότητα του ζαπατιστικού φύλου. Στις αυτόνομες κοινότητες, η έμφυλη οπτική είναι κεντρική για τη συλλογική ζωή. Δεν είναι τυχαίο ότι μιλάμε για τις μοναδικές περιοχές στη χώρα όπου δεν υπάρχουν γυναικοκτονίες ούτε σεξουαλική εμπορία ανθρώπων· πρόκειται για μια ριζική διαφορά σε σχέση με το υπόλοιπο Μεξικό, το οποίο βιώνει μια καθημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω της βίας ενάντια στις γυναίκες και τα μη ετεροκανονικά άτομα. Αυτό δείχνει ότι όταν η εξουσία μετασχηματίζεται από τα κάτω, μπορούν να αλλάξουν τόσο οι έμφυλες όσο και οι σεξουαλικές – συναισθηματικές σχέσεις.

Σε ό,τι αφορά την LGBT+ κοινότητα, ένα ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα είναι αυτό της Μαριχοσέ, μιας compañeroa (συντροφόισσας) — δηλαδή μιας ταυτότητας που από τη δυτική σκοπιά θα οριζόταν ως τρανς, αλλά η οποία αναγνωρίζεται με τους δικούς της όρους μέσα στη ζαπατιστική κοινότητα. Το 2021 η Μαριχοσέ συμμετείχε στη Μοίρα 421, που ταξίδεψε στην Ευρώπη πεντακόσια χρόνια μετά τη λεγόμενη «πτώση» της Τενοτστιτλάν, σε μια αντιστροφή του αποικιακού ταξιδιού για την «κατάκτηση της Ευρώπης». Η Μοίρα αποτελούνταν από τέσσερις γυναίκες, δύο άντρες και μία συντροφόισσα — και ήταν ακριβώς η Μαριχοσέ που αποβιβάστηκε πρώτη: μια συμβολική ρήξη με τη δυτική, αποικιακή και ετεροπατριαρχική νεωτερικότητα. Ήταν μια βαθιά πολιτική χειρονομία: έθεσε τη σεξουαλική και έμφυλη διαφορά στο κέντρο της παγκόσμιας κριτικής στην αποικιοκρατία.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Βέβαια, ο σεξισμός και η ομοφοβία εξακολουθούν να υπάρχουν στις κοινότητες, όπως συμβαίνει και σε ολόκληρη τη μεξικανική κοινωνία. Ωστόσο, στις ζαπατιστικές περιοχές έχουν συντελεστεί βαθιές και χειροπιαστές αλλαγές. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία ολοκληρωμένη ούτε τέλεια, αλλά διανοίγει έναν διαφορετικό ορίζοντα: εκείνον των κοινοτήτων που αναγνωρίζουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυτονομία χωρίς έμφυλη δικαιοσύνη.

Αυτές οι αλλαγές πρέπει να διαβαστούν και ως μια ευρύτερη πολιτική συμβολή. Απέναντι σε μια κοινωνία όπου οι σεξουαλικές αποκλίσεις από την ετεροκανονικότητα ποινικοποιούνται, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης ή καθίστανται αόρατες, ο ζαπατισμός προσφέρει ένα παράδειγμα του πώς τα αυτόνομα εδάφη μπορούν να μετατραπούν σε καταφύγια για νέες μορφές συνύπαρξης. Δεν πρόκειται ούτε για εξιδανίκευση ούτε για άρνηση των εσωτερικών εντάσεων, αλλά για την ανάδειξη του γεγονότος ότι, ακόμη και σε συνθήκες πολέμου και επισφάλειας, είναι δυνατό να οικοδομηθούν σχέσεις πιο ελεύθερες, πιο ποικιλόμορφες και με περισσότερο σεβασμό.

