Λάζλο Κρασναχορκάι. Η μελαγχολία της αντίστασης (μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου), εκδ. Πόλις 2016
Το να διαβάζεις Κρασναχορκάι, το φετινό Νόμπελ λογοτεχνίας (2025), είναι μια ιδιαίτερη αναγνωστική εμπειρία. Διαβάζεται ακούγοντας Arvo Pärt και με φόβο διαρκή πως θα σου ξεσκίσει τα σωθικά. Σχεδόν αιφνιδιάζεσαι από το περιπετειώδες ταξίδι στο οποίο σε καλεί κάθε του έργο. Σε κάθε στροφή σε περιμένει η έκπληξη του απροσδόκητου και, κυρίως, όταν νιώθεις πως πολύ μακραίνει κάποιο σημείο, με μια απίστευτη γυρισιά σε βάζει ξανά στο παιχνίδι και δικαιώνει όλες τις προηγούμενες προτάσεις που θεωρούσες περιττές κι αχρείαστες. Η «Μελαγχολία της αντίστασης», έργο του 1989, που γυρίστηκε ταινία από τον Μπέλα Ταρ («Οι αρμονίες του Βερκμάϊστερ») είναι ένα μυθιστόρημα του γνώριμου, πνευματικού και συγγραφικού, κλίματος του Κρασναχορκάι: η διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής σε απώτατα βάθη και εσχατιές σε οδηγεί να βουτήξεις όχι απλώς στην ανθρώπινη φύση αλλά στην ίδια την ανθρωπινότητα ως εξελικτική επιλογή.
Το μυθιστόρημα συντίθεται από κεφάλαια τα οποία αλλάζουν την εστίαση του αφηγητή στους χαρακτήρες του κειμένου. Προκύπτει έτσι μια ανθρωπογεωγραφία της οποίας η λεπτουργημένη παρουσίαση επιτρέπει στον αναγνώστη την κατανόηση των συμπεριφορών, των δράσεων και των αποφάσεών τους. Η κ. Πφλάουμ, ο κ. και η κ. Έστερ, το ζεύγος Χάρερ και κυρίως ο Γιόνας Βάλουσκα είναι σε διαφορετικές κλίμακες οι χαρακτηρολογικοί άξονες του.
Το περιβάλλον είναι μια ουγγρική πολίχνη ανώνυμη και, φαντάζομαι, μέση ως προς τα χαρακτηριστικά της. Η έλευση ενός απίθανου τσίρκου, που περιφέρει ως μοναδικό έκθεμα την πιο μεγάλη φάλαινα του κόσμου, ακολουθούμενο από μια συμμορία Κ.Δ.Ο.Α., δοκιμάζει τις αντοχές των αρχών, των θεσμών και των κατοίκων της. Ο Κρασναχόρκαϊ είναι ένας απίστευτος μάστορας της απεικόνισης της παρακμής και αυτή η «ζωγραφική» του δεξιοτεχνία τον οδηγεί στο να παράγει έργα που βρίσκονται στην κόψη της ρεαλιστικής και της φανταστικής λογοτεχνίας. Έτσι κι εδώ.
Μια συνηθισμένη ουγγρική πόλη, βουτηγμένη στη μιζέρια μιας αργόσυρτης ρουτίνας κατοίκων εξουθενωμένων, δέχεται επίθεση από τον εγκληματικό συρφετό απροσδιόριστης προέλευσης που συνοδεύει το τσίρκο και έχει αρχηγό μια σκοτεινή μορφή με το όνομα «Πρίγκηπας», της οποίας δεν ακούμε τον αυθεντικό λόγο παρά μόνο διαμεσολαβημένο από μια άλλη φιγούρα-μέλος αυτού του ιδιόρρυθμου τσίρκου. Το απίστευτο αυτό συνονθύλευμα επιτίθεται στην πόλη, την λεηλατεί, σκοτώνει, βιάζει, καταστρέφει, πραγματοποιεί ένα είδος εγκληματικής εξέγερσης με μοναδικό στόχο την ωμή βία και την αρπαγή, ενόσω οι αρχές του τόπου καθεύδουν ύπνον βαθύν από το μεθύσι και οι άλλες αρχές, πιο πνευματικές να πούμε, βρίσκονται είτε αποσυρμένες στον κόσμο της απομόνωσης που επέλεξαν (κος Έστερ) είτε σε μεγαλεπήβολα και ιδιοτελή σχέδια που εκμεταλλεύονται την κατάσταση της πόλης (κα. Έστερ).
