in

Πολύνεκρη τραγωδία της Χίου: Η ασυγχώρητη περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής

Ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Αναγκαία και επείγουσα χαρακτηρίζει τη διεξαγωγή μιας ανεξάρτητης, ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας για τις συνθήκες του πολύνεκρου περιστατικού στη Χίο, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) σε ανακοίνωσή της αναφέροντας ότι αυτή πρέπει να γίνει με σεβασμό στο πρόσωπο των επιζώντων και των συγγενών των αγνοούμενων διασφαλίζοντας την πλήρη, έγκαιρη και αποτελεσματική ενημέρωση τους.

Εξίσου αναγκαία είναι, σύμφωνα με την ίδια, και η άμεση στήριξη τους σε συνεργασία με φορείς της κοινωνίας των πολιτών που ειδικεύονται στην παροχή βοήθειας και περίθαλψης στους επιζώντες, καθώς και η διασφάλιση της ανεμπόδιστης πρόσβασης τους σε υπηρεσίες υποστήριξης και συνδρομής.

«Η παρεμπόδιση της παροχής βοήθειας προς τους επιζώντες και η στοχοποίηση όσων τους συνδράμουν συνιστούν ευθεία προσβολή των δικαιωμάτων τους, ποινικοποιούν την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και την υπεράσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων και υπονομεύουν τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου.

Εν κατακλείδι, το αυτονόητο: η αποτελεσματική, άμεση και διαφανής διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους δικαίου, η, δε, προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα αποτελεί απόλυτη νομική υποχρέωση, ανεξαρτήτως του καθεστώτος ή της ταυτότητας των επιβαινόντων» καταλήγει στην ανακοίνωσή της.

Δείτε ολόκληρη την ανακοίνωση:

H Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ) εκφράζει τη βαθιά της θλίψη για την πρόσφατη πολύνεκρη τραγωδία στη θαλάσσια περιοχή του Μερσινιδίου στη Χίο.

Την 4η Φεβρουαρίου 2026, 15 άνθρωποι έχασαν την ζωή τους, ενώ 24, εκ των οποίων 11 τουλάχιστον παιδιά και γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης, διακομίστηκαν στο Νοσοκομείο της Χίου με σοβαρά τραύματα, κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κατάγματα στον θώρακα, στην σπλήνα και άλλα ζωτικά όργανα, λόγω σύγκρουσης σκάφους του Λιμενικού Σώματος με πλεούμενο προσφύγων. Οι ιατροδικαστικές εξετάσεις κατέληξαν ότι τα θύματα υπέκυψαν σε βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κατά τη σύγκρουση των δύο πλωτών, και όχι από πνιγμό, ενώ οι τραυματισμοί, όπως περιγράφηκαν από τους υγειονομικούς που αντιμετώπισαν τα περαστικά, συνάδουν με πρόσκρουση μεγάλης ισχύος.

Μέχρι σήμερα, οι συνθήκες του περιστατικού παραμένουν αδιευκρίνιστες, ωστόσο, από τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα και τις ανακοινώσεις του Λιμενικού Σώματος προκύπτει ότι, αντί για επιχείρηση διάσωσης, οι λιμενικές αρχές προχώρησαν σε επιχείρηση αποτροπής με ταχύπλοο περιπολικό σκάφος.

Η ανάπτυξη επιχείρησης αποτροπής αντί για διάσωση, ιδιαίτερα για ένα υπερφορτωμένο και, πιθανώς μη αξιόπλοο σκάφος που βρισκόταν ήδη σε ελληνικά χωρικά ύδατα και κοντά στην ακτή, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των λιμενικών αρχών στη διάσωση και τη σημασία που αποδίδεται στην προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Την τραγική είδηση της πολύνεκρης τραγωδίας διαδέχθηκε μια ρητορική που στοχοποιεί τα θύματα, μεταθέτει την ευθύνη στους διακινητές και αδιαφορεί για την υποχρέωση και τον ρόλο των αρχών στη διάσωση και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα καταδικάσει την Ελλάδα για παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – ΕΣΔΑ) κατά τη διάρκεια διαδικασιών ελέγχου/επιτήρησης συνόρων από το ελληνικό Λιμενικό, συμπεραίνοντας ότι, κατά τον εντοπισμό πλεούμενων προσφύγων από τις λιμενικές αρχές, η προστασία της ζωής δεν ήταν ούτε στόχος ούτε προτεραιότητα της επιχείρησης που διεξήγαγαν (βλ. υπόθεσεις Safi & λοιποί, F.M. & λοιποί, Alkhatib & λοιποί, Almukhlas & Al-Maliki κατά Ελλάδας).

