Ν. Ξυπολυτάς, Μ. Πουλημάς, Ν. Σερντεδάκις, Μ. Ψημίτης, Το «προσφυγικό ζήτημα» ως διακύβευμα κοινωνικών συγκρούσεων στην Ελλάδα, νήσος 2025, σελ. 356
[…] η κοινωνική και αξιακή βάση της αλληλεγγύης στους πρόσφυγες ήταν σαθρή
Ευθύμιος Παπαταξιάρχης
Στη διατύπωση που προηγείται, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες κοινωνικούς ανθρωπολόγους διατυπώνει έναν «αυστηρό» ισχυρισμό. Κατά την άποψή του, η, εντυπωσιακή αρχικά, εκδήλωση αλληλεγγύης προς τους πολυάριθμους πρόσφυγες, που έφταναν, ιδίως από την Συρία, το 2015 στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, είχε σαθρά θεμέλια. Στην πραγματικότητα, λειτούργησε για διάστημα κάποιων μηνών και από τα μέσα του 2016 ενέπλεκε όλο και λιγότερους αλληλέγγυους, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους ξενοφοβικές στάσεις και πρακτικές, οι οποίες έμελλε να ενισχυθούν με την πάροδο του χρόνου, βρίσκοντας την κορύφωσή τους το 2018.
Σύμφωνα με τον Μιχάλη Ψημίτη, ένα μεγάλο μέρος της αρχικής αλληλεγγύης είχε «διεκπεραιωτικό» χαρακτήρα.
Με απλά λόγια, για όσο χρόνο φαίνονταν πως οι «ροές» ήταν προσωρινές και τράνζιτ, αφορούσαν, δηλαδή, ανθρώπους σε μετάβαση, που δεν είχαν καμιά διάθεση να παραμείνουν στην Ελλάδα, η βοήθεια που τους προσφέρονταν ήταν «γνήσια» και πληθωρική, κάποιες φορές. Το πράγμα, όμως, άλλαξε σταδιακά μετά το κλείσιμο των βορείων συνόρων, που, αντικειμενικά, εγκλώβιζε ένα σημαντικό μέρος των προσφύγων στις περιοχές άφιξης. Από την ανοιχτή υποδοχή της Μέρκελ το 2015 μέχρι την συμφωνία ΕΕ -Τουρκίας, σε λίγους μήνες, η κατάσταση μεταβλήθηκε και μαζί άλλαζε, σιγά σιγά στην αρχή, όλο και περισσότερο εν συνεχεία, η υποδοχή και η αλληλεγγύη της εδώ πλευράς.
Ξεκίνησα με αυτήν την παρατήρηση, για να επισημάνω πόσο τα «αυτονόητα», που συνήθως είναι αποτέλεσμα άστοχων γενικεύσεων, διαμορφώνουν προσλήψεις καταστάσεων, οι οποίες είναι το λιγότερο επισφαλείς. Είναι εύλογο να θεωρήσει κανείς ότι ανάμεσα στις γιαγιάδες της Συκαμιάς και στον αγριανθρωπισμό που εκδηλώθηκε στη Λέσβο το 2018 παρεμβάλλεται μια πολύ βαθιά άβυσσος. Προφανώς, οι δύο στάσεις, αν ιδωθούν αποκομμένα, είναι οι πιο αντίθετες, που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Αν, ωστόσο, όπως είναι επιστημονικά ορθότερο, είμαστε πιο προσεκτικοί, οι διαχωριστικές μεταξύ τους γίνονται περισσότερο πορώδεις. “[Μ]ε άλλη διατύπωση, η αλληλεγγύη υπό προϋποθέσεις, που αρχικά εκδηλώθηκε στις τοπικές κοινωνίες, ήταν αρκετά εύλογο στη συνέχεια να διολισθήσει σε παθητικότητα, ξενοφοβία και ρατσισμό” (σελ. 32).
