in

403 π.Χ. Του Χρήστου Λάσκου

Vincent AzoulayPaulin Ismard, Αθήνα 403 -Η ιστορία ως χορικό, εκδόσεις Πόλις 2025, σελ. 556, μετάφραση: Δημήτρης Δημακόπουλος

(Ο Κριτίας) ήταν ο χειρότερος ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, που οφείλουν την φήμη τους στην κακία τους

Φιλόστρατος

Ο Κριτίας, ο χειρότερος ανάμεσα στους φημισμένους κακούς –κάκιστος ανθρώπων-  έχει μείνει στην ιστορία για μια σειρά από λόγους. Προερχόμενος από την υψηλή αθηναϊκή αριστοκρατία, ευειδής, έξυπνος, σπουδαίος ρήτορας, αλλά και μουσικός και ποιητής, υπήρξε ένας από τους γνωστούς μαθητές του Σωκράτη -ο Πλάτων έχει δώσει σε ένα από τα σημαντικότερα έργα του ως τίτλο το όνομά του.

Ο Κριτίας, όμως, χρωστάει κυρίως τη φήμη του στη συμμετοχή του στη φοβερή Τρομοκρατία των Τριάκοντα Τυράννων, οι οποίοι, μετά την συντριπτική ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τον Σεπτέμβριο του 404 π.Χ., και με τη βοήθεια των νικητών Σπαρτιατών πήραν την εξουσία στην πόλη. Για πρώτη φορά σε έναν αιώνα, από την μεγάλη θεσμική Επανάσταση του Κλεισθένη, το 508, ανατρέπονταν η δημοκρατία. Είχε μεσολαβήσει το πραξικόπημα του 411, αυτό των Τετρακοσίων, αλλά, εκτός του ό,τι ανατράπηκε πολύ γρήγορα, δεν άφησε κάποιο ουσιαστικό αποτύπωμα.

Το 403, η περίοδος της ακραίας διακυβέρνησης των ολιγαρχικών, ήταν εντελώς διαφορετικό. Για περισσότερο από ένα χρόνο, η ολιγαρχική χούντα προώθησε μια εμφύλια εκκαθάριση μεγάλης έκτασης. Φαίνεται να σκότωσε χωρίς έλεος χιλιάδες αντιπάλους της, σε μια σφαγή, η οποία δεν είχε προηγούμενο εκτός πολεμικού πλαισίου.

Οι Αζουλαί και Ισμάρ αφηγούνται και αναλύουν τα γεγονότα, που υπήρξαν καθοριστικά για την πορεία της αθηναϊκής δημοκρατίας, μια και στον έναν αυτόν χρόνο τέθηκαν και επιλύθηκαν –όσο επιλύθηκαν- καταστατικά για το, θαυμαστό ιστορικά, πολίτευμα, θέματα.

Ταυτόχρονα, δοκιμάζουν μια ιδιότυπη μεθοδολογία ανάλυσης. Μια μεθοδολογία, που βρίσκεται σε αντίθεση με πιο συμβατικές μεθόδους, όπως αυτή που αντιλαμβάνεται την κοινωνία με τρόπο ομοιογενή ή την άλλη, η οποία θεωρεί πως η ορθή προσέγγιση πρέπει να θέτει σε πρώτο πλάνο μια βασική διαχωριστική. Σε αντίθεση, ακόμα, με την πιο σύγχρονη δικτυακή αντίληψη, όπου η κοινωνία δεν είναι ούτε συνεχές ούτε θεμελιωδώς και σταθερά ρηγματωμένη, αλλά δίκτυο, καλύτερα δίκτυο δικτύων, οι συγγραφείς προτείνουν την εικόνα του χορού, των χορών, των πολλαπλών χορών.

Η κοινωνία είναι ένα σύνολο χορών. Κάποιοι κινούνται παράλληλα, άλλοι σε μετωπική σχέση, πολλοί είναι τεμνόμενοι, με ποικίλους τρόπους μεταξύ τους.

