in ,

12 γυναίκες φτάνουν στην 8η Μαρτίου. Του Εξεγερμένου Υποδιοικητή Μάρκος

πηγή: enlacezapatista.ezln.org, μετάφραση: σ.π.

11 Μαρτίου 1996

Στον δωδέκατο χρόνο του EZLN (δεύτερο του πολέμου), μακριά, χιλιάδες χιλιόμετρα από το Πεκίνο, 12 γυναίκες φτάνουν στην 8η Μαρτίου του 1996 με τα πρόσωπά τους καλυμμένα…

  1. Χθες…

Το μαύρο φιμώνει το πρόσωπο, αφήνει ελεύθερα μόνο τα μάτια και τούφες μαλλιά που καλύπτουν τον αυχένα. Στο βλέμμα, η λάμψη εκείνης που αναζητά. Μια καραμπίνα M-1 κρεμασμένη μπροστά, στη θέση που αποκαλούν «εφόδου», και ένα πιστόλι στη μέση. Στο αριστερό στήθος, τον τόπο των ελπίδων και των πεποιθήσεων, φέρει τα διακριτικά τής Ταγματάρχη Πεζικού ενός αντάρτικου στρατού που αυτοαποκαλείται, μέχρι εκείνο το παγωμένο ξημέρωμα της 1ης Ιανουαρίου 1994, Ζαπατιστικός Στρατός για την Εθνική Απελευθέρωση. Διοικεί την αντάρτικη φάλαγγα που καταλαμβάνει την παλιά πρωτεύουσα της νοτιοανατολικής μεξικανικής πολιτείας Τσιάπας, το Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας. Η κεντρική πλατεία του Σαν Κριστόμπαλ είναι έρημη. Μόνο οι άντρες και γυναίκες ιθαγενείς που διοικεί είναι μάρτυρες της στιγμής κατά την οποία η Ταγματάρχης —γυναίκα, ιθαγενής Τσοτσίλ και αντάρτισσα— μαζεύει την εθνική σημαία και την παραδίδει στους αρχηγούς της εξέγερσης, τη λεγόμενη «Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή». Από τον ασύρματο, η Ταγματάρχης ανακοινώνει: «Ανακτήσαμε τη σημαία. 10-23 σε αναμονή». 02:00, νοτιοανατολική ώρα, της 1ης Ιανουαρίου 1994. Ώρα 01:00 Πρωτοχρονιάς για τον υπόλοιπο κόσμο. Δέκα χρόνια περίμενε για να πει αυτές τις επτά λέξεις. Έφτασε στα βουνά της ζούγκλας Λακαντόνα τον Δεκέμβριο του 1984, δεν ήταν ούτε είκοσι χρονών, κουβαλώντας στο σώμα της όλη την ιστορία των ταπεινώσεων των ιθαγενών γυναικών. Τον Δεκέμβριο του 1984 αυτή η μελαχρινή γυναίκα λέει «Φτάνει πια!», αλλά το λέει τόσο σιγανά που μόνο η ίδια το ακούει. Τον Ιανουάριο του 1994 αυτή η γυναίκα και δεκάδες χιλιάδες ιθαγενείς γυναίκες δεν το λένε πια, το φωνάζουν: «Φτάνει πια!», τόσο δυνατά που τις ακούει όλος ο κόσμος…

