in

Η βία οφείλει να αποτελεί την έσχατη επιλογή. Του Γεράσιμου Κακολύρη

Ο Νόρμαν Φίνκελστιν/ Πηγή: Boston Review

Norman G. Finkelstein, Τι λέει ο Γκάντι για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος (μτφρ.: Φώτης Τερζάκης), εκδόσεις Σάλτο (σειρά: Κάλλιστος) 2025.

Ο Νόρμαν Φίνκελστιν (Norman Finkelstein), γεννημένος το 1953 από Εβραίους επιζώντες της ναζιστικής γενοκτονίας, είναι Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, γνωστός για το έργο του σχετικά με το Παλαιστινιακό ζήτημα, την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση, το διεθνές δίκαιο και την πολιτική χρήση της μνήμης του Ολοκαυτώματος. Το βιβλίο του Τι λέει ο Γκάντι για τη μη βία, την αντίσταση και το θάρρος εκδόθηκε το 2012 και είναι αφιερωμένο στο κίνημα «Occupy».

Όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο, ο Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948) δεν άφησε συστηματικό θεωρητικό έργο. Εξάλλου, οι αποφάσεις του συχνά δεν προέκυπταν από ορθολογική ανάλυση. Ο ίδιος δήλωνε ότι δεν καθοδηγείται από τη λογική, αλλά από μια «εσωτερική παρόρμηση», μια «εσωτερική φωνή», «δώρο Θεού». Πριν ξεκινήσει πορείες, απεργίες πείνας ή εκστρατείες ανυπακοής, δεν υπολόγιζε την ισορροπία δυνάμεων, αλλά άκουγε αυτή την εσωτερική φωνή (σσ. 21-22). Υποστήριζε ότι η ρίζα της σατυαγκράχα[1] –δηλαδή της μη βίαιης αντίστασης που αποτελεί τον πυρήνα της φιλοσοφίας τής μη βίας και της πολιτικο-ηθικής μεθόδου αγώνα που ανέπτυξε– είναι η προσευχή, και ότι η πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο είναι αδύνατη χωρίς αγάπη για τον Θεό. Ο Φίνκελστιν εκτιμά ότι, στην περίπτωση του Γκάντι, η μη βία δεν συνιστά μια αμιγώς πολιτική ή ηθική πρακτική, αλλά εδράζεται σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική οντολογία, γεγονός που περιορίζει το ποιοι μπορούν ουσιαστικά να ενταχθούν σε ένα τέτοιο κίνημα (π.χ. άτομα χωρίς θρησκευτική πίστη). Επιπλέον, όταν ο Γκάντι επικαλείται μια «εσωτερική φωνή», η διαφωνία μαζί του γίνεται σχεδόν αδύνατη χωρίς να εκληφθεί ως αντίθεση προς τον ίδιο τον Θεό, εφόσον θεωρεί τον εαυτό του «όργανο» εκείνου. Καθίσταται σαφές, συνεπώς, ότι το κίνημά του, παρά τη ρητορική περί δημοκρατίας και ανεξάρτητης σκέψης, συγκροτείται στην πράξη γύρω από έναν ισχυρό αυταρχικό πυρήνα με επίκεντρο τον εμπνευστή και ηγέτη του.

Τα παραπάνω φαίνεται να υπονομεύουν τη δυνατότητα να δει κανείς τι μπορεί να είναι γενικεύσιμο, χρήσιμο από το δόγμα του Γκάντι. Ωστόσο, στο τέλος του κεφαλαίου, ο Φίνκελστιν υποστηρίζει ότι η διδασκαλία του Γκάντι μπορεί να αποδοθεί σε ορθολογική μορφή και ότι μπορεί να ωφελήσει ακόμα και έναν κοσμικό/άθεο. Αυτός ο πυρήνας σκέψης είναι σημαντικός για τη σύγχρονη πολιτική δράση. Ο ίδιος δηλώνει ρητά ότι ξεκίνησε να διαβάζει Γκάντι για να σκεφτεί μια μη βίαιη στρατηγική για το Παλαιστινιακό. Ωστόσο, όπως τονίζει στη συνέχεια, οι ιδέες του Γκάντι έχουν αποκτήσει σήμερα ευρύτερη, παγκόσμια επικαιρότητα, ιδίως μετά την Αραβική Άνοιξη και την εμφάνιση κινημάτων μη βίαιης αντίστασης σε διάφορα μέρη του κόσμου. Έτσι, στις μέρες μας, οι ιδέες του Γκάντι έχουν νέα πρακτική σημασία. Μας βοηθούν να φανταστούμε την πολιτική δράση των πολλών ενάντια στην οικονομική και πολιτική ολιγαρχία.