Αν, μάλιστα, όπως κάνουν οι συγγραφείς, προσεγγίσουμε το «προσφυγικό ζήτημα», όπως αντιμετωπίστηκε στην Ελλάδα μεταξύ 2015 και 2020, ως διακύβευμα κοινωνικών συγκρούσεων, τότε έχουμε να μάθουμε «άλλα» πράγματα από αυτά που μια «πρώτη ματιά» ή μια δημοσιογραφική εν θερμώ προσέγγιση θα επέτρεπε.
Η έρευνα παρακολουθεί τον συγκρουσιακό κύκλο, που εκτυλίχτηκε μέσα στην πενταετία. Διακρίνει τα υποκείμενα που συνδέθηκαν, υποστηρίχθηκαν ή συγκρούστηκαν σε αυτό το πλαίσιο. Διευκρινίζει έννοιες, ταξινομεί στάσεις και πρακτικές, αποδομεί αυτονόητες προσλήψεις και αποκαλύπτει κρυμμένες διαστάσεις των όσων συνέβησαν.
Τα υποκείμενα, που κινητοποιήθηκαν, με τον ένα ή άλλον τρόπο, οι αλληλέγγυοι, οι ίδιοι οι πρόσφυγες, αλλά και οι ξενοφοβικοί ή οι ρατσιστές, έχουν παραλλαγές στο εσωτερικό τους, που αν δεν ληφθούν υπόψη δεν είναι δυνατή η αποτύπωση της κατάστασης.
Η ποσοτική πλευρά της έρευνας αναλύει τις συλλογικές δράσεις -διαμαρτυρία, αλληλεγγύη, σύγκρουση- ως προς τον χρόνο, το χώρο στον οποίο πραγματοποιούνται, τις κοινωνικές ομάδες που συμμετέχουν ή τους φορείς που τις οργανώνουν. Τη διάρκεια, τα ρεπερτόρια, τα αιτήματα, τους θεσμούς απεύθυνσης. Τους συμμέτοχους, ανάλογα με την κατηγορία -φοιτητές, μαθητές, γυναίκες, πρόσφυγες ή κατοίκους της περιοχής. Ή τους φορείς -πολιτικά κόμματα, πολιτικές οργανώσεις, ΜΚΟ, φοιτητικοί σύλλογοι, οργανώσεις νεολαίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, το βιβλίο κατατάσσει και αναλύει τα συμβάντα παρακολουθώντας την χρονική κύμανση, μαζί και την χρονική διάρκεια των συλλογικών δράσεων -κατ’ έτος, ανά νησί, σε αστικούς ή κοινοτικούς χώρους. Διακρίνει τις πρακτικές σε συγκεντρώσεις -σε ανοιχτούς ή κλειστούς χώρους- παραστάσεις διαμαρτυρίας, διαδηλώσεις, ειρηνικές και συγκρουσιακές, απεργίες, κλείσιμο καταστημάτων, μποϊκοτάζ.
Διερευνά τον χαρακτήρα των πρακτικών ως προς την χρήση βίας -συμβολικής ή υλικής. Το τρόπο που διαμορφώνονται συνάφειες και δίκτυα.
Η ποσοτική πλευρά της έρευνας είναι πραγματικά εξαντλητική. Με 72 πίνακες και 49 διαγράμματα παρουσιάζεται μια λεπτομερειακή εικόνα, όπου διακρίνονται διαστάσεις και αποχρώσεις, οι οποίες μένουν συνήθως στο σκοτάδι, ενώ, κάποιες φορές, είναι απαραίτητες προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική κατανόηση. Πράγμα που ενισχύεται ακόμη περισσότερο με τη συμβολή της ποιοτικής έρευνας μέσα από συνεντεύξεις προσώπων, που συμμετείχαν στις δραστηριότητες, οι οποίες εξελίχτηκαν στην πενταετία. Τόσο αλληλέγγυων και προσφύγων όσο και ξενοφοβικών ή ρατσιστών.