Στα περίχωρα του Σαν Κριστόμπαλ, μια άλλη αντάρτικη φάλαγγα, με διοικητή έναν άνδρα —τον μοναδικό με ανοιχτόχρωμο δέρμα και μεγάλη μύτη ανάμεσα στους ιθαγενείς που καταλαμβάνουν την πόλη— έχει ολοκληρώσει την κατάληψη εξ εφόδου του αρχηγείου της αστυνομίας. Απελευθερώνουν από τις μυστικές φυλακές τους ιθαγενείς που περνούσαν την Πρωτοχρονιά έγκλειστοι για το βαρύτερο έγκλημα στη νοτιοανατολική Τσιάπας: ότι είναι φτωχοί. Εουχένιο Ασπαρούκ είναι το όνομα του Εξεγερμένου Λοχαγού, ιθαγενή Τσελτάλ και αντάρτη, που μαζί με την τεράστια μύτη είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο του αρχηγείου. Όταν φτάνει το μήνυμα της Ταγματάρχη, ο Εξεγερμένος Λοχαγός Πέδρο, ιθαγενής Τσολ και αντάρτης, έχει ολοκληρώσει την κατάληψη του αρχηγείου της Ομοσπονδιακής Τροχαίας και ελέγχει τον δρόμο που συνδέει το Σαν Κριστόμπαλ με την Τούξτλα Γκουτιέρες· ο Εξεγερμένος Λοχαγός Ουμπίλιο, ιθαγενής Τσελτάλ και αντάρτης, έχει υπό τον έλεγχό του τις βόρειες προσβάσεις της πόλης και έχει καταλάβει το σύμβολο της κυβερνητικής ελεημοσύνης προς τους ιθαγενείς, το Εθνικό Ινστιτούτο Ιθαγενών· ο Εξεγερμένος Λοχαγός Γκιγιέρμο, ιθαγενής Τσολ και αντάρτης, έχει καταλάβει το σημαντικότερο ύψωμα της πόλης, κι από κει έχει θέα στην έκπληκτη σιωπή που προβάλλει από τα παράθυρα σπιτιών και κτιρίων· οι εξεγερμένοι λοχαγοί Χιλμπέρτο και Νοέ, ιθαγενείς Τσοτσίλ και Τσελτάλ αντίστοιχα, επίσης αντάρτες, ολοκληρώνουν την έφοδο στο αρχηγείο της πολιτειακής δικαστικής αστυνομίας, του βάζουν φωτιά και προελαύνουν για να ασφαλίσουν το άκρο της πόλης που συνδέεται με το στρατόπεδο της 31ης στρατιωτικής ζώνης στο Ράντσο Νουέβο.

Στις 02:00 της 1ης Ιανουαρίου 1994, πέντε εξεγερμένοι αξιωματικοί —άντρες, ιθαγενείς και αντάρτες— ακούν από τον ασύρματο τη φωνή της διοικήτριάς τους, γυναίκας, ιθαγενούς και αντάρτισσας, να λέει: «Ανακτήσαμε τη σημαία, 10-23 σε αναμονή». Το επαναλαμβάνουν στα στρατεύματά τους, άντρες και γυναίκες, όλους και όλες ιθαγενείς, αντάρτες και αντάρτισσες, μεταφράζοντας: «Ξεκινήσαμε…»

Στο δημοτικό μέγαρο, η Ταγματάρχης οργανώνει την άμυνα της θέσης και την προστασία των αντρών και των γυναικών που εκείνες τις στιγμές κυβερνούν την πόλη — όλοι και όλες ιθαγενείς, αντάρτες και αντάρτισσες. Μια ένοπλη γυναίκα τους προστατεύει.

