Branko Milanovic, The Great Global Transformation. National Market Liberalism in a Multipolar World, Allen Lane 2025, σσ.: 264
Το Μάρθας Βίνγιαρντ της Μασαχουσέτης είναι το θέρετρο που διαλέγουν για τις καλοκαιρινές διακοπές τους οι πλούσιοι Δημοκρατικοί στις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του ’91 –όχι έναν οποιονδήποτε Αύγουστο– κάποιοι από αυτούς χαζεύουν στην τηλεόραση μια συνέντευξη τύπου από τη Ρωσία. Οι Ρώσοι πραξικοπηματίες μιλούν live στον κόσμο έχοντας μόλις καταλάβει τα κυβερνητικά κτίρια: ο Γέλτσιν ελέγχει τη Βουλή και η τύχη του Γκορμπατσόφ αγνοείται. Η συνέντευξη έχει προετοιμαστεί στο πόδι και οι πραξικοπηματίες φλυαρούν. Στο Μάρθας Βίνγιαρντ έχουν αρχίσει να βαριούνται. Ο κόσμος αλλάζει: ελλείψει γεωστρατηγικού αντίβαρου στις ΗΠΑ, γίνεται μονοπολικός. Αλλά εκείνη την ώρα αρχίζει και η συνεδρίαση του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης. Κάποιος παίρνει το τηλεκοντρόλ και αλλάζει κανάλι: το καλοκαίρι κάνει τους ανθρώπους πιο εγωκεντρικούς – ιδίως αν έτσι είναι και τον υπόλοιπο χρόνο.
Ανάμεσα στους παραθεριστές του Βίνγιαρντ βρίσκεται κι ένας Σερβοαμερικάνος οικονομολόγος: είναι ο Μπράνκο Μιλάνοβιτς. Στα 38 τότε, έχει γράψει ήδη ένα βιβλίο για τις μεταρρυθμίσεις στον σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό: στα επόμενα χρόνια θα είναι ο βασικός ερευνητής της Παγκόσμιας Τράπεζας για ζητήματα ανισοτήτων. Οι συστημικοί θα αναφέρονται στις μελέτες του για να υποστηρίξουν ότι, μετά την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ (ακριβέστερα: μέσα στην εικοσαετία 1988-2008), η παγκοσμιοποίηση μείωσε τις ανισότητες μεταξύ του άλλοτε Πρώτου Κόσμου και του «υπόλοιπου». Αλλά έφτιαξε πράγματι ο νεοφιλελευθερισμός έναν κόσμο λιγότερο άνισο; Και ωφελήθηκαν όλοι από αυτή τη σύγκλιση; Ο Μιλάνοβιτς γράφει απλά και καθόλου ευχάριστα πράγματα γι’ αυτό[1].
Με τη θητεία του στην Παγκόσμια Τράπεζα να έχει λήξει, τα βιβλία του μεταφράζονται και κυκλοφορούν παντού (δύο από όσα βγήκαν στα ελληνικά παρουσίασε εδώ ο Χρήστος Λάσκος το 2019 και το 2021). Οι συνεντεύξεις του φιλοξενούνται σε μέσα της ριζοσπαστικής Αριστεράς: το Jacobin παρουσιάζει τον Μιλάνοβιτς ως τον πιο αιχμηρό επικριτή της παγκόσμιας ανισότητας. Στο τελευταίο βιβλίο του, που κυκλοφόρησε το φθινόπωρο –αυτό συζητάμε εδώ–, ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο κόσμος που αλλάζει σήμερα υπό την ηγεσία των Τραμπ, Σι Τζινπίνγκ και Πούτιν –τριών ευνοημένων από την διεθνή επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού (σ. 143)– αλλάζει με τρόπο που δικαιώνει τις αναλύσεις των Χόμπσον, Λένιν και Λούξεμπουργκ για τον ιμπεριαλισμό.