Οι συγγραφείς, όπως προείπα, ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την διευκρίνιση ζητημάτων, που συχνά αγνοούνται. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρθηκε στην αρχή σχετικά με το συνεχές, μάλλον, και όχι αντινομικό, των στάσεων και συμπεριφορών, που εκδηλώθηκαν από το 2015 έως το 2020. Η ανάδειξη αυτού του ζητήματος έχει, εκτός των άλλων, έντονο πολιτικό ενδιαφέρον, ιδίως για το αντιρατσιστικό κίνημα. Η διαύγαση είναι καθοριστική σε ό,τι αφορά τους τρόπους της αλληλέγγυας δράσης και των βάσιμων προσδοκιών, χωρίς τις οποίες είναι δύσκολος ο πρακτικός προσανατολισμός.
Πολύ σημαντικό -και καθόλου προφανές, ακόμα και για ιδιαίτερα ταγμένους αλληλέγγυους- είναι από την άλλη να σημειωθεί πως οι πρόσφυγες δεν είναι μόνο αποδέκτες αλληλεγγύης, αλλά, με πολλούς τρόπους, είναι και οι ίδιοι φορείς αλληλεγγύης. Αυτή η ενεργητική διάσταση της προσφυγικής συλλογικής συνθήκης είναι αναγκαίο να συνυπολογίζεται πάντοτε. Βοηθάει, ιδίως, στην εγρήγορση απέναντι στον κίνδυνο να μετατραπεί η αλληλεγγύη σε φιλανθρωπία. Κίνδυνος μεγάλος και καταδικαστικός ακόμη και για τις καλύτερες προθέσεις.
Σχετική είναι και η επισήμανση πως, ενώ είναι χρήσιμη η διάκριση στο εσωτερικό της αλληλεγγύης, μεταξύ α) «πολιτικής ή ριζοσπαστικής», β) «ανθρωπιστικής ή φιλανθρωπικής», γ) «κοσμοπολιτικής ή επαγγελματοποιημένης», από δυναμική άποψη, ωστόσο, οι διαδράσεις μεταξύ τους, αλλά και οι σχέσεις επιρροής με το ευρύτερο περιβάλλον οδηγούν συχνά σε σημαντικούς μετασχηματισμούς.
Παράδοξα, ίσως, για πολλούς, οι συγγραφείς επιμένουν πως “την αλληλεγγύη αφορούν όχι μόνο οι δράσεις αλληλεγγύης για τους πρόσφυγες, αλλά ακόμη και οι συλλογικές δράσεις που έχουν ξενοφοβικό ή και ρατσιστικό χαρακτήρα. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξη αυτή η διαπίστωση, είναι απολύτως λογική, αν σκεφτούμε τα ηθικά και συναισθηματικά κίνητρα πολλών ανθρώπων που συμμετέχουν σε τέτοιες δράσεις” (σελ. 19). Τα σχετικά ευρήματα είναι πολύ χρήσιμα ιδίως από πολιτική άποψη, για την αντιμετώπιση των «αντικινημάτων» απέναντι στην φιλο-προσφυγική, και ακόμη περισσότερο στην προσφυγική, κινητοποίηση. Αντικινήματα, που δεν είναι εν γένει «ανορθολογικά» και των οποίων ο ρατσισμός είναι καθόλα συνεκτικός.
Στις κορυφώσεις δε της αντιπροσφυγικής δράσης, η έμμεση αλλά καθοριστική εμπλοκή της σιωπηλής πλειοψηφίας της τοπικής κοινωνίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα προηγούμενα ευρήματα. Για τους συγγραφείς, “[ο] κύριος παράγοντας είναι ένας «δομικός ρατσισμός» που πάντα υπολάνθανε στις τοπικές κοινωνίες και διάβρωνε εξ υπαρχής τις όποιες μορφές ανθρωπιστικής αλληλεγγύης απαιτούσαν οι επιμέρους συγκυρίες” (σελ. 232).