Ανάμεσα στους ιθαγενείς αρχηγούς της εξέγερσης υπάρχει μια μικροκαμωμένη γυναίκα, μικρή ακόμα κι ανάμεσα στις μικρές. Το μαύρο φιμώνει το πρόσωπο, αφήνει ελεύθερα μόνο τα μάτια και τούφες μαλλιά που καλύπτουν τον αυχένα. Στο βλέμμα, η λάμψη εκείνης που αναζητά. Μια κοντόκαννη καραμπίνα διαμετρήματος 12 κρεμασμένη στην πλάτη. Με την παραδοσιακή της φορεσιά, η Ραμόνα κατεβαίνει από τα βουνά, μαζί με εκατοντάδες γυναίκες, προς την πόλη του Σαν Κριστόμπαλ τη νύχτα της τελευταίας μέρας του 1993. Μαζί με τη Σουσάνα και άλλους ιθαγενείς άντρες, αποτελεί μέρος της ιθαγενικής ηγεσίας του πολέμου στην αυγή του 1994, της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής – Γενικής Διοίκησης του EZLN. Η διοικήτρια Ραμόνα θα εντυπωσιάσει με το ανάστημα και τη λάμψη της τα διεθνή μέσα ενημέρωσης όταν εμφανιστεί στους Διαλόγους του Καθεδρικού, κουβαλώντας στο σακίδιό της την εθνική σημαία που ανέκτησε η Ταγματάρχης την 1η Ιανουαρίου. Η Ραμόνα δεν το ξέρει τότε, ούτε κι εμείς, αλλά ήδη στο σώμα της φωλιάζει μια αρρώστια που της κατατρώει τη ζωή και σβήνει τη φωνή και το βλέμμα της. Η Ραμόνα και η Ταγματάρχης, οι μόνες γυναίκες στη ζαπατιστική αντιπροσωπεία που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον κόσμο στους Διαλόγους του Καθεδρικού, δηλώνουν: «Εμείς ήμασταν ήδη νεκρές, δεν μετρούσαμε καθόλου», και το λένε σαν να κάνουν τον απολογισμό των ταπεινώσεων και της λησμονιάς. Η Ταγματάρχης μεταφράζει στη Ραμόνα τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Η Ραμόνα γνέφει και καταλαβαίνει, σαν οι απαντήσεις που της ζητούν να βρίσκονταν πάντα εκεί, σε αυτή τη μικρή φιγούρα που γελάει με τα ισπανικά και με τον τρόπο ζωής των γυναικών της πόλης. Η Ραμόνα γελάει όταν δεν ξέρει ότι πεθαίνει. Όταν το ξέρει, συνεχίζει να γελάει. Προηγουμένως, δεν υπήρχε για κανέναν, τώρα υπάρχει, είναι γυναίκα, είναι ιθαγενής και είναι αντάρτισσα. Τώρα ζει η Ραμόνα, μια γυναίκα από αυτή τη φυλή που πρέπει να πεθάνει για να ζήσει…

Η Ταγματάρχης κοιτάζει το φως που αρχίζει να απλώνεται στους δρόμους του Σαν Κριστόμπαλ. Οι στρατιώτες της οργανώνουν την άμυνα της παλιάς Χοβέλ και την προστασία των αντρών και των γυναικών που εκείνη τη στιγμή κοιμούνται — ιθαγενείς και μιγάδες, όλοι τους έκπληκτοι. Η Ταγματάρχης, γυναίκα, ιθαγενής και αντάρτισσα, τους έχει πάρει την πόλη. Εκατοντάδες ένοπλοι ιθαγενείς περικυκλώνουν την παλιά Σιουδάδ Ρεάλ. Μια ένοπλη γυναίκα τους διοικεί…

Λίγα λεπτά αργότερα πέφτει στα χέρια των ανταρτών η πρωτεύουσα του δήμου Λας Μαργαρίτας, ώρες μετά παραδίδονται οι κυβερνητικές δυνάμεις που υπερασπίζονται το Οκοσίνγκο, το Αλταμιράνο και το Τσανάλ. Το Ουιξτάν και το Οχτσούκ καταλαμβάνονται στο πέρασμα μιας φάλαγγας που προελαύνει προς την κεντρική φυλακή του Σαν Κριστόμπαλ. Επτά πρωτεύουσες δήμων βρίσκονται στα χέρια των ανταρτών μετά τις επτά λέξεις της Ταγματάρχη.

Ο πόλεμος για τις λέξεις έχει αρχίσει…

Σ’ εκείνους τους άλλους τόπους, άλλες γυναίκες, ιθαγενείς και αντάρτισσες, ξαναγράφουν το κομμάτι της ιστορίας που τους έλαχε να κουβαλούν σιωπηλά μέχρι εκείνη την 1η Ιανουαρίου. Επίσης χωρίς όνομα και χωρίς πρόσωπο είναι οι:

Ίρμα. Εξεγερμένη Λοχαγός Πεζικού. Η ιθαγενής Τσολ Ίρμα οδηγεί μία από τις αντάρτικες φάλαγγες που καταλαμβάνουν την πλατεία του Οκοσίνγκο την 1η Ιανουαρίου 1994. Βρίσκεται σε μία πλευρά του κεντρικού πάρκου και, μαζί με τους μαχητές υπό τις διαταγές της, δεν αφήνει σε χλωρό κλαδί τη φρουρά που προστατεύει το δημαρχείο μέχρι να παραδοθεί. Τότε η Ίρμα λύνει την πλεξούδα της και τα μαλλιά φτάνουν μέχρι τη μέση της. Σαν να έλεγε «εδώ είμαι ελεύθερη και καινούργια», τα μαλλιά της λοχαγού Ίρμα λάμπουν — και συνεχίζουν να λάμπουν όταν πια η νύχτα σκεπάζει ένα Οκοσίνγκο στα χέρια των ανταρτών…