Φτάνουμε στο θέμα σου. Όταν γίνεται λόγος για τον ζαπατισμό, σχεδόν πάντα αναφέρεται η οργάνωσή του ή η πολιτική του φιλοσοφία, όμως εσύ εστιάζεις στην αισθητική. Σε ένα από τα βιβλία σου δηλώνεις ότι στον ζαπατισμό υπάρχει μια αδιάσπαστη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική. Θα μπορούσες να διευκρινίσεις με ποιον τρόπο είναι αδιάσπαστη;

Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν μιλάμε για τέχνη και πολιτική δεν σημαίνει ότι μιλάμε για προπαγάνδα. Αν η πολιτική διαπερνά την καθημερινή ζωή, τότε είναι παρούσα και στις συμβολικές πρακτικές. Η τέχνη είναι παραγωγή νοήματος, παραγωγή συμβόλων, αλλά είναι ταυτόχρονα και τρόπος παραγωγής, κυκλοφορίας, κατανάλωσης και επικοινωνίας. Δεν περιορίζεται σε ένα ρητά πολιτικό περιεχόμενο: ακόμη και η απόφαση για το πού εκτίθεται ένα έργο, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτό και υπό ποιες συνθήκες, αποτελεί πολιτική πράξη. Με τον ίδιο τρόπο, το να εξυψώνεται η ευρωκεντρική φιγούρα του καλλιτέχνη ως «ιδιοφυΐα πεφωτισμένη από τον Θεό» ή, αντίθετα, να υποστηρίζεται ότι κάθε άνθρωπος είναι δυνάμει δημιουργικός, είναι πολιτικές επιλογές που καθορίζουν το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δημιουργία.

Αυτή η σκέψη έχει ρίζες στα ζαπατιστικά εδάφη ήδη από την περίοδο της παρανομίας. Από τη δεκαετία του ’80 υπήρχαν πολιτιστικοί πυρήνες που ασχολούνταν με το θέατρο, τη μουσική ή την ποίηση· δεν ήταν μόνο ιδεολογική αναπαραγωγή, αλλά και μια στρατηγική κοινωνικής συνοχής και συγκρότησης κοινότητας ανάμεσα σε ιθαγενείς λαούς, αγροτικούς πληθυσμούς και μαρξιστικές αντάρτικες οργανώσεις που ερχόντουσαν από τις πόλεις. Για παράδειγμα, ιδιαίτερα παιδευτική ήταν η εμπειρία του κοινοτικού κινηματογράφου: προβολές ταινιών από άλλους διεθνείς αγώνες, όπως ο βιετναμέζικος, συχνά χωρίς υπότιτλους, που οι ίδιες οι κοινότητες επανανοηματοδοτούσαν, επινοώντας διαλόγους. Σε αυτή την πράξη συνυπήρχαν ταυτόχρονα η ποίηση, η επιτελεστικότητα και η πολιτική: μια συλλογική επανοικειοποίηση αφηγήσεων από όλο τον κόσμο μέσα από τη δική τους τοπική εμπειρία.

Με ενδιαφέρει να σταθώ σε αυτή τη συμβολική και ποιητική δύναμη που γεννιέται από τις ίδιες τις κοινότητες. Φράσεις όπως «Καλύψαμε το πρόσωπό μας για να μας δουν» δεν είναι απλώς συνθήματα, είναι σύμβολα που συμπυκνώνουν μια κοσμοαντίληψη και που αποκτούν υλική υπόσταση στην καθημερινή ζωή. Αυτό που βλέπουμε στον ζαπατισμό είναι πώς οι αυτόχθονες καλλιτεχνικές πρακτικές, που υπάρχουν εδώ και χιλιετίες, αποκτούν πολυπλοκότητα και ανανοηματοδοτούνται όταν συνυφαίνονται με σύγχρονες πολιτικές αντιλήψεις. Έτσι, η πολιτισμική έκφραση δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο του αγώνα: είναι μέρος του πιο στέρεου πυρήνα του. Ο ζαπατισμός είχε τεράστιο πολιτισμικό αντίκτυπο σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, προκαλώντας μια συμβολική, ποιητική και πολιτική μετατόπιση στην παγκόσμια Αριστερά και πυροδοτώντας μια δημιουργική έκρηξη που ενέπνευσε νέες γενιές ιθαγενών καλλιτεχνών. Χωρίς την εξέγερση του 1994, αυτό το πολιτισμικό ξέσπασμα πιθανότατα θα είχε αργήσει πολύ περισσότερο να εκδηλωθεί.