Ο Φίνκελστιν παρουσιάζει τον Γκάντι ως οργανωτή του 99% ενάντια στο 1%, όχι μόνο των Βρετανών αλλά και μιας πιθανής μελλοντικής ινδικής ελίτ. Ο Γκάντι δεν επιζητούσε απλώς την αποχώρηση των Βρετανών, αλλά ένα πολιτικό σύστημα που να δίνει πραγματική εξουσία στις μάζες, μια δίκαιη οικονομία, την απελευθέρωση από τις παντός είδους ελίτ. Και ήξερε ότι, αν η αλλαγή δεν γίνει μη βίαια, ο νέος κόσμος θα μοιάζει με τον παλιό. Η μη βία είναι η μόνη μέθοδος που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο χωρίς να τον ξαναφτιάξει πάνω στα ίδια θεμέλια βίας.

Το ηθικό και πολιτικό επιχείρημα υπέρ της μη βίας

Ο Γκάντι δεν ορίζει τη σατυαγκράχα ως απλό «μη χτυπάς». Ο σατυαγκράχι πρέπει να μην είναι βίαιος ούτε στη σκέψη ούτε στον λόγο ούτε στην πράξη. Να είναι σχεδόν ανίκανος να θυμώσει ή να υποθάλψει το μίσος. Η ουσία όμως δεν είναι η απαγόρευση αλλά η «ανόθευτη αγάπη», το αίσθημα αλληλεγγύης, η πίστη στην έμφυτη καλοσύνη του ανθρώπου. Όπως διατυπώνει ο Φίνκελστιν τη θέση τού Γκάντι, «αν έστω κι ένα πρόσωπο είναι απεριόριστα στοργικό και καλό, τότε είμαστε όλοι» (σ. 27). Και αυτό  διότι, κατά τα λόγια του ίδιου του Γκάντι, «[ό]λη η ανθρωπότητα μοιράζεται την ίδια ουσία». Ο Γκάντι υποστήριζε ότι η εικόνα της ιστορίας ως αδιάκοπης βίας είναι παραπλανητική. Οι ιστορικοί γράφουν κυρίως για πολέμους και σφαγές, δηλαδή για τις εξαιρέσεις, όχι για τον κανόνα. Στην πραγματική καθημερινότητα κυριαρχεί η συνεργασία, η συμβίωση, η συνύπαρξη, αλλιώς η ανθρωπότητα δεν θα είχε επιβιώσει. Άρα, η μη βία είναι πιο κοντά στην πραγματική βάση της ανθρώπινης ζωής απ’ ό,τι η βία. Όπως δηλώνει ο Φίνκελστιν σε μια του συνέντευξη, αυτό αποτελεί «ένα χρήσιμο συμπέρασμα» εκ μέρους του Γκάντι.[2]

Ο σατυαγκράχι προσφέρει το δικό του σώμα στην επίθεση, δέχεται τον πόνο και τον θάνατο χωρίς μίσος, με σκοπό να εκμαιεύσει αγάπη, οίκτο, ντροπή στον δράστη ή στο κοινό. Η θυσία δεν έχει αξία ως αυτοβασανισμός. Έχει αξία ως μέσο για να ραγίσει ή να «λιώσει» η καρδιά του άλλου ή του κόσμου που παρακολουθεί.

Ο Φίνκελστιν υποστηρίζει ότι η μη βία του Γκάντι συνιστά ενεργητική μορφή αντίστασης και δεν ταυτίζεται ούτε με παθητικότητα ούτε με τη λεγόμενη «δειλία» που συχνά της προσάπτεται. Ο Γκάντι περιφρονούσε τη δειλία και ιδιαίτερα εκείνη που με προπέτασμα τη μη βία συνιστά απαξίωση της δύναμης και του θάρρους (σ. 37). Η σατυαγκράχα δεν σημαίνει «δεν κάνω τίποτα». Δεν είναι το να «μένουμε ειρηνικά στα σπίτια μας», αλλά το να στεκόμαστε μπροστά στον αντίπαλο, άοπλοι, και να αντέχουμε. Το να βαδίζει κανείς άοπλος μέσα στη βία «απαιτεί πολύ μεγαλύτερο θάρρος απ’ ό,τι η βία», θέση που, για τον Φίνκελστιν, «φαίνεται εύστοχη»[3].

Ο Γκάντι καταδικάζει τη βία τόσο για ηθικούς όσο και για πολιτικούς λόγους. Για λόγους ηθικής, εφόσον η  βία υποβιβάζει τον άνθρωπο στο επίπεδο του «κτήνους». Όπως ισχυρίζεται: «Αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο απ’ όλα τα άλλα ζώα είναι η ικανότητά του να μην είναι βίαιος» (σ. 30). Η μη βία ορίζεται, συνεπώς, ως το κατεξοχήν γνώρισμα του ανθρώπου, ενώ η βία επιφέρει την «πτώση» του στο ζωώδες επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, τα ζώα λειτουργούν ως ρητορικό αντίθετο του ανθρώπου, φορείς ενστίκτου και ωμότητας, παρότι η ανθρώπινη βία είναι συχνά ασύγκριτα πιο οργανωμένη και καταστροφική από τη ζωική. Αυτός ο ειδιστικός τρόπος σκέψης είναι βαθιά ριζωμένος τόσο στη δυτική ηθική παράδοση (από τον Αριστοτέλη έως τον Καντ και τον Λεβινάς) όσο και σε θρησκευτικές κοσμοαντιλήψεις, όπου ο άνθρωπος νοείται ως ον προικισμένο με αυτοκυριαρχία, λόγο και ηθική συνείδηση, σε αντίθεση με τη «φυσική» ροπή προς τη βία των ζώων.