Λάουρα. Εξεγερμένη Λοχαγός Πεζικού. Γυναίκα Τσοτσίλ, γενναία στη μάχη και στη μελέτη, η Λάουρα φτάνει να γίνει λοχαγός μιας μονάδας που αποτελείται αποκλειστικά από άντρες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και νεοσύλλεκτοι. Με υπομονή, όπως το βουνό που τη βλέπει να μεγαλώνει, η Λάουρα διδάσκει και βάζει τάξη. Όταν οι άντρες υπό τις διαταγές της διστάζουν, αυτή δίνει το παράδειγμα. Κανείς στη μονάδα της δεν κουβαλάει τόσο βάρος ούτε περπατάει τόσο όσο εκείνη. Μετά την επίθεση στο Οκοσίνγκο, αποσύρει τη μονάδα της χωρίς απώλειες και με τάξη. Δεν καυχιέται σχεδόν καθόλου αυτή η γυναίκα με το ανοιχτόχρωμο δέρμα, όμως κρατά στα χέρια της την καραμπίνα που άρπαξε από έναν αστυνομικό — από εκείνους που είχαν τις ιθαγενείς μόνο για να τις ταπεινώνουν ή να τις βιάζουν. Μετά την παράδοση, ο αστυνομικός φεύγει τρέχοντας με τα εσώρουχα, αυτός που μέχρι εκείνη τη μέρα πίστευε πως οι γυναίκες χρησίμευαν μόνο για την κουζίνα και για να γεννοβολούν παιδιά…

Ελίσα. Εξεγερμένη Λοχαγός Πεζικού. Φέρει, σαν παράσημο του πολέμου, μερικά θραύσματα όλμου φυτεμένα για πάντα στο σώμα της. Αναλαμβάνει τη διοίκηση της φάλαγγάς της στη διάσπαση του κλοιού πυρός που γεμίζει με αίμα την αγορά του Οκοσίνγκο. Ο Λοχαγός Μπενίτο έχει τραυματιστεί στο ένα μάτι και, πριν χάσει τις αισθήσεις του, αναφέρει και διατάζει: «Με γάμησαν, πάρε τη διοίκηση, Λοχαγέ Ελίσα». Η Λοχαγός Ελίσα είναι κι αυτή τραυματισμένη όταν καταφέρνει να βγάλει μια χούφτα μαχητές από την αγορά. Όταν δίνει διαταγές, η Λοχαγός Ελίσα, ιθαγενής Τσελτάλ, μοιάζει σαν να ζητά συγγνώμη… αλλά όλοι την υπακούν…

Σίλβια. Εξεγερμένη Λοχαγός Πεζικού. Δέκα μέρες μέσα στη φάκα στην οποία μετατράπηκε το Οκοσίνγκο από τις 2 Ιανουαρίου. Μεταμφιεσμένη σε πολίτη, ξεγλιστράει μέσα από τους δρόμους μιας πόλης γεμάτης ομοσπονδιακούς, άρματα μάχης και κανόνια. Ένα στρατιωτικό μπλόκο τη σταματά. Σχεδόν αμέσως την αφήνουν να περάσει. «Αποκλείεται ένα τόσο νέο και τόσο λεπτεπίλεπτο κορίτσι να είναι αντάρτισσα», λένε οι στρατιώτες καθώς τη βλέπουν να απομακρύνεται. Όταν ξαναβρίσκει τη μονάδα της στο βουνό, η ιθαγενής Τσολ Σίλβια, ζαπατίστα αντάρτισσα, φαίνεται λυπημένη. Τη ρωτώ διακριτικά ποια στεναχώρια της έκλεψε το χαμόγελο. «Εκεί στο Οκοσίνγκο», απαντά χαμηλώνοντας το βλέμμα, «άφησα μέσα στο σακίδιό μου όλες τις κασέτες με τη μουσική, και τώρα πια δεν έχουμε». Μένει σιωπηλή, λυπημένη. Δεν λέω τίποτα· απλώς συμμερίζομαι τη λύπη της και βλέπω πως στον πόλεμο ο καθένας χάνει αυτό που αγαπάει περισσότερο…