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε αντίστοιχα περιστατικά θανάτων προσφύγων, οι λιμενικές αρχές δεν είχαν προετοιμάσει τις επιχειρήσεις με γνώμονα τον κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα όλων των επιβαινόντων και δεν άσκησαν την απαιτούμενη επιμέλεια για να διασφαλίσουν την ελαχιστοποίηση του κινδύνου ζωής.

Δυόμιση χρόνια μετά το ναυάγιο της Πύλου, η συστηματική διεξαγωγή επιχειρήσεων αποτροπής -και όχι διάσωσης- από τις λιμενικές αρχές υποδηλώνει ότι η πολύνεκρη τραγωδία στη Χίο δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά αντίθετα αντικατοπτρίζει μια κρατούσα περιφρονητική στάση για την ανθρώπινη ζωή.

Η αξιολόγηση της ανθρώπινης ζωής με βάση την εθνικότητα, την καταγωγή, τη θρησκεία ή τη γλώσσα, καθώς και η παράλειψη διάσωσης, η έκθεση σε κίνδυνο ζωής ή η αποδοχή του κινδύνου για άτομα με βάση τα νομιμοποιητικά έγγραφα ή το δικαίωμα εισόδου στη χώρα, μας επιστρέφει σε σκοτεινές εποχές και δημιουργεί συνθήκες απειλητικές για την κοινωνία και τη δημοκρατία μας.

Τα ρατσιστικά, ενίοτε εξυβριστικά και απαξιωτικά σχόλια που ακολούθησαν μετά τη δημοσιοποίηση του περιστατικού -και ιδιαίτερα η περιφρόνηση για τις ζωές ανθρώπων που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους και να διανύσουν επικίνδυνες διαδρομές αναζητώντας ασφάλεια- εγείρουν, πέρα από τις νομικές προεκτάσεις τους, ένα βαθύ ηθικό και πολιτικό ζήτημα.

Είναι επιτακτικό οι ελληνικές αρχές να εναρμονίσουν τις πρακτικές επιτήρησης/ελέγχου συνόρων, καθώς και τη συνακόλουθη ρητορική τους, με τις αρχές των θεμελιωδών δικαιωμάτων και να θέσουν ως προτεραιότητα την προστασία της ανθρώπινης ζωής σε όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του καθεστώτος ή της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων.

Είναι προφανές ότι καθίσταται απολύτως αναγκαία και επείγουσα η διεξαγωγή μιας ανεξάρτητης, ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας για τις συνθήκες του πολύνεκρου περιστατικού στη Χίο, με σεβασμό στο πρόσωπο των επιζώντων και των συγγενών των αγνοούμενων διασφαλίζοντας την πλήρη, έγκαιρη και αποτελεσματική ενημέρωση τους.

Εξίσου αναγκαία είναι και η άμεση στήριξη τους σε συνεργασία με φορείς της κοινωνίας των πολιτών που ειδικεύονται στην παροχή βοήθειας και περίθαλψης στους επιζώντες, καθώς και η διασφάλιση της ανεμπόδιστης πρόσβασης τους σε υπηρεσίες υποστήριξης και συνδρομής.

Η παρεμπόδιση της παροχής βοήθειας προς τους επιζώντες και η στοχοποίηση όσων τους συνδράμουν συνιστούν ευθεία προσβολή των δικαιωμάτων τους, ποινικοποιούν την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας και την υπεράσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων και υπονομεύουν τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου.

Εν κατακλείδι, το αυτονόητο: η αποτελεσματική, άμεση και διαφανής διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους δικαίου, η, δε, προστασία της ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα αποτελεί απόλυτη νομική υποχρέωση, ανεξαρτήτως του καθεστώτος ή της ταυτότητας των επιβαινόντων.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το «προσφυγικό ζήτημα»: σύγκρουση και αλληλεγγύη. Του Χρήστου Λάσκου