Σε επίπεδο πολιτικής ή στρατηγικής, ο λόγος της καταδίκης της βίας είναι το αδιαχώριστο μέσων και σκοπών, όπως ο σπόρος και το δέντρο. Ο δρόμος της βίας θα οδηγήσει τελικά στην επικράτηση των ισχυρών και στον παραμερισμό των αδυνάτων. Η βία μπορεί να ανατρέψει μιαν άδικη εξουσία, αλλά στη θέση της θα έρθει άλλη. Από την άλλη πλευρά, η υποχώρηση μόνο λόγω φόβου ή καταναγκασμού γεννά μίσος και αναζήτηση ευκαιρίας για εκδίκηση. Άρα, η βίαιη νίκη είναι σπόρος για τον επόμενο κύκλο βίας.

Η παραπάνω θέση του Γκάντι φαίνεται αρκετά εύστοχη. Πολλές επαναστάσεις κατέληξαν στη δημιουργία νέων ελίτ. Υπάρχουν, εντούτοις, παραδείγματα όπου η ένοπλη πάλη όντως οδήγησε σε πραγματικές κοινωνικές αλλαγές (π.χ. αντι-αποικιακά κινήματα, κάποιες λαϊκές επαναστάσεις). Ακόμη κι αν συχνά ακολούθησαν εκφυλισμοί, η ιστορία είναι πιο σύνθετη από την απλουστευτική γενίκευση ότι «πάντα η βία ξαναφέρνει τους χειρότερους στην κορυφή». Ο Φίνκελστιν αντιμετωπίζει τον ισχυρισμό του Γκάντι ως σχεδόν καθολικά ισχύοντα, παρότι πρόκειται για θέση που παραμένει τουλάχιστον αμφιλεγόμενη.

Ανάμεσα στα αρνητικά επακόλουθα της βίας ο Γκάντι περιλαμβάνει τον αποκλεισμό όσων δεν μπορούν ή δεν θέλουν να τη χρησιμοποιήσουν (όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι), ο οποίος περιλαμβάνει τον περιορισμό του αγώνα σε μια μικρή, «στρατιωτική» πρωτοπορία. Αντιθέτως, όπως υπογράμμισε ο Γκάντι, η μη βία μετέτρεψε στην Ινδία ολόκληρη την κοινωνία σε υποκείμενο αγώνα, καθώς επέτρεψε στις γυναίκες να παίξουν κεντρικό ρόλο και έδωσε χώρο στα παιδιά να συμμετάσχουν (σ. 31).

Ακόμη και στην περίπτωση του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ο Γκάντι ισχυριζόταν ότι «η χρήση ένοπλης βίας έπρεπε να αποφευχθεί» (σ. 31). Υποστήριξε ότι, αν οι Σύμμαχοι νικήσουν με βία τον Άξονα, θα γίνουν «ισχυρότεροι απ’ όσο είναι εκείνοι [του Άξονα], συνεπώς χειρότεροι και πιο αδίστακτοι», θα δημιουργήσουν έναν «ανώτερο ναζισμό», ο πόλεμος αυτός θα προετοιμάσει έναν επόμενο, ακόμη πιο απάνθρωπο. Μετά τον πόλεμο, επέμενε ότι τα Ηνωμένα Έθνη ξεπέρασαν τον Χίτλερ, ότι ο χιτλερισμός καταστράφηκε από «υπερ-χιτλερισμό», ότι η νίκη των Συμμάχων είναι «κενή νίκη» με αλόγιστη καταστροφή ανθρώπινων ζωών (σ. 32). Ο Φίνκελστιν στο σημείο αυτό παρεμβαίνει κριτικά. Ιστορικά, όσο κι αν οι Σύμμαχοι διέπραξαν εγκλήματα, δεν έφτασαν τη ναζιστική κτηνωδία. Ο Γκάντι αγνοεί ότι, στην πραγματικότητα, η βίαιη αντίσταση νίκησε τους ναζί πριν από την ολοκληρωτική εξόντωση των θυμάτων τους.