Μαριμπέλ. Εξεγερμένη Λοχαγός Πεζικού. Καταλαμβάνει τον ραδιοφωνικό σταθμό του Λας Μαργαρίτας όταν η μονάδα της επιτίθεται στην πρωτεύουσα του δήμου την 1η Ιανουαρίου 1994. Χρειάστηκαν εννέα χρόνια ζωής στα βουνά για να μπορέσει να καθίσει μπροστά σε εκείνο το μικρόφωνο και να πει: «Είμαστε προϊόν 500 χρόνων αγώνων: πρώτα ενάντια στη σκλαβιά…». Η μετάδοση δεν πραγματοποιείται λόγω τεχνικών προβλημάτων και η Μαριμπέλ υποχωρεί για να καλύψει τα νώτα της μονάδας που προελαύνει προς το Κομιτάν. Μέρες αργότερα θα πρέπει να συνοδεύσει τον αιχμάλωτο πολέμου, στρατηγό Αμπσαλόν Καστεγιάνος Ντομίνγκες. Η Μαριμπέλ είναι Τσελτάλ και δεν ήταν ούτε δεκαπέντε χρονών όταν βγήκε στα βουνά του νοτιοανατολικού Μεξικού. «Η πιο δύσκολη στιγμή σ’ αυτά τα εννέα χρόνια ήταν όταν έπρεπε να ανέβω το πρώτο ύψωμα, το ύψωμα της κόλασης· μετά όλα έγιναν πιο εύκολα», λέει η εξεγερμένη αξιωματικός. Κατά την παράδοση του στρατηγού Καστεγιάνος Ντομίνγκες, η Λοχαγός Μαριμπέλ είναι η πρώτη αντάρτισσα που έρχεται σε επαφή με την κυβέρνηση. Ο επίτροπος Μανουέλ Καμάτσο Σολίς της δίνει το χέρι και τη ρωτά την ηλικία της: «502», απαντά η Μαριμπέλ, που μετράει τα χρόνια της ζωής της από τότε που άρχισε η εξέγερση…

Ισιδόρα. Εξεγερμένη Πεζικού. Ως απλή στρατιώτης, η Ισιδόρα μπαίνει στο Οκοσίνγκο την 1η Ιανουαρίου. Ως απλή στρατιώτης βγαίνει η Ισιδόρα από ένα Οκοσίνγκο που φλέγεται, έχοντας περάσει ώρες προσπαθώντας να βγάλει τη μονάδα της —που αποτελείται αποκλειστικά από άντρες— με σαράντα τραυματίες. Φέρει κι αυτή θραύσματα χειροβομβίδας στα χέρια και στα πόδια. Φτάνει η Ισιδόρα στο πόστο του υγειονομικού και παραδίδει τους τραυματίες, ζητάει λίγο νερό και σηκώνεται. «Πού πας;» τη ρωτούν ενώ προσπαθούν να της περιποιηθούν τις πληγές που αιμορραγούν — έχει χλωμιάσει, η στολή της κατακόκκινη. «Να φέρω τους άλλους», λέει η Ισιδόρα καθώς γεμίζει το όπλο. Προσπαθούν να τη σταματήσουν και δεν μπορούν· η απλή στρατιώτης Ισιδόρα είπε ότι πρέπει να επιστρέψει στο Οκοσίνγκο για να βγάλει κι άλλους συντρόφους από τη μουσική του θανάτου που τραγουδούν οι όλμοι και οι χειροβομβίδες. Αναγκάζονται να τη συλλάβουν για να τη σταματήσουν. «Το καλό είναι ότι, αν με τιμωρήσουν, δεν μπορούν να με υποβιβάσουν», λέει η Ισιδόρα μέσα στο δωμάτιο που την έχουν περιορίσει. Μήνες αργότερα, όταν της δίνουν το αστέρι που την προάγει σε αξιωματικό πεζικού, η Ισιδόρα, Τσελτάλ και ζαπατίστα, κοιτάζει μια το αστέρι και μια τη διοίκηση και ρωτάει, σαν παιδί που το μάλωσαν: «Γιατί;» Δεν περιμένει απάντηση.