Η επιλογή του χορού ως της θεμελιώδους εικόνας γι’ αυτά που περιγράφονται και επιχειρείται να εξηγηθούν -καλύτερα, να ερμηνευτούν- αξιοποιεί, μεταξύ άλλων, δύο χαρακτηριστικά τους. Σε αντίθεση με την γραμμική παράταξη μιας παρέλασης ή μιας διάταξης μάχης, στους συγκεκριμένους χορούς όλοι οι συμμετέχοντες βλέπουν όλους τους άλλους. Υπάρχει χορηγός, υπάρχει κορυφαίος, η θέση τους, ωστόσο, δεν είναι μόνιμη. Μπορούν, κάλλιστα, να εκπέσουν και να εναλλαγούν.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η μεθοδολογία είναι παράξενη. Ωστόσο, λειτουργεί. Όποια διαβάσει το βιβλίο νομίζω πως θα πειστεί. Δεν υπάρχει, άλλωστε, άλλος τρόπος. Μόνο η ολοκλήρωση της ανάγνωσης μπορεί να μας πείσει. Γι’ αυτό δεν θα μείνω άλλο στο θέμα της μεθόδου.

Πρόκειται για βιβλίο ιστορίας και όχι για επιστημολογικό πόνημα.

Ένα βιβλίο ιστορίας δεν μπορεί, νομίζω, παρά να είναι αφήγηση. Και η αξία του κρίνεται και στη δυνατότητα να αφηγείται συναρπαστικά. Οι Αζουλαί και Ισμάρ το καταφέρνουν μοναδικά.

Το 403, λοιπόν, είναι από τα πιο καθοριστικά χρόνια της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι ολιγαρχικοί τρομοκράτες επιβάλλουν ένα σκληρό καθεστώς, που αποκλείει ρητά το μεγαλύτερο μέρος των ελεύθερων πολιτών από την άσκηση της εξουσίας. Τρεις Χιλιάδες επιλεγμένοι «άριστοι» ασκούν τις πολιτικές λειτουργίες, υπό την καθοδήγηση Τριάκοντα κορυφαίων, οι οποίοι, εκτός των άλλων, έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν την ίδια τη σύνθεση των τρισχιλίων. Πράγμα, που σημαίνει πως αυτοί οι Τριάκοντα διαθέτουν την απόλυτη εξουσία, αφού μπορούν να επιλέγουν το ποιος ανήκει στην σύνολη ιθύνουσα τάξη. Η διακυβέρνηση δεν βασίζονταν στο νόμο, τον οποιοδήποτε, καλό ή κακό, νόμο, αλλά στον επηρεασμό του θυμικού. Ιδίως, στο διαρκή φόβο. Πρόκειται, ως προς τη μέθοδο ηγεμόνευσης , για μια «φοβοκρατία». Φοβούνται οι κατώτεροι, αλλά φοβούνται πολύ και οι άριστοι, φοβούνται το ίδιο τους το καθεστώς, τους υπόλοιπους μεταξύ τους. Φοβούνται οι ίδιοι οι «φοβοκράτες».

Απέναντί είναι σα να μην υπάρχει τίποτε. Οι δημοκρατικοί φαίνεται να έχουν υποστεί ολοκληρωτική ήττα. Η δημοκρατική Αθήνα, με έναν παράδοξο τρόπο, έχοντας χάσει όλα τα οφέλη της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας, γίνεται αδύναμο έρμαιο της αποφασιστικότητας των Τυράννων -όπως, άλλωστε, συμβαίνει πάντοτε στην ιστορία. Οι Τύραννοι είναι πιο αποφασιστικοί, χωρίς αιδώ και ηθικούς περιορισμούς. Θα σφαγιάσουν τους πάντες προκειμένου να επικρατήσουν.

Η πρώτη αντίδραση έρχεται όταν, όχι περισσότεροι από εβδομήντα, δημοκρατικοί, υπό την ηγεσία του Θρασύβουλου, καταλαμβάνουν, προς γενική κατάπληξη, τον Δεκέμβριο του 404, το κάστρο της Φυλής διακηρύττοντας τη βούλησή τους να βάλουν τέρμα στην ολιγαρχική Τρομοκρατία. Και η κατάπληξη γίνεται μεγαλύτερη, όταν, τον Μάιο του 403, αυτή η μικρή ομάδα, ενισχυμένη από δούλους και ξένους, νικάει τον πολύ ισχυρότερο και πολύ καλύτερα εξοπλισμένο στρατό των Τριάκοντα στη μάχη της Μουνιχίας στον Πειραιά, ανοίγοντας τον δρόμο για την πτώση του τρομοκρατικού καθεστώτος, τον Οκτώβριο.

Οι Αζουλαί και Ισμάρ εξηγούν πώς συνέβη αυτό. Και δείχνουν πόσο ο πληβειακός χαρακτήρας του δημοκρατικού στρατού έπαιξε καίριο ρόλο. Με μια δόση υπερβολής, ισχυρίζονται πως

“[η] στρατιά του Θρασύβουλου είναι σαν τον στρατό του Γκαριμπάλντι ή του Μάο” (σελ. 110).

Αναγκαστικά, υπάρχει ένα ταξικό στοιχείο την εξήγηση των συνεχών παραδόξων. Η συμβολή των δούλων και των μετοίκων, των φτωχών και «παθητικών» ανθρώπων της πόλης, υπήρξε καθοριστική για τη νίκη των δημοκρατικών.

“[Α]υτοί οι «πολλοί και παντοδαποί» άνδρες παρατάχτηκαν πίσω από τις ισχνές γραμμές των οπλιτών […] και σχημάτισαν τα σώματα των πελταστών και των πετροβόλων, που έτρεψαν σε άτακτη φυγή τον στρατό των ολιγαρχικών” (σελ. 119).

Ήταν αυτός ο διευρυμένος χορός του Πειραιά, που νίκησε τον συνειδητά και ακραία περιορισμένο στους άριστους εκλεκτούς και μόνο. Σε μια συνθήκη, όπου ο συμβιβασμός -η «μεσότης- ήταν αδύνατος. Για τους Τριάκοντα, η δημοκρατία δεν επιδέχεται βελτίωση.

Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τρίτος δρόμος. Εξτρεμιστική ολιγαρχία ή ριζοσπαστική δημοκρατία, αυτά μόνο.

Η δημοκρατία νίκησε ως, τουλάχιστον στον ένα χρόνο της αντιπαράθεσης, ριζοσπαστική, δηλαδή πρωτοφανώς διευρυμένη. Τόσο, που, εν όπλοις, περιλάμβανε ακόμη και τους δούλους.

Αυτό το στοιχείο, ο διευρυμένος, ο ταξικός χαρακτήρας των μη αναμενόμενων νικητών επέδρασσε καθοριστικά, λοιπόν. Και αυτό είναι που δίνει στην «στιγμή του 403» τη μοναδική της ιστορικά βαρύτητα. Γιατί δεν έμεινε εκεί το πράγμα.

Αμέσως μετά τη νίκη, ο Θρασύβουλος θα κάνει μια αδιανόητη, για τα δεδομένα της δημοκρατίας του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή, πρόταση. Θα εισηγηθεί την απονομή της ιδιότητας του πολίτη σε όλους όσους επέστρεψαν μαζί του από τον Πειραιά, ακόμα και στους σκλάβους! Θα εκθέσει, δηλαδή, μια ριζοσπαστική αντίληψη για τη δημοκρατία, που συνεπαγόταν την άρση κάθε αποκλεισμού.