Μ’ αυτή την έννοια, ο ζαπατισμός δείχνει ότι η τέχνη και η πολιτική είναι αδιάσπαστες επειδή μοιράζονται ένα κοινό εγχείρημα: την παραγωγή κόσμων. Η τέχνη δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση της πραγματικότητας· τη μετασχηματίζει, την αναδιατάσσει και τη φαντάζεται εκ νέου. Η πολιτική, από την πλευρά της, δεν περιορίζεται στη διαχείριση θεσμών· εγγράφεται επίσης στο συμβολικό, το επιστημολογικό και το αισθητικό πεδίο. Γι’ αυτό και στην Τσιάπας βλέπουμε τοιχογραφίες, τραγούδια, χορούς, ποίηση, ακόμη και ενδυματολογικές επιλογές που δεν εκφράζουν απλώς την αντίσταση, αλλά παράγουν κοινότητα, μεταδίδουν μνήμη και δημιουργούν μέλλον.

Επιπλέον, ο πολιτισμικός αντίκτυπος του ζαπατισμού δεν σταματά στα σύνορα του Μεξικού. Φράσεις, εικόνες και αισθητικές που γεννήθηκαν στις αυτόνομες κοινότητες ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο, εμπνέοντας από αυτόνομες καλλιτεχνικές κολεκτίβες στην Ευρώπη έως αυτόχθονα κινήματα στον Νότο της Abya Yala1 , ή πρότζεκτ όπως το Zapatera Negra, που συνδέει τη γραφιστική και τα πολιτικά ιδεώδη των ζαπατίστας με εκείνα των Μαύρων Πανθήρων, που βλέπουμε σήμερα να επανεμφανίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτός ο ιδιότυπος διεθνισμός σε αισθητικό επίπεδο —φτιαγμένος από σύμβολα, λέξεις, χρώματα και ύφος— έχει ενισχύσει την ιδέα ότι η τέχνη δεν είναι δευτερεύουσα στον πολιτικό αγώνα, αλλά μία από τις πιο δραστικές μορφές για την επέκταση και την αναπαράστασή του, που συνδέει το συμβολικό με την υλική αναπαραγωγή της ζωής. Γι’ αυτό λέω ότι η σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την πολιτική στον ζαπατισμό είναι αδιάσπαστη: γιατί και οι δύο είναι τρόποι που επιτρέπουν να υπάρξουν άλλοι εφικτοί κόσμοι.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Στο άλλο σου βιβλίο, Ποιητικές της αντίστασης, μιλάς εκτενώς για την επιστημολογία και την αποαποικιοποίηση. Είναι η τέχνη στον ζαπατισμό ένα «εργαλείο» για να εκφραστούν οι μη δυτικές κοσμοαντιλήψεις και να συνδεθούν τα αστικά με τα ιθαγενικά στοιχεία;

Είναι ενδιαφέρουσα αυτή η διαλεκτική ανάμεσα στο ποιητικό, το πολιτικό και τη συγκεκριμένη υλική πραγματικότητα. Στις οργανωτικές διαδικασίες, πολλές φορές οι κλασικές έννοιες της κριτικής θεωρίας —όπως η ταξική πάλη ή η υπεραξία— δεν συνδέονται εύκολα με την κοινωνική βάση. Αντίθετα, μέσα από την τέχνη, τη λογοτεχνία και άλλες πολιτισμικές εκφράσεις καθίστανται δυνατές διαφορετικές μορφές πολιτικής επικοινωνίας, ακόμη και πολιτικής εκπαίδευσης. Ένα σαφές παράδειγμα είναι οι ιστορίες του γερο-Αντόνιο, γραμμένες από τον Υποδιοικητή Μάρκος, που ανασύρουν θραύσματα της κοσμοαντίληψης των Μάγια. Εδώ, οι αφηγήσεις για τη γέννηση των θεών ή του κόσμου συνυφαίνονται με την ελευθεριακή διαπαιδαγώγηση και την πολιτική κριτική. Αυτή η μείξη παράγει μια ιδιαίτερη δυναμική: συχνά είναι πιο αποτελεσματικό να μιλά κανείς με σύμβολα και ιστορίες που συνομιλούν με τη μνήμη των λαών και συγχρόνως δημιουργούν γέφυρες προς άλλα κοινωνικά υποκείμενα, στις πόλεις και σε ολόκληρο τον κόσμο, παρά να χρησιμοποιεί έννοιες αφηρημένες και ξένες.