Αμάλια. Ανθυπολοχαγός Υγειονομικού. Το πιο γρήγορο γέλιο του νοτιοανατολικού Μεξικού, η Αμάλια, σηκώνει τον Λοχαγό Μπενίτο από τη λίμνη αίματος όπου βρίσκεται αναίσθητος και τον σέρνει σε ασφαλές σημείο. Τον κουβαλάει με κομμένη την ανάσα και τον βγάζει από τον κλοιό του θανάτου που ζώνει την αγορά. Όταν κάποιος μιλά για παράδοση, η Αμάλια, τιμώντας το τσολ αίμα που κυλά στις φλέβες της, θυμώνει και βάζει τις φωνές. Την ακούνε όλοι, παρά το θόρυβο των εκρήξεων και των πυροβολισμών. Κανείς δεν παραδίδεται.

Ελένα. Υπολοχαγός Υγειονομικού. Έφτασε αγράμματη στον EZLN. Εκεί έμαθε να διαβάζει, να γράφει και αυτό που λένε νοσηλευτική. Από τις θεραπείες διάρροιας και τους εμβολιασμούς, η Ελένα περνά στη φροντίδα πολεμικών τραυμάτων στο μικρό της νοσοκομείο που είναι ταυτόχρονα σπίτι, αποθήκη και φαρμακείο. Με δυσκολία αφαιρεί τα θραύσματα όλμου που φέρουν στο σώμα τους οι ζαπατίστας που φτάνουν στο πόστο της. «Κάποια μπορούν να βγούνε και άλλα όχι», λέει η Ελενίτα, Τσολ και εξεγερμένη, σαν να μιλάει για αναμνήσεις κι όχι για θραύσματα μολύβδου…

Στο Σαν Κριστόμπαλ, το πρωί της 1ης Ιανουαρίου 1994, επικοινωνεί με τον μυταρά με το ανοιχτόχρωμο δέρμα: «Ήρθε κάποιος που κάνει ερωτήσεις, αλλά δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα, φαίνεται να μιλάει αγγλικά. Δεν ξέρω αν είναι δημοσιογράφος, αλλά έχει κάμερα». «Πάω από κει», λέει η μύτη και βάζει την κουκούλα του.

Φορτώνει σε ένα όχημα τα όπλα που κατέσχεσαν από το αρχηγείο της αστυνομίας και κατευθύνεται προς το κέντρο της πόλης. Ξεφορτώνουν τα όπλα και τα μοιράζουν στους ιθαγενείς που φρουρούν το δημοτικό μέγαρο. Ο ξένος είναι ένας τουρίστας που ρωτάει αν μπορεί να φύγει από την πόλη. «Όχι», απαντά ο κουκουλοφόρος με τη δυσανάλογα μεγάλη μύτη, «καλύτερα να γυρίσεις στο ξενοδοχείο σου. Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί». Ο ξένος τουρίστας αποχωρεί αφού πρώτα ζητάει άδεια και τραβάει βίντεο. Εν τω μεταξύ, η μέρα προχωρά, φτάνουν περίεργοι, δημοσιογράφοι και ερωτήσεις. Η μύτη απαντά κι εξηγεί σε ντόπιους, τουρίστες και δημοσιογράφους. Η Ταγματάρχης στέκεται πίσω του. Ο κουκουλοφόρος μιλάει και αστειεύεται. Μια ένοπλη γυναίκα φυλάει τα νώτα του.