***
Έχοντας ζήσει και μελετήσει την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, 35 χρόνια πριν, ο Μιλάνοβιτς δείχνει από ποιες απόψεις είναι τώρα βάσιμο να μιλάμε για «παρακμή της Δύσης» – και από ποιες όχι. Είναι οι ΗΠΑ πράγματι σε υποχώρηση – πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά; Πώς συνδέεται η άνοδος της Κίνας με την άνοδο του τραμπισμού; Γιατί το διεθνές εμπόριο δεν εγγυάται πια την ειρήνη στις χώρες που μέχρι πρότινος «εξήγαν» πολέμους στην Ασία και την Αφρική; Και τελικά τι μένει ίδιο και τι αλλάζει με το διαφαινόμενο τέλος της παγκοσμιοποίησης;
Άνοδος και πτώση του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού
Ας τα πάρουμε από την αρχή. Ο Μιλάνοβιτς επιλέγει για το τελευταίο βιβλίο του έναν τίτλο που παραπέμπει στον Μεγάλο Μετασχηματισμό, το διάσημο βιβλίο του Ούγγρου κοινωνιολόγου και ιστορικού Καρλ Πολάνυι (1886-1964), που κυκλοφόρησε το 1944. Ο Πολάνυι μελετά εκεί την κορύφωση της Βιομηχανικής Επανάστασης, την άνοδο και την κατάρρευση της οικονομίας της αγοράς. Η εποχή που τον απασχολεί είναι αυτή όπου, με τη μεσολάβηση του κράτους, η αγορά αναλαμβάνει πλέον εξολοκλήρου την οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας – δημιουργώντας ακραίες ανισότητες και ανταγωνισμούς, που απαιτούν σχεδιασμό, ρύθμιση και έλεγχο. Για τον Πολάνυι, η απουσία αυτού του ελέγχου είναι που τελικά θα οδηγήσει στον φασισμό: το «κλειδί» για να καταλάβει κανείς το τέλος της Βαϊμάρης (1933) βρίσκεται, όπως υποστηρίζει, στη βικτωριανή Αγγλία.
Η επιστροφή του Μιλάνοβιτς στον Πολάνυι δεν είναι τυχαία: αν η Βιομηχανική Επανάσταση έκανε πλουσιότερη την Ευρώπη και αποβιομηχάνισε την Ασία (βλ. Ινδία), η τωρινή τεχνολογική «επανάσταση» σημαίνει την αποβιομηχάνιση Ευρώπης και Β. Αμερικής, εκβιομηχάνιση και οικονομική άνοδος της Κίνας (και γενικά της Ασίας), στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας της αγοράς (σ. 78-80) – δηλαδή την «επιστροφή στην κατανομή της οικονομικής εξουσίας πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση» (σ. 1). Για πρώτη φορά από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ανώτερης τάξης προέρχεται από χώρες εκτός Δύσης (σ. 5).
Η άνοδος αυτή –το τονίζει ο Μιλάνοβιτς–, δεν αφορά μόνο την Κίνα, αλλά και την Ινδία, το Βιετνάμ, την Ινδονησία, την Ταϋλάνδη και άλλες ασιατικές χώρες. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για άνοδο της Ασίας, που αποτυπώνεται σε διάφορους δείκτες: στο ρυθμό με τον οποίο αυξήθηκε σε όλο τον κόσμο το κατά κεφαλήν ΑΕΠ μετά το 1974˙ στην αύξηση των μεριδίων των ασιατικών χωρών στο παγκόσμιο ΑΕΠ μετά το 1952, σε βάρος των αντίστοιχων δυτικών˙ στην εμφάνιση όλο και περισσότερων Ασιατών ανάμεσα στο πλουσιότερο 1% παγκοσμίως, καθώς και στα ενδιάμεσα κλιμάκια της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος. Αυτά, σημειώνει ο Μιλάνοβιτς, δεν είναι απλώς αριθμοί: είναι δυναμικές που δημιουργούν πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό των χωρών της Δύσης – στις ΗΠΑ, αλλά όχι μόνο εκεί. Ο τραμπισμός είναι μια από αυτές.

Εικόνα 1: Μερίδιο χωρών της «πολιτικής Δύσης» και της Ασίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ (1952-2022). Πηγή: Branko Milanovic 2025. Σημείωση: Το μερίδιο εκφράζεται με λόγους: 0,1 σημαίνει 10%.

