«Χωρίς έλεος». Η Tally Gotliv, βουλεύτρια του Likud, του κόμματος του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu, το επανέλαβε αυτό τρεις φορές σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση. Ήθελε το μήνυμα να είναι σαφές, τόσο αμείλικτο όσο και το κρεσέντο της φωνής της: «Δεν έχουμε άλλους ομήρους και με την επιστροφή των τριών τελευταίων σορών, δεν χρειάζεται πλέον να είμαστε ακριβείς. Μπορούμε να επιτεθούμε χωρίς έλεος, χωρίς έλεος, χωρίς έλεος».
Δεν χρειαζόταν η Tally Gotliv για να μας πει ότι η ισραηλινή επίθεση στη Γάζα δεν τελείωσε ποτέ, αλλά λόγια σαν τα δικά της είναι χρήσιμα για να κατανοήσουμε τι έχει κινητοποιήσει και τι συνεχίζει να κινητοποιεί τις ισραηλινές αρχές τους τελευταίους 25 μήνες και τα τελευταία ογδόντα χρόνια: η κυριαρχία επί της γης, με στόχο την οριστική κατάκτησή της, που περνά από την απανθρωποποίηση όσων θεωρούν ξένους και ανάξιους να δεχτούν οίκτο. Αν ποτέ ακούγονταν από αυτή την πλευρά της θάλασσας αυτά τα λόγια θα έπρεπε να χρησιμεύσουν για να αφυπνίσουν συνειδήσεις που, ήδη, καθεύδουν.
ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΣΤΟΧΕΥΟΥΝ στην αναζωπύρωση της προσοχής γύρω από όσα συμβαίνουν στην Παλαιστίνη. Την προσοχή που οι δυτικές κυβερνήσεις δεν έβλεπαν την ώρα να σβήσουν. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο έγινε δεκτή η ελευθεροκτόνα «ειρηνευτική» συμφωνία του Τραμπ δεν έχει άλλη εξήγηση από την πιεστική ανάγκη να αφήσουμε πίσω μας τα πάντα, γενοκτονία και συνενοχή. Η επίθεση συνεχίζεται, τώρα πιο ανενόχλητη από ποτέ. Με άλλες μορφές και πανομοιότυπες πολιτικές. Ενώ δεν βλέπουμε πλέον μαζικούς βομβαρδισμούς (παρόλο που δεκάδες Παλαιστίνιοι εξακολουθούν να σκοτώνονται), το Ισραήλ συνεχίζει να εφαρμόζει τη στρατηγική της μη βιωσιμότητας, καθιστώντας τη Γάζα ένα μέρος ακατάλληλο για τη ζωή, μια σιωπηλή γενοκτονία.
Οι μπουλντόζες δεν έχουν σβήσει τις μηχανές τους. Πέρα από την κίτρινη γραμμή -η οποία αλλάζει περίμετρο κάθε μέρα, φαινομενικά τυχαία, καταβροχθίζοντας μέτρο προς μέτρο το έδαφος που είναι διαθέσιμο στους Παλαιστίνιους- ο ισραηλινός στρατός και οι ιδιωτικές εταιρείες που κέρδισαν τις συμβάσεις κατεδαφίζουν ό,τι λίγο έχει μείνει όρθιο. Εν τω μεταξύ, από την άλλη πλευρά της κίτρινης γραμμής, τα φορτηγά ανθρωπιστικής βοήθειας εμφανίζονται με το σταγονόμετρο, δεν υπάρχει ανοικοδόμηση στον ορίζοντα εξαιτίας της ρητής ισραηλινο-αμερικανικής βούλησης, και τα φτωχά, αυτοσχέδια καταφύγια βυθίζονται στη βροχή και τη λάσπη.
Το Ισραήλ εφαρμόζει ένα μοντέλο που θεωρεί επιτυχημένο, τη μέθοδο του Λιβάνου: μια εκεχειρία στα χαρτιά και συνεχείς, καθημερινές παραβιάσεις για να παγιώσει έναν άγριο πόλεμο φθοράς όσο το δυνατόν λιγότερο ορατό. Ο στόχος είναι μια τυπική αναστολή του πολέμου η οποία μεταφράζεται σε μια εκμηδένιση του πληθυσμού που δέχεται την επίθεση.
Δεν είναι καν στρατιωτική τακτική. Είναι μια χαμηλή πολιτική στρατηγική που σκοπό έχει να δημιουργήσει χάος, να διαιωνίσει την απουσία πολιτικής λύσης και να διασφαλίσει την αιώνια ατιμωρησία (γεγονός που επιβεβαιώθηκε στο Σαρμ ελ Σέιχ με τον ενθουσιασμό που αναφέρθηκε παραπάνω)
ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, με διαφορετικές μορφές, εφαρμόζει το Ισραήλ τη Δυτική Όχθη: οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι αποκλεισμοί, η άγρια και φασιστική βία των εποίκων, οι κατεδαφίσεις σπιτιών και οι κατασχέσεις γης δεν χρησιμεύουν μόνο για την κατάληψη όσο το δυνατόν περισσότερης γης, αλλά και για την παρεμπόδιση και την αποξήλωση οποιουδήποτε πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού δικτύου των Παλαιστινίων.
Αυτή η στρατηγική χρησιμεύει στον κατακερματισμό, ξανά και ξανά, των ήδη διαιρεμένων εδαφών, είτε χαράσσοντας μια κινούμενη κίτρινη γραμμή είτε εγκλωβίζοντας ολόκληρες κοινότητες πίσω από φράχτες και συρματοπλέγματα, καθιστώντας τους με αυτόν τον τρόπο αιχμαλώτους των δολοφονικών επιθέσεων εποίκων και στρατιωτών.
Η στέρηση του σπιτιού, έτσι, αποκτά ένα πολύ βαθύτερο νόημα: η απομάκρυνση από τον τόπο διαβίωσης χρησιμεύει για να στερήσει την αξιοπρέπεια, να υπενθυμίσει ότι δεν υπάρχει ισότητα, ότι υπάρχει ένας ανώτερος και ένας κατώτερος.
Όταν καθιστάς έναν ατομικό και συλλογικό χώρο μη βιώσιμο, είτε είναι το σπίτι είτε είναι η πόλη, επιδιώκεις έναν υψηλότερο, δομικό στόχο: να εξουθενώσεις τον άνθρωπο και την κοινότητα, να τους μετατρέψεις σε άδεια κελύφη, να επιβάλλεις την ανάγκη της επιβίωσης εις βάρος της ανάγκης για μια πλήρη ζωή.
Ο πόλεμος που δεν τελειώνει ποτέ, το λίμπο, η εφήμερη ουτοπία ενός ορίζοντα κανονικότητας. Αυτή δεν είναι στρατιωτική τακτική, είναι πολιτική στρατηγική.