Μ’ αυτή την έννοια, η τέχνη στον ζαπατισμό δεν λειτουργεί ως «εργαλείο» που υπόκειται σε μια προϋπάρχουσα ιδεολογία, αλλά ως χώρος επιστημολογικής και ευρετικής συνάντησης. Επιτρέπει την άρθρωση του ιθαγενικού με το αστικό, του κοινοτικού με το παγκόσμιο, του τοπικού με το διεθνές. Μέσω της τέχνης οικοδομούνται γέφυρες ευαισθησίας που δημιουργούν εγγύτητα και επιτρέπουν σε διαφορετικούς δημιουργούς να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον ίδιο αγώνα. Η ποίηση, η μουσική, η γραφιστική ή η περφόρμανς δεν είναι απλώς οχήματα έκφρασης· είναι επίσης μορφές σκέψης που διευρύνουν την πολιτική πέρα από την ευρωκεντρική ορθολογικότητα.

Θα ήθελα επίσης να σε ρωτήσω σχετικά με την πλούσια μεξικανική παράδοση της επαναστατικής τέχνης. Υπάρχει κάποια σύνδεση των ζαπατίστας με αυτή την παράδοση, με πρόσωπα όπως ο ζωγράφος Ντιέγκο Ριβέρα ή ο χαράκτης Λεοπόλδο Μέντες;

Αναμφίβολα το Μεξικό έχει μια πολύ μεγάλη παράδοση επαναστατικής τέχνης. Ωστόσο δεν βλέπω μια άμεση συσχέτιση ανάμεσα σε αυτή την παράδοση και την τέχνη των ζαπατιστικών κοινοτήτων. Οι τοιχογραφίες του Ντιέγκο Ριβέρα, του Νταβίντ Αλφάρο Σικέιρος ή του Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο διέθεταν τη χορηγία του μετεπαναστατικού κράτους, υπό την καθοδήγηση του Χοσέ Βασκονσέλος (ο οποίος ήταν γερμανόφιλος και φιλοναζί) και του Υπουργείου Δημόσιας Εκπαίδευσης. Οι τοιχογραφίες τους λειτουργούσαν ως πολιτιστική ιδεολογική αναπαραγωγή από τα πάνω: οι θεσμοί καθόριζαν το πλαίσιο, τα σύμβολα, τα θέματα και τους χώρους όπου έπρεπε να εκτίθενται τα έργα. Συγχρόνως, ενίσχυαν τις αντιθέσεις μεταξύ «υψηλής» και «χαμηλής» κουλτούρας, μεταξύ τέχνης και χειροτεχνίας ή φολκλόρ, λειτουργώντας ως μηχανισμοί πολιτισμικής υποτίμησης της ετερότητας, παρόλο που οι τοιχογραφίες απευθύνονταν στις λαϊκές τάξεις. Ήταν ένα ιεραρχικό εγχείρημα που εδραίωνε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αισθητική αποικιοκρατία: ένα σύστημα που ρυθμίζει τι μπορεί να αισθάνεται και να εκφράζει κανείς, ενώ παράλληλα εξυπηρετούσε και την εδραίωση του έθνους-κράτους.

Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντικό οι απελευθερωτικές διαδικασίες να συνοδεύονται από δικές τους καλλιτεχνικές και συμβολικές πρακτικές. Πρόκειται για μια ανάκτηση σε οντολογικό επίπεδο των αξιών και των υποκειμενικοτήτων της κοινωνικής πλειοψηφίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ζαπατιστικές κοινότητες διευρύνουν την ίδια την έννοια της τέχνης. Στο ανακοινωθέν Οι τέχνες, οι επιστήμες, οι αυτόχθονες λαοί και τα υπόγεια του κόσμου ορίζουν ως καλλιτέχνη όποιον δημιουργεί, δίχως να έχει σημασία ο κανόνας ή οι επιβεβλημένες κατηγοριοποιήσεις. Κατά τη γνώμη μου, παρότι δεν το διατυπώνουν με μαρξιστικούς όρους, αυτή η αντίληψη σπάει την ιστορική διάκριση μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας που χαρακτηρίζει τις καπιταλιστικές κοινωνίες.