Η μόνη μορφή που αγιογραφείται κυριολεκτικά είναι ο αλαφροΐσκιωτος γιος της κ. Πφλάουμ, ο Γιόνας Βάλουσκα, που περιφέρεται στην πόλη σαν ένας κατά κόσμον σαλός, μαγεμένος από το θαύμα του κόσμου, του έναστρου ουρανού, του ήλιου και της αυγής, έκθαμβος μπρος στο μεγαλείο της φάλαινας. Στην κυριολεξία αποτελεί την αγνότερη, την αγγελική εκδοχή του ανθρώπου. Ο άνθρωπος που βρίσκεται κοντύτερά του, αλλά καθυστερεί να καταλάβει την φύση της ψυχής του Βάλουσκα, ο κ. Έστερ, είναι ένας μουσικός που έχει απορρίψει τις αρμονίες του Βερκμάιστερ και ακολουθεί αυτές του Αριστόξενου, περνά από καυδιανά δίκρανα, για να οδηγηθεί στην πλήρη ανατροπή της ζωής που είχε επιλέξει πριν χρόνια, αλλά να μην καταφέρει να διασώσει τον φίλο του. Η κατάληξη είναι ένας χοντροκομμένος ολοκληρωτισμός, ο οποίος συγκεντρώνεται στο σύνθημα «Αυλή σκουπισμένη, οικία τακτοποιημένη», τον οποίον επιβάλλει η κ. Έστερ, πλάσμα πρωτόγονο και ακαλλιέργητο σε βαθμό ζωώδη.
Ο Κρασναχορκάι μας έχει συνηθίσει στην απόδοση της παρακμής, της βίας και του πολέμου, της σκοτεινιάς των ψυχών και κυρίως του εκφασισμού της δύναμης στην οποία δεν υπάρχει αντίρροπη δύναμη. Η «Μελαγχολία της αντίστασης» είναι ακριβώς η διαπραγμάτευση της ανημπόριας και της ματαιότητας της αντίστασης, εξού και η μελαγχολία και η απαισιοδοξία του αυτή κορυφώνεται στο εκπληκτικό τέλος, όπου με επιστημονική ακριβολογία παρουσιάζεται η αποδόμηση του ανθρώπινου υλικού ως μια εκτενής μεταφορά της αποδόμησης της ίδιας της ανθρώπινης πορείας στον χρόνο και στον κόσμο. Με ένα υποδόριο χιούμορ, με σκοτεινή ειρωνεία που διατρέχει το κείμενο, ο συγγραφέας μας προσκαλεί να παρακολουθήσουμε ένα τέλος του κόσμου με τον λυγμικό πάταγο της πιο απάνθρωπης χοντροκοπιάς. Έτσι φαίνεται να διαψεύδει το “This is the way the world ends / This is the way the world ends / This is the way the world ends / Not with a bang but a whimper.” του Έλιοτ, σαν ο κόσμος να τελειώνει ταυτόχρονα μ’έναν λυγμό και έναν πάταγο.
Ο Κρασναχορκάι είναι ένας απαισιόδοξος άνθρωπος, όπως προκύπτει σε όλα του τα μυθιστορήματα, αν και σε όλα υπάρχει μια χαραμάδα: στο αριστουργηματικό «Πόλεμος και πόλεμος» είναι η τέχνη, εδώ η αγγελική φύση κάποιων ανθρώπων, στο «Τανγκό του Σατανά» η θλιμμένη αλληλεγγύη της πιο βαθιάς διάψευσης.
Το κείμενο είναι εξαιρετικά μεταφρασμένο από την Ιωάννα Αβραμίδου, που μεταφέρει τον μακροπερίοδο ασθματικό λόγο του Κρασναχορκάι σε υπέροχα ελληνικά και κομψά εκδομένο από τις εκδόσεις Πόλις, που μας έχει χαρίσει στην γλώσσα μας τον πολύ σπουδαίο αυτό συγγραφέα.

