Ο σπόρος της αλληλεγγύης στα ερείπια της «χρυσοθηρίας». Του Θωμά Ψήμμα

 

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων είχα τη χαρά (με την έννοια της αισθητικής απόλαυσης και της ψυχικής αναζήτησης) να παρακολουθήσω τον «Θησαυρό της Σιέρα Μάδρε» του Τζον Χιούστον (1948), αυτόν τον κλασικό θησαυρό του αμερικανικού και εν γένει του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Προκαταβολικά, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι κάθε άλλο παρά φαν των «γουέστερν” είμαι: τόσο λόγω των patterns με τα οποία χτίζεται η δράση στις «καουμπόϊκες» ταινίες («πιστολίδι», καταδιώξεις κ.λπ.), όσο κυρίως λόγω του ιδεολογικού (αποικιοκρατικού) βλέμματος που ενυπάρχει συνειδητά ή ασυνείδητα στα εμπορικά hits του είδους («νομιμοποίηση» της κλοπής της γης των «βάρβαρων” από τους «πολιτισμένους»).

Ωστόσο, ο «Θησαυρός της Σιέρα Μάδρε» διαψεύδει παραδειγματικά αμφότερες τις ενστάσεις-προκαταλήψεις μου. Αφενός, υπερβαίνει καταστατικά το genre του γουέστερν, εμπλουτίζοντάς το με απαράμιλλο ψυχογραφικό βάθος στους χαρακτήρες και με καταιγιστική πλοκή, η οποία εκτυλίσσεται όχι με «γυμνή” δράση, αλλά στην αιχμή (αν)ηθικών διλημμάτων. Αφετέρου, ο σκηνοθέτης στρέφει την οπτική γωνία δίνοντας το ρόλο των αποκλειστικών αφηγητών της ιστορίας στους αδύναμους-εκμεταλλευόμενους «ήρωες», οι οποίοι, έχοντας δοκιμάσει απανωτά το πικρό ποτήρι της εκμετάλλευσης, πάνε για το μεγάλο «κόλπο»: άλλοτε συνυπάρχοντας, και άλλοτε ανταγωνιζόμενοι με άλλους –υποψιασμένους ή ανυποψίαστους για «χρυσοθηρία»– αδύναμους-εκμεταλλευόμενους.

Έτσι, ο Χιούστον, με συνεπιβάτες τους τρεις εκπληκτικούς πρωταγωνιστές (τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ σε κατά συνθήκη ρόλο «κακού”, τον πατέρα του σκηνοθέτη Γουόλτερ και τον Τιμ Χολτ να ενσαρκώνουν διαφορετικές εκδοχές «καλού»), παίρνει ευθύς εξαρχής σαφείς αποστάσεις από το χολιγουντιανό, μανιχαϊστικό δίπολο «καλό-κακό», σκάβοντας με υπομονή κι επιμονή μες στα κοιτάσματα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και των κοινωνικοπολιτικών «ερήμων” που με τη συνενοχή, την ανοχή, την απάθεια ή την άγνοιά μας έχουν “φυτρώσει” γύρω μας.

Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε - Βικιπαίδεια

Πάνω απ’ όλα, με την αριστοτεχνική χρήση του φακού του, ο Χιούστον αποκαλύπτει ότι στο υπέδαφος του σκληρού, άνυδρου χώματος που αναβλύζει από τα σπλάχνα του χρυσάφι, φωλιάζει η ταξική, ήτοι η δομική φύση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία με το «καλημέρα» της ταινίας προσωποποιείται στους εργοδότες που αποσπούν υπεραξία και κάνουν το κορόιδο την ώρα της πληρωμής, αποδεικνύοντας ότι στη «μισθωτή σκλαβιά», ακόμα και η λήψη μισθού-αντιπαροχής (δηλαδή του αντιτίμου της σκλαβιάς) μόνο εξασφαλισμένη δεν είναι, υποκείμενη κυριαρχικά στους ετσιθελικούς «νόμους» του αφεντικού. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, όμως, ξεδιπλώνεται μαεστρικά η χρηματικά αποτυπώσιμη φύση της αλλοτρίωσης, το πώς η συσσώρευση πουγκιών με χρυσές λίρες σε –άμαθα στα φράγκα, μαθημένα στο μόχθο– χέρια λειτουργεί ως μια παραίσθηση «πρωταρχικής συσσώρευσης» που διαφθείρει την ηθική συνείδηση (σε κάνει κυριολεκτικά να χάνεις τον ύπνο σου) έχοντας δηλητηριάσει ανεπανόρθωτα τις ανθρώπινες σχέσεις με το ραγδαία εξαπλούμενο μικρόβιο της καχυποψίας.

Ωστόσο, το “επιμύθιο” της ταινίας, ιδίως στην τελευταία πράξη της, κάθε άλλο παρά απαισιόδοξο είναι για την ανθρώπινη φύση, αφού, σε καμία περίπτωση, δεν αναπαράγει το γνωστό, προσφιλές στη mainstream κουλτούρα, μοτίβο του χομπσιανού homo homini lupus. Η οριστική κι αμετάκλητη «χασούρα» του άπληστου Μπόγκαρτ και η συμφιλίωση με το πεπρωμένο των έτερων δύο, πιο συνετών και συνεργατικών, πρωταγωνιστών έχει τη γεύση, το άρωμα, το χρώμα και το σχήμα της ευκαιρίας για μια νέα ζωή, με αναμφίβολα λιγότερες «χρυσές» αυταπάτες, αλλά σίγουρα με περισσότερη, πιο γειωμένη μέριμνα για τον συνάνθρωπο.

Κι αυτή η ενσυναίσθηση, η εγκάρδια συμφιλίωση με το ατελές των συνοδοιπόρων μας, αυτός ο σπόρος της –διαμοιρασμένης σε κοινές, διατομικές εμπειρίες– αλληλεγγύης  είναι, τελικά, ο «θησαυρός» που μπορούμε να ανακαλύψουμε αφειδώς γύρω μας, δίπλα μας, μέσα μας από την αχανή αμερικανική κορδιλιέρα μέχρι τα στενά, μικροαστικά μας διαμερίσματα, όταν και εάν ξεσκεπάσουμε το εγωιστικά παραμορφωτικό πέπλο των success stories-«λαχείων» ή, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, των «αποτυχιών» μας να πιάσουμε την καλή.

Ο Θωμάς Ψήμμας είναι διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ποινικά κολάσιμη η εργασία σε ΜΚΟ; Κοινή Δήλωση Οργανώσεων για το Νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης