του Στράτου Κερσανίδη
Το 1969 ο Ρόμπερτ Κράμερ γύρισε τον «Πάγο» («Ice»), ένα κινηματογραφικό επαναστατικό μανιφέστο, ένα διαμάντι του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου που μοιάζει με βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος. Ένα στρατευμένο φιλμ που χωρίς να διστάζει λέει ξεκάθαρα πως ήρθε η ώρα ο λαός να πάρει τα όπλα.
Το κεφαλαιοκρατικό αυταρχικό καθεστώς έχει εγκαθιδρυθεί, η κοινωνία παγωμένη, βιώνει τον τρόμο και την εκμετάλλευση. Μοναδική λύση για να λιώσει ο πάγος και για να απελευθερωθούν οι άνθρωποι είναι η επανάσταση η οποία όσο καλύτερα οργανωθεί τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας έχει.
Χρόνος το πολύ κοντινό μέλλον. Μια επανάσταση έχει ξεσπάσει στο Μεξικό και την ίδια ώρα στη Νέα Υόρκη η Εθνική Επιτροπή των Ανεξάρτητων Επαναστατικών Οργανώσεων προετοιμάζεται για την ένοπλη σύρραξη με το κράτος. «Όλη η εξουσία στο λαό» είναι το σύνθημα που κυριαρχεί. Η επαναστατική επιτροπή οργανώνει τον ανταρτοπόλεμο στις πόλεις το ξέσπασμα του οποίου το τοποθετεί χρονικά την ερχόμενη άνοιξη. Προετοιμάζονται μια σειρά από βίαιες πράξεις εναντίον του κράτους. Συζητήσεις, συνεδριάσεις, καταλήψεις σπιτιών, έφοδοι σε φυλακές, απαγωγές στρατιωτικών, βομβιστικές ενέργειες αλλά και μια προσπάθεια ενημέρωσης του λαού. Η κυβέρνηση η οποία ελέγχει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης παρουσιάζει τις δράσεις των επαναστατών είτε ως ενέργειες κάποιων παρανοϊκών είτε ως βιομηχανικά ατυχήματα. Έτσι η επαναστατική επιτροπή δημιουργεί έναν παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό και γυρίζει προπαγανδιστικές ταινίες για την ενημέρωση του λαού. Παρά τα πλήγματα που δέχονται οι επαναστάτες είναι αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι και «ο τελευταίος γραφειοκράτης να διαλυθεί στο αίμα του τελευταίου καπιταλιστή», όπως μας λέει ο Κράμερ χρησιμοποιώντας το γνωστό σύνθημα.
Η ταινία έχει σαφείς, σαφέστατες προθέσεις. Δεν κρύβεται, δε χρησιμοποιεί μισόλογα, δε χαϊδεύει αυτιά. Αντιθέτως, έρχεται σε άμεση σύγκρουση και παροτρύνει τον κόσμο να πάρει τα όπλα και ανατρέψει το κωλοσύστημα που του κλέβει τη ζωή και να εγκαθιδρύσει τη δική του λαϊκή εξουσία. Αν και προβλήθηκε στις ΗΠΑ δεν κατάφερε να κάνει ιδιαίτερη καριέρα αφού σαμποταρίστηκε από το αμερικανικό κατεστημένο. Έγινε περισσότερο γνωστή στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γαλλία, ανάμεσα δε στους θαυμαστές της περιλαμβάνεται και ο –ποιος άλλος;- Ζαν Λικ Γκοντάρ. Το ίδιο ισχύει και για Ρόμπερτ Κράμερ, έναν από τους πιο έντονα πολιτικοποιημένους σκηνοθέτες του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά που βρήκε καταφύγιο στο Παρίσι.
Ασπρόμαυρη και γυρισμένη σαν ντοκιμαντέρ θυμίζει το «Πάρκο της τιμωρίας» («Punishment park») του Πίτερ Γουότκινς αλλά και το «Άλφαβιλ» («Alphaville») του Γκοντάρ. Κλασικό δείγμα του σινεμά βεριτέ η ταινία αποτελείται από πλάνα σεκάνς τα οποία εναλλάσσονται με συνθήματα σε διάτιτλους και κάποιες εικόνες από εξεγέρσεις σε ολόκληρο τον κόσμο (π.χ. Βιετκόνγκ). Σινεμά βεριτέ αλλά και σινεμά ντιρέκτ γυρισμένο σε φυσικούς χώρους χωρίς ιδιαίτερους φωτισμούς, με κάμερα στο χέρι και με ερασιτέχνες ηθοποιούς ώστε να εντείνεται η ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση του θέματος και να δίδεται η εντύπωση της πραγματικότητας.
Η σύνδεση ανάμεσα στα διάφορα πλάνα σεκάνς και τις σκηνές είναι χαλαρή κι αποσπασματική καμιά φορά. Ο Κράμερ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις συζητήσεις των πρωταγωνιστών αλλά και στα προσωπικά τους προβλήματα και αδιέξοδα. Οι σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσά τους είναι ένα ζητούμενο για το πως αυτοί οι άνθρωποι θα διαχειριστούν τη μελλοντική κατάκτηση της εξουσίας. Οι αντιφάσεις οι αμφιβολίες, οι ερωτικές και σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της ομάδας είναι ένα στοιχείο που υπάρχει στην ταινία. Θέλει έτσι ο Κράμερ να μας δείξει πως η επανάσταση δεν είναι κάτι αόριστο που έρχεται από τον ουρανό, καθαγιασμένο, άσπιλο κι αμόλυντο αλλά μια διαδικασία που την κάνουν άνθρωποι με ό,τι σημαίνει αυτό.
Ο «Πάγος» είναι ένα ριζοσπαστικό φιλμ τόσο στο μήνυμα που μεταφέρει όσο και στη φόρμα. Δεν ακολουθεί τη συνήθη αφηγηματική μέθοδο, σπάει σε κομμάτια καμιά φορά ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Η ταινία συγκαταλέγεται στο αβανγκαρντίστικο και επαναστατικό κλίμα της δεκαετίας του 1960 με έντονα στοιχεία πειραματισμού.
Ο Ρόμπερτ Κράμερ γεννήθηκε το 1930 στη Νέα Υόρκη. Το 1965 ίδρυσε την ομάδα Newsreel που γύριζε πολιτικές ταινίες (μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ). Έχοντας αντιμετωπίσει προβλήματα στην πατρίδα του αναγκάστηκε το 1979 να εγκατασταθεί στη Γαλλία. Όταν το 1980 νη ταινία του «Όπλα» προβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης ο κριτικός Βίνσεντ Κάμπι έγραψε στους Τάιμς: «ο σκηνοθέτης της ταινίας είναι ένας από τους συναρπαστικότερους σκηνοθέτες που έχουμε και είναι απίστευτο το ό,τι μπορεί να βρει χρηματοδότηση μόνο στη Γαλλία». Ο Κράμερ πέθανε το 1999.