Ένας δημοσιογράφος, πίσω από μια τηλεοπτική κάμερα, ρωτάει: «Κι εσείς ποιος είστε;» «Ποιος είμαι;», αναρωτιέται ο κουκουλοφόρος, ενώ παλεύει να μείνει ξύπνιος. «Ναι», επιμένει ο δημοσιογράφος, «ονομάζεστε “διοικητής Τίγρης” ή “διοικητής Λέων”;» «Α! Όχι», απαντά ο κουκουλοφόρος, τρίβοντας τα μάτια του ενοχλημένος. «Και πώς σας λένε λοιπόν;», λέει ο δημοσιογράφος και πλησιάζει το μικρόφωνο και την κάμερα. Ο κουκουλοφόρος με τη μεγάλη μύτη απαντά: «Μάρκος. Υποδιοικητής Μάρκος…» Από πάνω, τα αεροπλάνα Pilatus κάνουν ελιγμούς…

Από κει και πέρα, η άψογη στρατιωτική επιχείρηση της κατάληψης του Σαν Κριστόμπαλ θολώνει, και μαζί της σβήνει το γεγονός ότι ήταν μια γυναίκα, ιθαγενής και αντάρτισσα, που είχε το πρόσταγμα της επιχείρησης. Η συμμετοχή των γυναικών μαχητριών στις άλλες επιχειρήσεις της 1ης Ιανουαρίου και στη μακρά πορεία των δέκα χρόνων από τη γέννηση του EZLN παραγκωνίζεται. Το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από την κουκούλα σβήνει ακόμα περισσότερο καθώς τα φώτα της δημοσιότητας στρέφονται στον Μάρκος. Η Ταγματάρχης δεν λέει τίποτα, εξακολουθεί να φυλάει τα νώτα αυτής της περίφημης μύτης που τώρα έχει όνομα για τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτήν, δεν την ρωτάει κανείς το όνομά της…

Στις 2 Ιανουαρίου 1994 τα ξημερώματα, αυτή η γυναίκα ηγείται της υποχώρησης από το Σαν Κριστόμπαλ προς τα βουνά. Επιστρέφει στο Σαν Κριστόμπαλ μετά από πενήντα μέρες, ως μέλος της φρουράς που προστατεύει την αντιπροσωπεία της Παράνομης Επαναστατικής Ιθαγενικής Επιτροπής – Γενικής Διοίκησης του EZLN στον Διάλογο του Καθεδρικού. Μερικές γυναίκες δημοσιογράφοι της πήραν συνέντευξη και τη ρώτησαν το όνομά της. «Άνα Μαρία. Εξεγερμένη Ταγματάρχης Άνα Μαρία», απάντησε κοιτάζοντάς τις με τα καστανά της μάτια. Έφυγε από τον Καθεδρικό και εξαφανίστηκε για το υπόλοιπο του 1994. Όπως και οι υπόλοιπες συντρόφισσές της, έπρεπε να περιμένει και να σιωπά…

Τον Δεκέμβριο του 1994, δέκα χρόνια μετά την ένταξή της στο αντάρτικο, η Άνα Μαρία λαμβάνει την εντολή να προετοιμάσει τη διάσπαση του κλοιού που έχουν στήσει οι κυβερνητικές δυνάμεις γύρω από τη ζούγκλα Λακαντόνα. Τα ξημερώματα της 19ης Δεκεμβρίου, ο EZLN καταλαμβάνει θέσεις σε τριάντα οκτώ δήμους. Η Άνα Μαρία έχει το πρόσταγμα της επιχείρησης στους δήμους των Υψιπέδων της Τσιάπας. Μαζί της στην επιχείρηση βρίσκονται δώδεκα ακόμα γυναίκες αξιωματικοί: οι Μόνικα, Ισαμπέλα, Γιούρι, Πατρίσια, Χουάνα, Οφέλια, Σελίνα, Μαρία, Γκαμπριέλα, Αλίσια, Σενάιντα και Μαρία Λουίσα. Η ίδια η Άνα Μαρία καταλαμβάνει την πρωτεύουσα του δήμου Μποτσίλ.

Μετά την υποχώρηση των ζαπατίστας, η ανώτατη διοίκηση του ομοσπονδιακού στρατού διατάζει να μην αναφερθεί τίποτα για τη διάσπαση του κλοιού και να παρουσιαστεί στα μέσα ενημέρωσης ως μια απλή προπαγανδιστική ενέργεια του EZLN. Η υπεροψία των ομοσπονδιακών έχει δεχτεί ένα διπλό χτύπημα: οι ζαπατίστας ξέφυγαν από τον κλοιό και, επιπλέον, μια γυναίκα διοικούσε μια μονάδα που κατέλαβε αρκετές πρωτεύουσες δήμων. Αδύνατο να το δεχτούν, πρέπει να ρίξουν πολλά χρήματα για να μην γίνει γνωστή η επιχείρηση.