Για τον Γκάντι, η μη βία δεν μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερο αποτέλεσμα από τη βία. Είτε ο αντίπαλος υποχωρεί, και επέρχεται μια νίκη χωρίς αιματοχυσία, είτε σκοτώνει τον μη βίαιο αγωνιστή, γεγονός που, κατά τον Γκάντι, δεν είναι χειρότερο από τον θάνατο σε έναν πόλεμο. Ο Φίνκελστιν τον επικρίνει, ωστόσο, επειδή αγνοεί μια τρίτη δυνατότητα: τη βίαιη αντίσταση που κατορθώνει να νικήσει έναν γενοκτόνο εχθρό πριν από την ολοκληρωτική εξόντωση των θυμάτων του, όπως συνέβη στην περίπτωση του ναζισμού. Το σημείο αυτό συνιστά σοβαρό πλήγμα στον ισχυρισμό του Γκάντι ότι η μη βία δεν μπορεί ποτέ να έχει χειρότερο αποτέλεσμα από τη βία. Κι όμως, παρότι ο Φίνκελστιν το επισημαίνει, δεν το αξιοποιεί για να επανεξετάσει σε βάθος το δόγμα, ούτε διερευνά τι συνεπάγεται αυτό για την «απόλυτη» αξίωση της μη βίας. Εντούτοις, όπως σημειώνει ο ίδιος, δύσκολα μπορεί να αντικρουστεί το ηθικό επιχείρημα του Γκάντι ότι, αν υιοθετήσει κανείς τα μέσα του ναζισμού, ο σκοπός του παύει να είναι πραγματικά «δίκαιος», όσο κι αν επινοούνται «σχολαστικές και ηθικά ομιχλώδεις διακρίσεις μεταξύ Άουσβιτς και Χιροσίμα» (σ. 33).

Η σκοτεινή πλευρά της ανδρείας

Παρότι όμως ήταν ριζικά κατά της βίας, ο Γκάντι δεν θεωρούσε «βία» την απεγνωσμένη άνιση αντίσταση ενός θύματος βιασμού, τον απελπισμένο αγώνα ενός ανυπεράσπιστου εναντίον μιας συμμορίας ή την ένοπλη αντίσταση Πολωνών απέναντι στη ναζιστική εισβολή. Έτσι, αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτοάμυνας ακόμη κι αν ο ίδιος το απορρίπτει. Ο Γκάντι πίστευε στη μη βία ως προσωπικό ηθικό ιδανικό. Αναγνώριζε όμως ότι το ιδανικό αυτό δεν δεσμεύει ηθικά τους άλλους, εκτός αν εκείνοι πειστούν και το υιοθετήσουν. Μέχρι να συμβεί αυτό, αποδεχόταν ότι οι «επικρατούντες ηθικο-νομικοί κανόνες» (δηλαδή αυτοί που ισχύουν στην κοινωνία και στο δίκαιο) είναι εκείνοι που ρυθμίζουν τις πράξεις των ανθρώπων (σ. 34). Άρα, ο Γκάντι δεν είναι απόλυτος ειρηνιστής. Αποδέχεται ένα διαχωρισμό ανάμεσα στο δικό του ιδανικό και στο γεγονός ότι οι άλλοι δρουν μέσα σε έναν ηθικό κόσμο, όπου η αυτοάμυνα και η βίαιη αντίσταση σε ακραία καταπίεση θεωρούνται δικαιολογημένες.

Επίσης, ο Γκάντι δεχόταν τη βία όταν οι εναλλακτικές είναι η ντροπιαστική παράδοση ή η φυγή από φόβο, θεωρώντας ότι η άτιμη υποχώρηση είναι χειρότερη από τη βίαιη αντίσταση. Αν δεν μπορεί κάποιος να είναι μη βίαιος με θάρρος, τότε η βίαιη αντίσταση είναι ηθικά ανώτερη. Η φυγή είναι η χειρότερη επιλογή.

Ο Γκάντι διέκρινε στους Ινδούς τα ελαττώματα της «μικροψυχίας» και της «θηλυπρέπειας», δηλαδή τους καταλόγιζε φόβο, παθητικότητα, έλλειψη ανδρείας. Γι’ αυτό έβλεπε τη σατυαγκράχα στη Νότια Αφρική ως «αγώνα για να εμφυσήσουμε ανδρισμό στους δειλούς» (σ. 36). Η μη βία απαιτεί περισσότερο θάρρος από τη βία, γι’ αυτό είναι ανώτερη. Όπου ο Γκάντι χρησιμοποιεί βίαιη ρητορική, δεν τη στρέφει προς τους βίαιους, αλλά προς τους δειλούς. Ενδεικτικά, χαρακτηρίζει τη δειλία ως «ανικανότητα χειρότερη από τη βία», υποστηρίζει ότι «ο δειλός είναι λιγότερο από άντρας» και ότι «δεν του αξίζει να είναι μέλος της κοινωνίας ανδρών και γυναικών», ενώ φτάνει στο σημείο να δηλώσει πως «εκείνοι που προτιμούν την ασφάλεια από την ελευθερία δεν έχουν δικαίωμα να ζουν». Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, επισημαίνει ότι «όπου υπάρχει μόνο μία επιλογή ανάμεσα στη δειλία και τη βία, θα συμβούλευα τη βία» (σσ. 36-37). Αυτό είναι το παράδοξο που ο Φίνκελστιν υπογραμμίζει: ο μεγαλύτερος εχθρός του Γκάντι δεν είναι ο στρατιώτης, αλλά ο δειλός που κρύβεται πίσω από μια ψεύτικη μη βία.

Δηλώσεις του Γκάντι, όπως ότι «[ό]σοι προτιμούν την ασφάλεια από την ελευθερία δεν έχουν δικαίωμα να ζουν», είναι εξαιρετικά προβληματικές. Παραβλέπουν την ανθρώπινη ευθραυστότητα, χρησιμοποιούν μια πατριαρχική ηθική αυταπάρνησης, φορτώνουν με ενοχή και ντροπή τους πιο αδύναμους, εξιδανικεύουν τον θάνατο ως πολιτική αρετή. Ο Φίνκελστιν αφήνει σχεδόν ασχολίαστες αυτές τις θέσεις. Τις παραθέτει, τις δείχνει, αλλά δεν τις αποδομεί. Στην πραγματικότητα, θέσεις όπως οι παραπάνω μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσο πολιτικής χειραγώγησης: «Αν δεν πας να πεθάνεις χαμογελώντας, είσαι δειλός». Μπορούν να νομιμοποιήσουν καταστροφικές αυτοθυσίες.

Ο Γκάντι μιλά για «δειλία», «ανδρισμό», «θηλυπρέπεια», «ανάγκη να εμφυσήσουμε ανδρισμό στους δειλούς». Οι απόψεις του αυτές δεν είναι απλώς προσωπικές του επιλογές. Είναι τυπικά δείγματα της αποικιακής φρασεολογίας που χρησιμοποιούσαν οι Βρετανοί για να ταπεινώνουν τους Ινδούς. Ως αποικιοκράτες συστηματικά χαρακτήριζαν τους Ινδούς ως θηλυπρεπείς, ανίκανους, «μαλθακούς», «γεννημένους για υποταγή». Αυτή τη γλώσσα αναπαράγει ο Γκάντι στο έργο του, κάτι που, ωστόσο, ο Φίνκελστιν αφήνει εντελώς ασχολίαστο, παρουσιάζοντας, αντιθέτως, τη γλώσσα αυτή ως αντιπροσωπευτική του δόγματος Γκάντι και όχι ως ιστορικό προϊόν των ψυχολογικών συνεπειών της αποικιοκρατίας στους υποτελείς.

Επιπλέον, πώς μπορεί μια θεωρία μη βίας να βασίζεται σε μια ηθική που εξιδανικεύει την αυτοθυσιαστική αρρενωπότητα και ταυτόχρονα να παραμένει προσιτή σε όλους; Ο Γκάντι κατασκευάζει μια ηθική κλίμακα όπου μόνο ο «ήρωας» είναι άξιος σεβασμού, ενώ ο φοβισμένος είναι σχεδόν «ανάξιος ζωής». Αν η αποτελεσματική πολιτική δράση απαιτεί τέτοιο επίπεδο ηθικού ηρωισμού, τότε οι πολλοί αποκλείονται εξ αρχής. Η μη βία, αντί να είναι καθολικό εργαλείο χειραφέτησης, αποβαίνει προνόμιο των λίγων που διαθέτουν την απαιτούμενη σωματική και ψυχική αντοχή. Ένας στρατιωτικοποιημένος ηρωισμός εμφανίζεται ως προϋπόθεση της μη βίας.

«Λατρεία» θανάτου;

 Ο Γκάντι επανέρχεται συχνά σε μια εξιδανίκευση του θανάτου, τον οποίο περιγράφει ως «ευεργετικό», «ευλογία» και «φίλο». Υποστηρίζει ότι δεν συντρέχει λόγος θρήνου για τον θάνατο παιδιού ή συζύγου, καθώς το σώμα είναι θνητό, ενώ η ψυχή παραμένει αθάνατη. Σε επιστολές του, μάλιστα, αποδοκιμάζει το πένθος, θεωρώντας ότι η λύπη συνιστά ένδειξη άγνοιας και εγωισμού. Παράλληλα, μιλά με εμφανή ικανοποίηση για τον βίαιο θάνατο οπαδών του σε συγκρούσεις, δηλώνοντας ότι θα «χαιρόταν» αν μάθαινε πως κάποιος σύντροφός του πυροβολήθηκε ή του «έσπασαν το κρανίο». Τέτοιους θανάτους τους αντιμετωπίζει ως ευκαιρίες εορτασμού του ηρωισμού (σ. 46). Υπό αυτό το πρίσμα, η μη βία καθίσταται εφικτή μόνο για όσους επιδεικνύουν τέτοιο βαθμό γενναιότητας ώστε να αντιμετωπίζουν τον θάνατο «χαμογελαστά», σαν να ακουμπούν το κεφάλι τους πάνω σε ένα «μαξιλάρι θανάτου» (σσ. 44-45).