Εικόνα 2: Μέσος ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανά περιφέρεια 1974-2022. Πηγή: Branko Milanovic 2025

Εικόνα 3: Έτος σχετικής κορύφωσης εισοδήματος σε επιλεγμένες χώρες της Δύσης και της Ασίας (1952-2022). Πηγή: Branko Milanovic 2025
Η άνοδος της Ασίας είναι η πρώτη από τις δύο μεγάλες επιτυχίες της παγκοσμιοποίησης, που, λόγω των οικονομικών μεγεθών και των πολιτικών αντιδράσεων που δημιουργούν, οδηγούν την παγκοσμιοποίηση στον επιθανάτιο ρόγχο. Η δεύτερη από τις επιτυχίες αυτές είναι η συγκρότηση μιας νέας άρχουσας τάξης στη Δύση (σ. 119), που συσσωρεύει εισοδήματα και από κεφάλαιο και από εργασία («ομοπλουτική» τη λέει ο Μιλάνοβιτς). Η τάξη αυτή έχει φροντίσει να νομιμοποιήσει την οικονομική ισχύ της με όρους «αξιοκρατίας»: τα μέλη της έχουν αποκτήσει τίτλους σπουδών από ακριβά πανεπιστήμια, προκειμένου να πείθουν ότι ο πλούτος τους δεν οφείλεται σε σχέσεις ιδιοκτησίας, κληρονομικά «δικαιώματα», ταξικές θέσεις και προνόμια –σε δομικούς παράγοντες–, αλλά στην πνευματική ανωτερότητα, την ικανότητα ηγεσίας, το πνεύμα καινοτομίας των υπερπλουσίων (σ. 115-122).
Άνοδος της Κίνας, σχετική υποχώρηση των ΗΠΑ: από την ιμπεριαλιστική ειρήνη στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο (;)
Ο συνδυασμός αυτών των δύο επιτυχιών της παγκοσμιοποίησης –αφενός της ανόδου της Ασίας (σε βάρος των πλουσίων στη Δύση), αφετέρου της ανόδου των μορφωμένων οικονομικών ελίτ στη Δύση– δημιούργησε τρία είδη «παραπόνων»: Παράπονα οικονομικά, εφόσον η οικονομική ανάπτυξη στη Δύση επιβραδύνθηκε˙ παράπονα πολιτισμικά, εναντίον των κοσμοπολίτικων μορφωμένων “woke” ελίτ (όπως, καλή ώρα, αυτές που παραθερίζουν στο Βίνγιαρντ)˙ και παράπονα κοινωνικά, εφόσον οι μορφωμένοι πλούσιοι θεωρούν τους φτωχούς απλώς ανίκανους να αδράξουν τις ευκαιρίες που δημιούργησε, δήθεν για όλους, ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός (σ. xiii). Ο τραμπισμός στις ΗΠΑ, αλλά και η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, μπορούν να ερμηνευτούν ως προϊόντα συγκερασμού αυτών των τριών «παραπόνων» απέναντι στις επιτυχίες και τις δυσμενείς επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης: ως «εξεγέρσεις» των ελίτ και, ταυτόχρονα, «εξεγέρσεις» εναντίον των ελίτ. Στις ΗΠΑ, η δυναμική αυτή πήρε αντικινεζική και αντιασιατική τροπή ήδη από τα χρόνια του Ομπάμα (“pivot to Asia”, σ. 73): ο τραμπισμός, η αμέσως επόμενη δηλαδή ηγεμονική στρατηγική του αμερικανικού κεφαλαίου που βασίστηκε στα «παράπονα», επικράτησε σε βάρος της μόνης εναλλακτικής δυνατότητας «εξέγερσης κατά των ελίτ»: ενός προγράμματος φορολόγησης των πλουσίων, που απορρίφθηκε, γιατί θα αποξένωνε πολλούς από τους ψηφοφόρους της «μεσαίας τάξης» (σ. 76-77).
Σε όλο το βιβλίο ο Μιλάνοβιτς προσπαθεί να συνδέσει το «μέσα» με το «έξω»: την πολιτικο-οικονομική πραγματικότητα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Ασίας, με το αποτύπωμα που αφήνει η πραγματικότητα αυτή στις διεθνείς σχέσεις. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και της ΕΣΣΔ, που παρακολούθησε και ο ίδιος στο Βίνγιαρντ, εγκαινίασε μια εποχή «ευγενούς εμπορίου» (doux commerce): οι ΗΠΑ «άνοιγαν» την παρέα των G7 στη Ρωσία, o Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου υποδεχόταν την «κομμουνιστική» Κίνα και το ΝΑΤΟ εγκαθιστούσε επίσημη ανοιχτή γραμμή με τη ρωσική ηγεσία. Μεταξύ 2008 και 2014, όλα αυτά γίνονταν σιγά σιγά αναμνηστικά άλλης εποχής.
Το υπόβαθρο αυτής της μεταβολής ήταν πρώτα οικονομικό: διεθνές εμπόριο σημαίνει άνιση ανταλλαγή. Το 2018, σημειώνει ο Μιλάνοβιτς, το ενδιάμεσο εισόδημα στις ΗΠΑ ήταν 4,6 φορές υψηλότερο από αυτό στην Κίνα – ενώ το 1988 ήταν 18 φορές υψηλότερο. Ανάλογα με το πώς μετράμε τον πλούτο (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης [PPP] ή σε τιμές διεθνών συναλλαγών), η Κίνα είναι πολύ κοντά στο να ξεπεράσει τις ΗΠΑ. Και το ίδιο συμβαίνει με όρους κατανομής εισοδήματος (αν δούμε, δηλαδή, πόσοι Κινέζοι ξεπερνούν το μέσο εισόδημα στις ΗΠΑ και πόσο σύντομα θα είναι εξίσου πιθανό να συναντάμε Κινέζους και Αμερικανούς στην κορυφή της παγκόσμιας εισοδηματικής πυραμίδας). Αν έχουν έτσι τα πράγματα, οι πολιτικές του δήθεν «τρελού» Τραμπ έχουν έναν απολύτως ορθολογικό πυρήνα: να επιβραδύνουν την ανάπτυξη της Κίνας και να προλάβουν τη μετατροπή της οικονομικής της δύναμης σε στρατιωτική.
Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει σήμερα ότι το ακροδεξιό MAGA και οι μιμητές του στην Ευρώπη είναι αποκρίσεις σε πραγματικά σημάδια παρακμής της Δύσης: τη στρατιωτική ήττα των ΗΠΑ και την αποχώρηση από το Αφγανιστάν (2021), την αυξανόμενη οικονομική και γεωπολιτική επιρροή της Κίνας και την εμβάθυνση της σύγκλισης με τη Ρωσία, τη επέκταση των BRICS προς την Ασία και την Αφρική (Αίγυπτος, Ινδονησία, Αιθιοπία, Εμιράτα), την απομάκρυνση χωρών από τη χρήση του δολαρίου στο εμπόριο, το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος (38 τρισ. δολάρια στις ΗΠΑ), τον ανταγωνισμό ΕΕ και ΗΠΑ, την υπονόμευση του διεθνούς δικαίου και ολόκληρου του συστήματος του ΟΗΕ[2]. Ο Μιλάνοβιτς προειδοποιεί, ωστόσο, για την άλλη όψη:
- Οι ΗΠΑ διατηρούν 750 βάσεις σε ογδόντα χώρες, έναντι τριών κινεζικών βάσεων στο εξωτερικό και τριών ρωσικών
- Ελέγχουν τη μοναδική αποτελεσματική στρατιωτική συμμαχία στον κόσμο, με 32 επίσημα κράτη-μέλη, που παράγουν το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής: το ΝΑΤΟ επεκτείνεται πλέον παγκοσμίως, προσθέτοντας de facto μέλη (Αυστραλία, Ιαπωνία, Νότια Κορέα, Φιλιππίνες και πιθανώς τη Νέα Ζηλανδία) και τη Λατινική Αμερική (Κολομβία και Αργεντινή). Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, δεν έχουν επίσημους συμμάχους – ο δε μοναδικός σύμμαχος της Ρωσίας είναι η Λευκορωσία.
- Ο πληθυσμός των ΗΠΑ αυξάνεται με ρυθμό 0,6% ετησίως και προσελκύει εκατομμύρια μετανάστες, με περίπου 15 εκατομμύρια να φέρονται ότι ζουν στη χώρα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.
- Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στον Ψυχρό Πόλεμο με την ΕΣΣΔ, Κίνα και Ρωσία δεν έχουν οργανωμένη πολιτική επιρροή όπως αυτή των φιλοσοβιετικών κομμάτων στη Δύση (με μερική εξαίρεση ορισμένα φιλορωσικά ακροδεξιά κόμματα).
Σε αυτά πρέπει να συνυπολογιστεί ότι το δολάριο κυριαρχεί στις παγκόσμιες συναλλαγές αγαθών και στους διακανονισμούς ροής χρηματικού κεφαλαίου, ενώ το ίδιο ισχύει και για το διεθνές σύστημα πληρωμών SWIFT, το οποίο λειτουργεί μέσω των μεγάλων αμερικανικών εμπορικών τραπεζών. Η FED λειτουργεί ως η «κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», με την οποία οι κεντρικές τράπεζες των περισσότερων χωρών κινούνται παράλληλα, η παρουσία και η παραγωγή των αμερικανικών εταιρειών έχει επεκταθεί σε όλο τον κόσμο, οι δε ΗΠΑ ελέγχουν στρατηγικούς οικονομικούς θεσμούς, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, διατηρούν ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη (παρότι η Κίνα είναι σχεδόν ισότιμη), ξοδεύουν περισσότερα σε όπλα και άμυνα από όλες τις άλλες χώρες μαζί, διατηρούν τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη με δώδεκα υπερ-αεροπλανοφόρα και δεκάδες πυρηνικά υποβρύχια, ενώ CIA και ΜΚΟ έχουν σχεδιάσει δεκάδες αλλαγές καθεστώτος τις τελευταίες δεκαετίες σε μικρότερες χώρες σε όλο τον κόσμο.
Μετά την παγκοσμιοποίηση, ένας εθνικο-φιλελεύθερος πολυπολικός κόσμος
Μπροστά στην προφανή όξυνση του ανταγωνισμού ΗΠΑ, Κίνας και Ρωσίας για σφαίρες επιρροής (την αντίθεση, λ.χ. των αμερικανικών συμφερόντων στους εμπορικούς «Δρόμους του Μεταξιού» και τα BRICS), ο Μιλάνοβιτς θεωρεί ότι θα χρειαστεί καιρός ώσπου να μπορέσουμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τη νέα παγκόσμια τάξη που θα αντικαταστήσει τον παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελευθερισμό: το νεοφιλελεύθερο σχέδιο, θυμίζει, ξεκίνησε το 1938 στο Παρίσι (Συνέδριο Ουόλτερ Λίπμαν), συνεχίστηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την Εταιρεία Mont Pelerin (1947), προχώρησε στη Χιλή του Πινοσέτ (1973), και μόνο αρκετά αργότερα πέρασε στους Ρήγκαν- Θάτσερ και τον παγκόσμιο θρίαμβο του 1989-91.
Υπάρχουν ήδη, ωστόσο, δείγματα τι θα συνεχιστεί και τι όχι. Ως προς τις συνέχειες, η χαμηλή φορολόγηση των υψηλών εισοδημάτων και της κληρονομιάς, η ευμενής φορολογική μεταχείριση για τα εισοδήματα από κεφάλαιο (σε βάρος των εισοδημάτων από εργασία), η απορρύθμιση και οι περιορισμένες κρατικές δαπάνες στην κοινωνική πολιτική, δείχνουν ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός θα παραμείνει ο κανόνας στο εσωτερικό των χωρών – σε αντίθεση με τον κοινωνικό/πολιτισμικό φιλελευθερισμό (βλ. αντι-woke). Ως προς τις ασυνέχειες, ο Μιλάνοβιτς ξεχωρίζει μια μετάβαση σε πολλαπλά επίπεδα, με σκοπό να θωρακιστεί η ιδιοκτησία των υπερπλούσιων:
- Από την παγκοσμιοποίηση, στους εμπορικούς πολέμους και τις ζώνες οικονομικού αποκλεισμού. Δασμοί, υπενθυμίζεται, υπήρχαν και πριν: τώρα, όμως, επιβάλλονται έξω από το πλαίσιο συμβιβασμών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
- Από τον μονοπολικό, στον πολυπολικό κόσμο
- Από τη «γυμνή» οικονομία, στις πολιτικά υποκινούμενες κυρώσεις και τις βιομηχανικές πολιτικές υπό την καθοδήγηση του κράτους
- Από την επιδίωξη της κινητικότητας, στα τείχη και τους φράχτες
- Από τον κοσμοπολιτισμό (ως ιδεολογία), στα ανοιχτά εθνικιστικά κινήματα σε θέσεις εξουσίας.
Κι εμείς; Δικαίωση χωρίς πολιτική μετάφραση
Θέτοντας διαρκώς ερωτήματα και τεκμηριώνοντας συστηματικά και πειστικά τις απαντήσεις, ο Μιλάνοβιτς δείχνει ότι ο σημερινός καπιταλιστικός κόσμος είναι ακριβώς όπως τον περιγράφει η ριζοσπαστική Αριστερά: Όχι μόνο γιατί η σύγκλιση μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής (η μια από τις δύο επιτυχίες της παγκοσμιοποίησης) δεν εμπόδισε την έκρηξη των ανισοτήτων σε εθνικό επίπεδο (αυτή που τροφοδοτεί και την αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση) (σ. 82). Αλλά και γιατί τα βασικά δεδομένα στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας μοιάζουν εντυπωσιακά με τη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών κέντρων, πρώτα στις αποικίες κι έπειτα σε δύο παγκόσμιους πολέμους, όπως την ανέλυσαν οι Λένιν και Λούξεμπουργκ σ. 78). Στον κοινό παρονομαστή για το 1914 και για τη σημερινή συγκυρία βρίσκουμε:
- Κακή κατανομή εθνικού εισοδήματος για λόγους που αφορούν το εσωτερικό (αλλά, στην περίπτωσή μας, και το διεθνές) περιβάλλον
- Πλεόνασμα επενδύσιμων κεφαλαίων
- Ξένες επενδύσεις
- Δυσαρέσκεια σε εθνικό επίπεδο για την ανυπαρξία καλών θέσεων εργασίας και την αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης (τότε το ζήτημα ήταν να προστατευτεί η πρόσβαση σε γη και φτηνή εργασία στις αποικίες)
- Σύγκρουση των βασικών δυνάμεων.