“Η λέξη δημοκρατία δεν δηλώνει [πια], απλώς το σύνολο των δικαιωμάτων μιας κοινότητας όπου η ισότητα αποτελεί συνάρτηση μιας εξουσίας που στηρίζεται στην κυριαρχία επί των άλλων (των γυναικών, των μετοίκων ή των δούλων), αλλά ταυτίζεται με την υπόσχεση της κατάργησης όλων αυτών των σχέσεων κυριαρχίας” (σελ. 124).

Η πρόταση του Θρασύβουλου δεν πέρασε. Επικράτησε αυτή του Αρχίνου, στην ανοιχτή τους αντιπαράθεση. Στο σώμα των πολιτών έγιναν αποδεκτοί όλοι σχεδόν από τους Τρεις Χιλιάδες πραξικοπηματίες, όχι, όμως, οι «ξένοι» και οι σκλάβοι.

Σύμφωνα με τους Αζουλαί και Ισμάρ,

“[τ]ο εγχείρημα του Θρασύβουλου ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία” (σελ. 126).

Δεν είμαι βέβαιος. Δεν πιστεύω σε άτεγκτες «νομοτέλειες», όπως αυτές των σταλινικών -και όχι μόνο. Θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να επικρατήσει η ριζοσπαστική δημοκρατία. Δεν συνέβη. Δεν αποκλειόταν.

Αυτό για το οποίο είμαι σχεδόν βέβαιος είναι πως   είναι βάσιμη η υπόθεση ότι μια ριζοσπαστική δημοκρατία θα ήταν πιθανότερο να υπερισχύσει απέναντι στην καταστροφική μακεδονική επικράτηση. Γιατί όχι και απέναντι στο ρωμαϊκό ιμπεριαλισμό, αργότερα.

Τα παραπάνω ελάχιστα είναι αδύνατο να παρουσιάσουν τον πλούτο του επιχειρήματος των συγγραφέων. Οι οποίοι υπηρετούν την επιστημονική ιστορία λέγοντας πολλές ιστορίες. Γιατί η ιστορία είναι πλέγμα ιστοριών, χορών που εκτυλίσσονται συνεχώς και αδιαλείπτως στην χρόνο και τον χώρο.

Θα δούμε την ιστορία του Σωκράτη, τη συγκεκριμένη ώρα, θα ακούσουμε την ιστορία που λέει ο Πλάτωνας τότε και μετά. Θα νιώσουμε συνεπαρμένοι με όσα θα κάνει και θα πει η ιέρεια Λυσιμάχη στο πλαίσιο των χορών των γυναικών. Θα μάθουμε την ιστορία του Εύθηρου και των «μισθωτών». Της Ηγησούς και της διαλυμένης οικογένειας. Του Αρχίνου, του Γύρη, του Νικόμαχου, του Λυσία,…

Το βιβλίο είναι υπέροχο. Ως γραφή και ως απόδοση στα ελληνικά, από τον Δημήτρη Δημακόπουλο. Η εκδοτική επιμέλεια εξαιρετική, όπως πάντα καταφέρνει η Πόλις.

ΥΓ1. Η ανάγνωση του βιβλίου βοηθάει και σε κάτι, που νομίζω πως είναι αναγκαίο να αναληφθεί στο πλαίσιο των «εθνικών» μας ιδεοληψιών.  Και αυτό δεν είναι άλλο από την αποδόμηση της υπερεξιδανίκευσης της αθηναϊκής δημοκρατίας από τον Καστοριάδη. Το ριζικό φαντασιακό των Αθηναίων, δεν ήταν, από πολλές απόψεις, και τόσο ριζικό.

ΥΓ2. Ο Κριτίας δεν ήταν μοναδικός στην κακία. Οι κακοί, όπως πάντα, ήταν πολλοί. Οι συγγραφείς το δείχνουν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

H φροντίδα σε μια δυστοπική κοινωνία

Αλληλεγγύη στο λαό της Βενεζουέλας από τον EZLN και δεκάδες συλλογικότητες από το Μεξικό και τον κόσμο