Παρεμβαίνοντας κριτικά ο Φίνκελστιν θεωρεί ότι στην ουσία ο Γκάντι καλλιεργεί μια «λατρεία του θανάτου» και ότι η αδιαφορία του για τη ζωή και ο νοσηρός εναγκαλισμός του θανάτου είναι οι πιο απωθητικές και ασύμβατες όψεις της διδασκαλίας του. Πράγματι, δεδομένης της αδιαφορίας του Γκάντι για τη ζωή, είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί είναι τόσο «ιερή κλήση» η μη βία. Αν το να σκοτωθεί ή να σκοτώσει κανείς «δεν είναι και μεγάλο ζήτημα», τότε πού ακριβώς βασίζεται η ηθική του της μη βίας; Επίσης, αν ο θάνατος είναι τόσο «φυσικός» και «κανονικός», ο Φίνκελστιν διερωτάται, γιατί να θεωρείται ηρωική η θυσία του σατυαγκράχι. Αν ο ίδιος ο Γκάντι σχεδόν χαίρεται όταν ακούει ότι σκοτώθηκαν οπαδοί του, μήπως αυτό μοιάζει περισσότερο με σεχταριστική αυτοθυσιαστική λατρεία παρά με ηθική της ζωής; Για τον Φίνκελστιν, η θέση αυτή διολισθαίνει εύκολα σε μια νοσηρή λατρεία του μαρτυρίου και μια υποτίμηση της αξίας της ζωής. Παράγει μια κουλτούρα που ρομαντικοποιεί τον θάνατο ως πολιτική αρετή. Συνεπώς, το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο είναι αποδεκτό να στηρίζεται μια στρατηγική σε τόσο μαζική έκθεση στη βία και τον θάνατο. Ο Φίνκελστιν δεν εξετάζει, εντούτοις, τη στοιχειοθέτηση μιας μη δεσποτικής, μη θανατοκεντρικής εκδοχής της μη βίας. Το ζήτημα της δυνατότητας αναδιατύπωσης στοιχείων της σκέψης του Γκάντι, ώστε να παρακαμφθεί η λατρεία του μαρτυρίου, παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα που καλείται να αντιμετωπίσει ο ίδιος ο αναγνώστης.

Στη συνέντευξη που προαναφέραμε, ο Φίνκελστιν επισημαίνει ότι κάθε αγώνας ανεξαρτησίας αναδεικνύει την προθυμία για τη θυσία της ζωής ως θεμελιώδη αξία, στηριζόμενος στην πεποίθηση ότι χωρίς αυτήν η νίκη δεν μπορεί να επιτευχθεί. Καθώς ο Γκάντι κατανοούσε με απόλυτη σαφήνεια ότι η ανεξαρτησία της Ινδίας θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα την απώλεια πολλών ανθρώπινων ζωών, κινήθηκε και ο ίδιος μέσα στην ίδια λογική.[4]

Η μεταστροφή του αντιπάλου

Στο καταληκτικό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Φίνκελστιν επιχειρεί να συνδέσει τις ιδέες του Γκάντι με τα σύγχρονα κινήματα (Αραβική Άνοιξη, Occupy κλπ.). Στην Τυνησία, στην Αίγυπτο και τη Νέα Υόρκη, πράξεις μη βίαιης αντίστασης λειτούργησαν ως σπινθήρας για μαζικά λαϊκά κινήματα. Στην Τυνησία ήταν, για παράδειγμα, η αυτοπυρπόληση ενός μικροπωλητή. Αυτές οι πράξεις «“επιτάχυναν” τη δημόσια συνείδηση», επειδή υπήρχε ήδη μια διάχυτη ηθική και πολιτική δυσαρέσκεια (σ. 93). Ο λαός δεν «μεταστράφηκε» εκ του μηδενός· ήταν ήδη έτοιμος, και η μη βίαιη θυσία απλώς τον ενεργοποίησε. Άρα, εδώ βλέπουμε, σύμφωνα με τον Φίνκελστιν, τις σύγχρονες εξεγέρσεις να επιβεβαιώνουν την ανάλυση του Γκάντι, σύμφωνα με την οποία, όταν υπάρχει λανθάνουσα συναίνεση για την αδικία, η μη βίαιη αυτοθυσία την κάνει να εκραγεί.

Ταυτόχρονα, ο Φίνκελστιν επισημαίνει τους σαφείς περιορισμούς της θέσης του Γκάντι. Κεντρικό επιχείρημα του Γκάντι ήταν ότι η αυτοθυσία αφυπνίζει τη συνείδηση και μεταστρέφει τον αντίπαλο. Για τον Φίνκελστιν, το μαρτύριο συγκινεί μόνο όταν υπηρετεί έναν σκοπό που ήδη αναγνωρίζεται ευρέως ως δίκαιος. Η αποτελεσματικότητα της μη βίας προϋποθέτει μια προϋπάρχουσα, έστω λανθάνουσα, ηθική συναίνεση υπέρ των αιτημάτων του θύματος. Διαφορετικά, ο αυτοβασανισμός μπορεί να προκαλέσει οίκτο, αλλά δεν αρκεί για να διαρρήξει τον συνδυασμό συμφέροντος και ιδεολογίας που θωρακίζει τη συνείδηση του καταπιεστή. Ιστορικά παραδείγματα, όπως το Ολοκαύτωμα, δείχνουν ότι, ενάντια στον ισχυρισμό του Γκάντι, ακόμη και η απόλυτη αθωότητα των θυμάτων δεν αρκεί για να «λιώσει» την καρδιά ενός ακραίου θύτη (του Χίτλερ, εν προκειμένω). Άρα, η αυτοθυσία αποτυγχάνει απέναντι σε αποφασισμένους καταπιεστές. Μόνο η μαζική μη συνεργασία και η πολιτική κινητοποίηση θα είχαν πιθανότητες αποτελέσματος.