Παρότι η διάγνωση δικαιώνει τη ριζοσπαστική Αριστερά, δεν υπάρχει τίποτα να πανηγυρίσει κανείς μπροστά σε κινδύνους πρωτόγνωρους για τις μεταπολεμικές γενιές στη Δύση. Τίποτα, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι ο ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας μεταφέρεται στην Ευρώπη (εξοπλισμοί, αλλαγές στη θητεία, διεκδίκηση λιμανιών από τις ΗΠΑ, Re-Arm), τραμποποιεί την Ευρώπη και δοκιμάζει μια ήδη αποδυναμωμένη Αριστερά: τα σοσιαλιστικά ιδεώδη, λέει ο Μιλάνοβιτς, ίσως να έγιναν ελκυστικά για τελευταία φορά σε μεγάλη κλίμακα με την Πορτογαλική Επανάσταση (1974). Αυτός είναι και ο λόγος που δεν αρκεί να περιγράφει κανείς τους κινδύνους. Τη στιγμή που όλοι οι -ισμοί με τους οποίους μάθαμε να σκεφτόμαστε (καπιταλισμός, φασισμός, ιμπεριαλισμός) επιβάλλονται με όρους ισχύος (οικονομικής, πολιτικής, στρατιωτικής), το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να αξιοποιήσουμε τις δικές μας πηγές δύναμης – θεσμικής και εξωθεσμικής, πολιτικής και κοινωνικής. Η νωθρή γαλήνη του καιρού τελειώνει και δεν αρκεί απλώς να το διαπιστώνουμε.
__________________
Σημειώσεις
[1] «Το 1% των πλουσιότερων είδε το πραγματικό εισόδημά του να αυξάνεται κατά περισσότερο από 60% κατά τη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν γύρω από τον μέσο όρο: 80% πραγματική αύξηση στον ίδιο τον μέσο όρο και περίπου 70% γύρω από αυτόν. Εκεί, μεταξύ του 50ου και του 60ου εκατοστημορίου της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος, βρίσκουμε περίπου 200 εκατομμύρια Κινέζους, 90 εκατομμύρια Ινδούς και περίπου 30 εκατομμύρια άτομα από την Ινδονησία, τη Βραζιλία και την Αίγυπτο. Αυτές οι δύο ομάδες –το 1% των πλουσιότερων στον κόσμο και οι μεσαίες τάξεις των αναδυόμενων οικονομιών– είναι πράγματι οι κύριοι νικητές της παγκοσμιοποίησης. Η έκπληξη είναι ότι και εκείνοι που βρίσκονται στο κατώτερο τρίτο της παγκόσμιας κατανομής εισοδήματος έχουν επίσης σημειώσει σημαντικά κέρδη, με τα πραγματικά εισοδήματα να αυξάνονται μεταξύ 40% και σχεδόν 70%. Η μόνη εξαίρεση είναι το φτωχότερο 5% του πληθυσμού, του οποίου τα πραγματικά εισοδήματα παρέμειναν τα ίδια». Βλ. Branko Milanovic, “Global Income Inequality by the Numbers: in History and Now —An Overview”, World Bank, Νοέμβριος 2012. Η κατανομή του παγκόσμιου εισοδήματος μεταξύ 1988 και 2008 έχει το σχήμα ελέφαντα, όπως έδειξαν οι Μιλάνοβιτς και Λάκνερ (για μια μαρξιστική κριτική, βλ. Michael Roberts, “Globalisation and Milanovic’s elephant”, The Next Recession, 14.9.2016.
[2] Ανάμεσα στα πιο πρόσφατα, βλ. Jack Rasmus, The Twilight of American Imperialism, Clarity Press 2025