Στον καπιταλισμό, μόνο λίγοι προνομιούχοι έχουν το δικαίωμα να αναγνωρίζονται ως επιστήμονες ή καλλιτέχνες. Αντίθετα, ύστερα από σαράντα χρόνια αγώνα, στις ζαπατιστικές περιοχές ο καθένας και η καθεμία μπορούν να ασκούν ελεύθερα και τις δύο αυτές δραστηριότητες: να είναι αγρότης το πρωί, ζωγράφος το απόγευμα, να περνά με την οικογένειά του το βράδυ και να μελετά μαθηματικά την επόμενη μέρα. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη και η επιστήμη δεν αποτελούν διαχωρισμένες σφαίρες της κοινωνικής ζωής· είναι ενσωματωμένες στην ίδια τη ζωή. Γι’ αυτό οι ζαπατίστας μιλούν για την τέχνη της μίλπα2, για την τέχνη των συλλογικών εργασιών ή ακόμη και για την τέχνη της αντίστασης.

Σύμφωνα με την ανάλυσή μου, αυτό που κάνουν είναι να ανακτούν την αρχική σημασία της αἰσθήσεως*: τις μορφές ευαισθησίας μέσω των οποίων γνωρίζουμε και οικοδομούμε τον κόσμο. Από εδώ προκύπτει ότι η πρότασή τους μπορεί να νοηθεί ως ριζικά αποαποικιοποιητική: δεν αντιλαμβάνονται την τέχνη ως ένα αυτόνομο πεδίο ελεγχόμενο από μουσεία ή αγορές, αλλά ως ζωτική πρακτική που αποτελεί μέρος της αναπαραγωγής της κοινοτικής ζωής. Πρόκειται για έναν επαναπροσδιορισμό της τέχνης ως συλλογικής γνώσης, ως επιστημολογίας που αμφισβητεί την αισθητική αποικιοκρατία και προτείνει μια εξ-εγερμένη αἴσθησιν* από τα κάτω.

Photo Credit: Francisco De Parres Gómez

Για να κλείσουμε, ποιο μάθημα πιστεύεις ότι θα έπρεπε να αντλήσουν τα αστικά κινήματα ή τα δυτικά κινήματα όταν μιλούμε για τέχνη, αισθητική και πολιτική;

Αν σκεφτούμε ότι η τέχνη, η αισθητική και η πολιτική είναι αλληλένδετες, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι δεν ταυτίζονται. Η αισθητική δεν περιορίζεται στην απόλαυση ούτε στην πολιτισμική κατανάλωση, αλλά συνεπάγεται την ανάκτηση και άλλων πεδίων της γνώσης: του μεταφυσικού, του ιερού, του οντολογικού, των συγκεκριμένων συστημάτων σχέσεων που οργανώνουν τη ζωή, αλλά επίσης και των τρόπων επούλωσης αποικιακών τραυμάτων στα οποία εξακολουθούν να είναι εκτεθειμένα σώματα και ολόκληρες περιοχές. Υπό αυτή την οπτική, η αισθητική είναι μια μορφή ζωής ευρύτερη· δεν περιορίζεται στη στενή έννοια της καλλιτεχνικής παραγωγής, αλλά συνδέεται με την κατανόηση της ετερότητας και με την αναγνώριση ότι όλες και όλοι είμαστε φορείς ευαισθησίας και δημιουργικής δυνατότητας που μπορεί να εννοηθεί και ως ποίησις*.

Ο ζαπατισμός μας δείχνει ότι η τέχνη δεν περιορίζεται ούτε στην προπαγάνδα ούτε στο θέαμα, αλλά μετατρέπεται σε ζωτικό εργαλείο για την παραγωγή κοινότητας, μνήμης και μέλλοντος. Από τις ιστορίες του γερο-Αντόνιο μέχρι τις τοιχογραφίες, τη μουσική ή τους χορούς, το αισθητικό συγχωνεύεται με το πολιτικό ως πρακτική εφαρμογή της αξιοπρέπειας. Και αυτό θα έπρεπε να θέσει ερωτήματα στα αστικά και δυτικά κινήματα, τα οποία συχνά αντιλαμβάνονται την τέχνη ως κάτι διαχωρισμένο από τη ζωή, ως διακοσμητική πρακτική, ως απασχόληση του «ελεύθερου χρόνου» ή ως δραστηριότητα περιορισμένη στις γκαλερί και τα πολιτιστικά ιδρύματα. Η πρόκληση είναι να ανακτηθεί η τέχνη ως συλλογική πρακτική, ως αἴσθησις* που δεν μεταμορφώνει μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και αυτό που αισθανόμαστε και αυτό που είμαστε ικανοί να φανταστούμε.