Σύμφωνα με τον Φίνκελστιν, ο Μπεν Άλι, ο Μουμπάρακ, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης και του Ώκλαντ δεν μεταστράφηκαν από το μαρτύριο των διαδηλωτών. Η εξουσία δεν υποχωρεί από συγκίνηση, αλλά όταν αναγκαστεί από μαζική λαϊκή πίεση, πολιτική απονομιμοποίηση, γενικευμένη εξέγερση. Η αυτοθυσία μπορεί να «διαπεράσει τη συνείδηση του 99%» και να το ωθήσει σε δράση. Αλλά «μόνο η συντονισμένη και θαρραλέα δύναμη της συντριπτικής πλειοψηφίας θα καταφέρει να κάνει το 1% να υποχωρήσει και να φύγει. Η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει το 1%, όπως ο Γκάντι παραδεχόταν στις πιο ειλικρινείς στιγμές του, είναι η “ανοιχτή εξέγερση”» (σ. 94).

Παρότι αναγνωρίζει τα όριά της, ο Φίνκελστιν καταλήγει στο ότι μια μη βίαιη εξέγερση είναι πιθανότατα καλύτερη από μια βίαιη, εφόσον κοστίζει λιγότερες ζωές από μια ένοπλη επανάσταση και παράγει σταθερότερα αποτελέσματα. Παράδειγμα αποτελεί η Λιβύη του 2011. Η μετάβαση από την ειρηνική εξέγερση στην ένοπλη σύγκρουση και στην ξένη επέμβαση εκτόξευσε τον αριθμό των νεκρών και οδήγησε σε χάος. Ο Φίνκελστιν συμφωνεί με την άποψη του Γκάντι που έχει προαναφερθεί: η βία μπορεί να ανατρέψει έναν τύραννο, αλλά συνήθως φέρνει άλλον στη θέση του.

Ο Γκάντι πίστευε ότι η μη βίαιη αντίσταση είναι όχι μόνο ηθικότερη, αλλά μπορεί να επιτύχει τα ίδια πολιτικά αποτελέσματα με τη βία. Ο Φίνκελστιν υποστηρίζει ότι αυτό είναι αμφίβολο. Η μη βίαιη αντίσταση, όπως έχει ισχυριστεί η Ινδή συγγραφέας, δοκιμιογράφος και πολιτική ακτιβίστρια Αρουντάτι Ρόι (Arundhati Roy), δεν είναι πάντα αποτελεσματική, ειδικά απέναντι σε «άγριους εχθρούς» που δρουν «έξω από τα φώτα του δημόσιου ελέγχου» (μυστικές υπηρεσίες, παραστρατιωτικοί, ολοκληρωτικά καθεστώτα) (σ. 95). Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Φίνκελστιν, και η βίαιη αντίσταση δεν έχει καλό ιστορικό: συχνά οδηγεί σε δικτατορίες, χάος, εμφύλιες συγκρούσεις, έτσι που τα αποτελέσματά της να «έχουν σταθεί στην καλύτερη περίπτωση ανάμεικτα» (σ. 96). Το κείμενο κλείνει με την προτροπή στη νέα γενιά να προσπαθήσει να φτάσει όσο πιο μακριά γίνεται χωρίς να χρησιμοποιήσει βία. Όσο περισσότερο αποφευχθεί η βία, τόσο περισσότερες πιθανότητες υπάρχουν ο νέος κόσμος να είναι καλύτερος.

Γνωρίζοντας το κόστος της βίας

Στο τέλος της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου περιλαμβάνεται απόσπασμα συνέντευξης που παραχώρησε ο Νόρμαν Φίνκελστιν στο podcast/εκπομπή «Know Time» του Σάλατζ Λαβάνια (Shalaj Lawania). Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 7 Μαρτίου 2025 με τίτλο «Palestine, Israel, History & Gaza ft. Norman Finkelstein».[5] Στο απόσπασμα αυτό ο Φίνκελστιν, πρώτον, εξηγεί γιατί αρνείται να «καταδικάσει» τη Χαμάς για τις επιθέσεις της 7ης Οκτώβρη 2023, και δεύτερον, ξαναπιάνει το αιώνιο ζήτημα βίας έναντι μη βίας στα απελευθερωτικά κινήματα. Ο ίδιος παραδέχεται καθαρά ότι έγιναν φρικαλεότητες, αλλά αρνείται να καταδικάσει τους Παλαιστίνιους μαχητές, διότι –βάσει της καταπίεσης και των εγκλημάτων που έχουν υποστεί όλα αυτά τα χρόνια– δεν νιώθει ότι έχει το ηθικό δικαίωμα να τους κρίνει αφ’ υψηλού και να τους κουνήσει το δάχτυλο.

