Η θάλασσα, ο δρόμος προς τους ανοιχτούς ορίζοντες, το σύμβολο της ελευθερίας. Την απεραντοσύνη της ονειρεύεται ο 13χρονος Αντουάν Ντουανέλ για να ξεφύγει από το ασφυκτικό περιβάλλον στο οποίο ζει.
Ο Φρανσουά Τριφό, ένας από τη φοβερή παρέα του γαλλικού νέου κύματος, γύρισε το 1959 «Τα 400 χτυπήματα» («Les quatre cents coups»), μία από τις ταινίες – σύμβολα του πρωτοποριακού εκείνου κινήματος. Μια ταινία με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία γυρισμένη στα λαϊκά προάστια στο βόρειο Παρίσι.
του Στράτου Κερσανίδη
Ένα μικρό σπίτι, μια προβληματική σχέση με τους γονείς του, ένα καταπιεστικό σχολείο, ένας χώρος περιστοιχισμένο από τοίχους, σχεδόν καταθλιπτικός. Ο Αντουάν νιώθει την καταπίεση αυτού του περιβάλλοντος, βιώνει την απουσία προοπτικής και αποζητά το δρόμο προς την ελευθερία. Λιγομίλητος, καμιά φορά εσωστρεφής και περίπου απών από τα όσα συμβαίνουν γύρω του, δημιουργεί συνεχώς προβλήματα στους γονείς του και στο σχολείο. Λέει ψέματα, κάνει μικροκλοπές και ενδόμυχα επιθυμεί να το σκάσει, να δραπετεύσει από όλα αυτά. Μόνο που η «ανάρμοστη» διαγωγή του τον οδηγεί στο αναμορφωτήριο, ένα ακόμη πιο ασφυκτικό περιβάλλον στο οποίο η ελευθερία είναι άγνωστη λέξη. Αλλά ακόμη κι εκεί, το όνειρο της θάλασσας δεν παύει να καταδιώκει τον Αντουάν. Ώσπου μια μέρα καταφέρνει να το σκάσει και αρχίζει να τρέχει, να τρέχει ακούραστα προς το μέρος της μέχρι που βουτάει τα πόδια μέσα της αγγίζοντας την ελευθερία που τόσο επιθυμούσε.
Μια αρχικά οικογενειακή ιστορία μετατρέπεται στα χέρια του Τριφό σε έναν ύμνο στην ελευθερία, μια ταινία η οποία μιλά με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο για τη νεανική εξέγερση. Χωρίς να ποντάρει στη βία των πραγμάτων, την αφήνει σε ένα δεύτερο επίπεδο να πλανιέται και να περιφέρεται πάνω και γύρω από τον 13χρονο ήρωά του. Και η εξέγερση αυτού του ήρωα έχει μια τρυφερότητα, τέτοια που συναντάμε σε όλες σχεδόν τις ταινίες του Φρανσουά Τριφό.
Γυρισμένη σε φυσικό ντεκόρ και με μια σκηνοθεσία η οποία στροβιλίζεται ανάμεσα στην ποίηση, το συναίσθημα, την ελευθερία, την τρυφερότητα, την ανθρωπιά, την αθωότητα, την αμφισβήτηση, τη ρήξη και μια βαθιά αίσθηση του καλλιτεχνικού έργου που τραβάει μπροστά και δε φοβάται να κοιτάξει κατάματα το κοινό, «Τα 400 χτυπήματα» είναι «η πιο περήφανη, η πιο πεισματάρικη, η πιο ξεροκέφαλη, η πιο ελεύθερη ταινία του κόσμου». Λόγια του έτερου φοβερού και τρομερού τύπου της νουβέλ βαγκ, Ζαν Λικ Γκοντάρ. Μια ταινία που πατάει γερά στην πραγματικότητα μακριά από κάθε επιτήδευση και με έναν διάχυτο αυθορμητισμό που γοητεύει. Ο χαρακτήρας του Αντουάν Ντουανέλ, που ο Τριφό τον κράτησε και σε ακόμη τέσσερις ταινίες, αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο που δε συμβιβάζεται, που κοιτάζει τον κόσμο τολμηρά και δε διστάζει να τον αντιμετωπίσει. Χωρίς να έχει τίποτε το ηρωικό, με την κλασική έννοια του όρου, είναι ένας άνθρωπος που διεκδικεί τη ζωή του. Κι ακόμη μια ταινία για τις ανθρώπινες σχέσεις, τη μελαγχολία τους και τη δυσκολία να κρατηθούν χωρίς να ραγίσουν. Κι όλα αυτά χωρίς να αμφισβητεί το σινεμά της αφήγησης, με τη μυθοπλασία να έχει πάντοτε μια σημαντική θέση στο έργο του. Για το λόγο αυτό έχει γραφτεί πως τις ταινίες του Τριφό είναι εύκολο να τις αγαπήσεις επειδή κι αυτές μοιάζουν να αγαπούν το κοινό.
Ο τίτλος «400 χτυπήματα», γαλλιστί «Les quatre cents coups» προέρχεται από την έκφραση «Faire les quatre cents coups», που σημαίνει στην αργκό «ζω ατίθασα».
Η ταινία θεωρείται από πολλούς ως η πρώτη του νέου κύματος και μία από τις πιο σημαντικές ταινίες στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Ο Τριφό υποστηρίζοντας τη ρήξη με το κυρίαρχο μοντέλο του γαλλικού σινεμά της εποχή εκείνης, ως κριτικός στο θρυλικό περιοδικό Κινηματογραφικά Τετράδια, είχε γράψει: «Ξεσηκωθείτε ενάντια στο γαλλικό σινεμά, σπάστε τα καθίσματα όταν έρχεστε αντιμέτωποι με τέτοιες προσβλητικές ταινίες».
Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Κανών το 1959.
Αναδημοσίευση από την Εποχή