Το γεγονός ότι η αποικιοκρατία προσπαθεί να επιβληθεί στους ιθαγενείς λαούς εδώ και πάνω από πέντε αιώνες και παρ’ όλα αυτά αυτοί εξακολουθούν να αντιστέκονται, μου μεταδίδει ένα μήνυμα πολιτικό, καλλιτεχνικό και ποιητικό: ότι, σε ευρύτερο επίπεδο, η ελπίδα δεν πεθαίνει. Αυτή η ελπίδα είναι παρούσα στον ζαπατισμό, όπως επίσης και στις μητέρες που αναζητούν τους εξαφανισμένους και ενσαρκώνουν την αξιοπρέπεια αυτής της χώρας, στα διάφορα κινήματα των γυναικών που αγωνίζονται, στους λαούς που υπερασπίζονται τα ποτάμια και τα βουνά τους, σε όσους και όσες αντιμετωπίζουν τη νεκροπολιτική με δημιουργικότητα και φροντίδα. Εδώ η ελπίδα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε ένα θρησκευτικό καταφύγιο· είναι μια καθημερινή πολιτική πρακτική: η υλική και συμβολική οικοδόμηση ενός διαφορετικού μέλλοντος.

Η αυτοκρατορία του θανάτου επιδιώκει να είναι απόλυτη, παγκόσμια και μόνιμη. Όμως ο ζαπατισμός μας μαθαίνει ότι ακόμη και μέσα στον πόλεμο μπορούμε να φανταστούμε και να πραγματοποιήσουμε νέους κόσμους. Αυτό που διακυβεύεται σήμερα στην Τσιάπας δεν είναι μόνο η μοίρα ενός λαού· είναι η δυνατότητα να φανταστούμε συλλογικά ότι υπάρχει ζωή πέρα από το κεφάλαιο και τους παγκόσμιους πολέμους, σε μια εποχή όπου φαίνεται να πραγματοποιείται η μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο, χωρίς μία και μοναδική ηγεμονία. Αυτό είναι το μάθημα όσων μετατρέπουν κάθε πράξη αντίστασης σε έργο αξιοπρέπειας, αυτών που κάνουν τη μνήμη δύναμη και αυτών που επιμένουν ότι, παρόλο που η εξουσία λέει το αντίθετο, ένας άλλος κόσμος ήδη χτίζεται μέσα στις ρωγμές του παρόντος.

[Ο Francisco De Parres Gómez είναι Μεξικανός ανθρωπολόγος και φωτογράφος, και συγγραφέας των βιβλίων Poéticas de la resistencia: arte zapatista, estética y decolonialidad και Arte y política en el zapatismo contemporáneo: Una relación indisoluble. Η συνέντευξη δόθηκε στον Jan Blažek και δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Avispa Mídia στις 21 Ιανουαρίου 2026. Οι φωτογραφίες είναι του Francisco De Parres Gómez. Στη μετάφραση παραλείφθηκαν οι δύο πρώτες ερωταπαντήσεις που αφορούν κυρίως την κεντρική πολιτική σκηνή του Μεξικού, επί προεδρίας Αντρές Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ και της νυν προέδρου Κλαούντια Σέινμπαουμ (και οι δύο του «προοδευτικού» κόμματος MORENA).]

Πηγή: avispa.org

* Ελληνικά στο πρωτότυπο: aísthēsĭs, poiésis. (Σ.τ.μ.)

  1. Ιθαγενής όρος για την αμερικανική ήπειρο, Βόρεια και Νότια.(Σ.τ.μ.) []
  2. Η milpa είναι το χωράφι, αλλά και η μέθοδος πολυκαλλιέργειας (συνήθως καλαμποκιού, φασολιών και κολοκυθιών) που εφάρμοζαν παραδοσιακά και εξακολουθούν να εφαρμόζουν ιθαγενείς κοινότητες στη Μεσοαμερική. Η κοινή καλλιέργεια αυτών των φυτών, εκτός από τη σημασία της για την τροφή των κοινοτήτων, βελτιώνει τη βιοποικιλότητα και επιδρά ευεργετικά στην υγεία του εδάφους. (Σ.τ.μ.) []

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Η απειλή για SLAPP είναι SLAPP