Στην ερώτηση του Λαβάνια αν μπορεί ένα κίνημα να πετύχει μόνο με μη βία ή αν η βία είναι τελικά αναπόφευκτη, ο Φίνκελστιν απαντά πολύ προσεκτικά. Δεν ισχυρίζεται ούτε ότι «η βία είναι πάντα λάθος», αλλά ούτε ότι «η βία είναι πάντα αναγκαία». Χωρίς να μπορεί να αποφανθεί περί της αναγκαιότητας της χρήσης βίας σε κάθε κατάσταση, έχει τη βεβαιότητα ότι η βία πρέπει να είναι η «έσχατη επιλογή» (σ. 105). Δύο είναι οι λόγοι που επικαλείται για την αποφυγή της βίας. Ο ένας είναι ηθικός. Όποιο άτομο αγαπάει τη ζωή (τη δική του και των άλλων) και θεωρεί ότι η ζωή έχει αξία, ότι είναι πολύτιμη, πρέπει να συνειδητοποιεί ότι η βία σημαίνει στέρηση ζωής και, συνεπώς, η αφαίρεσή της δεν είναι ποτέ ελαφριά απόφαση.

Ο δεύτερος λόγος είναι πρακτικός ή πολιτικός: σε βίαιους αγώνες, στην κορυφή καταλήγουν συχνά οι πιο αδίστακτοι. Οι άνθρωποι που κερδίζουν με ωμή βία σπάνια είναι «καλοί τύποι» για να κυβερνήσουν μετά. Ο Φίνκελστιν δίνει μια σειρά παραδείγματα. Ο Μαντέλα παρέμεινε ανθρώπινος επειδή ήταν στη φυλακή και δεν γνώρισε ο ίδιος την ασχήμια της ένοπλης πάλης. Αντιθέτως, ο Μάο είχε ένα ανθρωπιστικό όραμα, αλλά ο παρατεταμένος εμφύλιος και η εξόντωση της οικογένειάς του τον έκαναν σκληρό. Η βία μάς διαβρώνει, καταλήγει ο ο Φίνκελστιν, μας εξοικειώνει με τον θάνατο, τείνει να διαφθείρει ακόμη και σε δίκαιους αγώνες, και συχνά φέρνει στην εξουσία αυτούς που είναι οι πιο πρόθυμοι για τα χειρότερα.

Η αναζήτηση μιας «μη βίαιη[ς] στρατηγική[ς] για τον τερματισμό της ισραηλινής κατοχής των παλαιστινιακών εδαφών» (σ. 10) ήταν εκείνο που πριν από μερικά χρόνια οδήγησε τον Φίνκελστιν στη μελέτη των κειμένων του Γκάντι, όπως δηλώνει στην εισαγωγή του βιβλίου του. Η αναγνώστριά του, ωστόσο, δεν συναντά σε αυτό συγκεκριμένα συμπεράσματα ως προς τη συμβολή της μελέτης αυτής σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα. Με βάση όσα έχουν προαναφερθεί, θα μπορούσε βέβαια να υποθέσει ότι ο Φίνκελστιν θα συναινούσε στην άποψη πως ένα κίνημα καταπιεσμένων διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει το ίδιο για τα μέσα που θα χρησιμοποιήσει. Δεν καταλήγει ο ίδιος, πάντως, σε μια άνευ όρων απόρριψη της βίας, αλλά μάλλον στη σύσταση «να γνωρίζετε το κόστος της βίας, όχι μόνο για τον εχθρό, αλλά και για εσάς τους ίδιους». Οι ηθικοί και πρακτικοί του ενδοιασμοί απέναντι στη χρήση βίας δεν αξιώνουν υπακοή. Απεναντίας, απαιτούν σοβαρή και υπεύθυνη σκέψη. Όπως ο ίδιος καταλήγει, «η βία ίσως –ίσως σε κάποιες, ίσως σε πολλές, ή ίσως στις περισσότερες περιπτώσεις– να είναι αναγκαία. Πρέπει όμως πάντοτε να έχει κανείς κατά νου ότι οφείλει να αποτελεί την έσχατη επιλογή. Την τελευταία» (σ. 109).

__________

[1] Κυριολεκτικά η λέξη σημαίνει «επιμονή στην αλήθεια» ή «δύναμη της αλήθειας».

[2] Vince Emanuele, «What Gandhi Says: About Nonviolence, Courage and Resistance. An Interview with Norman Finkelstein», Countercurrents.org, 2 Φεβρουαρίου 2013· ανευρίσκεται στο https://www.countercurrents.org/emanuele020213.htm.

[3] Στο ίδιο.

[4] Στο ίδιο.

[5] Ανευρίσκεται στο https://www.youtube.com/watch?v=RDQWby8XqGI&t=29s.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

«Όχι άλλα δώρα στην ΠΟΜΙΔΑ: ο τρόπος να επιστρέψουν τα κενά ακίνητα στην αγορά είναι ο Φόρος Αδράνειας»