Και ως προς το τελευταίο, όμως, έχει σημασία να υπογραμμιστεί πως συγκεκριμένες κοινωνικές/ταξικές κατηγορίες «ρέπουν» περισσότερο από άλλες σε ρατσιστικές στάσεις και πρακτικές. Ο λαός της ιδιοκτησίας είναι εύλογο να βρίσκεται στην πρωτοπορία των αντιδραστικών κινήσεων. Έτσι, οι δράσεις των ρατσιστών/ξενόφοβων “εμφανίζουν μια «εκλεκτική συγγένεια» με δυνάμεις της αγοράς. Ειδικότερα από 2017 και μετά φαίνεται πως οι δραστηριότητες των εμπορικών συλλόγων και των τοπικών επιμελητηρίων (κυρίως κλείσιμο καταστημάτων) είναι κομβικές προκειμένου να πετύχουν κινητοποιήσεις που οργανώνονται από τοπικούς θεσμικούς παράγοντες και φορείς με αιτήματα και συνθήματα τουλάχιστον ξενοφοβικά, όπως, π.χ., «αποσυμφόρηση των νησιών», «θέλουμε τις ζωές μας πίσω» κοκ.” (σελ. 194).
Κατά τη γνώμη μου, μεγάλη σημασία έχουν οι επισημάνσεις αναφορικά με τους ίδιους τους πρόσφυγες ως ενεργητικό υποκείμενο. Ιδίως τον τρόπο που αντιλαμβάνονται όσα τους συμβαίνουν και τον τρόπο που νοηματοδοτούν την συνθήκη τους. Εδώ, όπως και σε ό,τι αφορά τα άλλα υποκείμενα που κινητοποιούνται -αλληλέγγυοι ή ξενοφοβικοί- η θεωρητική θεμελίωση είναι πολύ διαφωτιστική. Η επιλογή έτσι να αξιοποιηθεί η έννοια της «ηθικής οικονομίας», την οποία εισήγαγε ο E. P. Thompson, προκειμένου να περιγράψει την ανάδυση της εργατικής τάξης στην πρώιμη νεωτερική Βρετανία είναι ιδιαίτερα παραγωγική. “Για παράδειγμα, στην προβληματική του Thompson η ηθική πλαισίωση των δράσεων αποτελεί βασικό παράγοντα των εξεγέρσεων τροφής (food riots) στην Αγγλία του 18oυ αιώνα. Οι επισιτιστικές κρίσεις άλλωστε δεν αποτέλεσαν μια πρωτοεμφανιζόμενη για την περίοδο συνθήκη, καθώς συνέβαιναν και στο παρελθόν. Ωστόσο, η νοηματοδότησή τους υπό το πρίσμα των ηθικών συναισθημάτων ήταν αυτή που μετέτρεψε την δυσφορία σε απαίτηση” (σελ. 160). Η πρώτη πολυπληθής εργατική τάξη στην ιστορία βάσισε την μετέπειτα ριζοσπαστική (ή όχι) πολιτική της παρέμβαση στην ηθική πλαισίωση. Οι πρόσφυγες θα πρέπει να ιδωθούν, ίσως, μέσα από ένα παρόμοιο πρίσμα: η νοηματοδότηση των ηθικών συναισθημάτων τους είναι προϋπόθεση της κατανόησης των πραγμάτων.
Σταματώ εδώ. Επέλεξα να επιμείνω σε μερικά ενδιαφέροντα σημεία της έρευνας και της παρουσίασή της. Το βιβλίο έχει πολλά περισσότερα να προσφέρει στην σχετική προσέγγιση κι έτσι στην υποβοήθηση του έργου των αντιρατσιστικού και του προσφυγικού κινήματος, που είναι και θα είναι διαρκής κοινωνική ανάγκη.
Η δολοφονική στάση του ελληνικού κράτους -το πρόσφατο έγκλημα στη Χίο ήρθε για πολλοστή φορά να την υπενθυμίσει- κάνει όλο και πιο χρήσιμες τις επιστημονικές εργασίες που αναλύουν τις καταστάσεις που βιώνουμε.