Την πρώτη φορά εξαιτίας της ακούσιας ενέργειας των συντρόφων της στα όπλα, την άλλη φορά εξαιτίας της σκόπιμης ενέργειας της κυβέρνησης, η Άνα Μαρία, και μαζί της οι γυναίκες ζαπατίστας, υποτιμούνται και μειώνονται…

  1. Σήμερα…

Τελειώνω ήδη να γράφω αυτά, όταν φτάνει ως εμένα η…

Δόνια Χουανίτα. Μετά τον θάνατο του γερο-Αντόνιο, η δόνια Χουανίτα παραιτείται σιγά-σιγά από τη ζωή με την ίδια αργή κίνηση που ετοιμάζει τον καφέ. Ακόμα δυνατή στο σώμα, η δόνια Χουανίτα έχει ανακοινώσει ότι πεθαίνει. «Μη λες χαζομάρες, γιαγιά», της λέω αποφεύγοντας το βλέμμα της. «Κοίτα να δεις», μου απαντά, «αν για να ζήσουμε πεθαίνουμε, κανένας δεν θα με εμποδίσει εμένα να ζήσω. Και πολύ λιγότερο ένα παιδαρέλι σαν κι εσένα», λέει και με μαλώνει η γιαγιά δόνια Χουανίτα, η γυναίκα του γερο-Αντόνιο, μια γυναίκα επαναστάτρια σε όλη της τη ζωή και, όπως φαίνεται, και σε όλο της τον θάνατο…

Εν τω μεταξύ, από την άλλη πλευρά του κλοιού, εμφανίζεται…

Εκείνη. Δεν έχει στρατιωτικό βαθμό, ούτε στολή, ούτε όπλο. Είναι ζαπατίστα, αλλά μόνο αυτή το ξέρει. Δεν έχει πρόσωπο ούτε όνομα, όπως και οι γυναίκες ζαπατίστας. Αγωνίζεται για δημοκρατία, ελευθερία και δικαιοσύνη, όπως και οι γυναίκες ζαπατίστας. Αποτελεί μέρος αυτού που ο EZLN αποκαλεί «κοινωνία των πολιτών» — ανθρώπους χωρίς κόμμα, ανθρώπους που δεν ανήκουν στην «πολιτική κοινωνία» των κυβερνώντων και των ηγεσιών των πολιτικών κομμάτων. Ανήκει σε εκείνο το ασαφές αλλά πραγματικό σύνολο που είναι το κομμάτι της κοινωνίας που λέει, μέρα με τη μέρα, το δικό του «Φτάνει πια!». Κι εκείνη έχει πει «Φτάνει πια!». Στην αρχή ξαφνιάστηκε κι η ίδια μ’ αυτές τις λέξεις, έπειτα όμως, επαναλαμβάνοντάς τες και, κυρίως, ζώντας τες, έπαψε να τις φοβάται — και να φοβάται τον εαυτό της. Εκείνη τώρα είναι ζαπατίστα, έχει συνδέσει τη μοίρα της με τη μοίρα των ζαπατίστας σ’ αυτή τη νέα παραφροσύνη που τόσο τρομάζει τα πολιτικά κόμματα και τους διανοούμενους της εξουσίας: το Ζαπατιστικό Μέτωπο για την Εθνική Απελευθέρωση. Έχει ήδη τσακωθεί με τους πάντες: με τον σύζυγό της, τον εραστή της, τον φίλο της, τα παιδιά της, τον κολλητό της, τον αδελφό της, τον πατέρα της, τον παππού της. «Είσαι τρελή», αποφάνθηκαν ομόφωνα. Δεν είναι λίγα όσα αφήνει πίσω της. Αν μετριόνταν αυτά που εγκαταλείπει, είναι περισσότερα από των εξεγερμένων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Τα πάντα, ολόκληρος ο κόσμος της, της ζητάει να ξεχάσει «εκείνους τους τρελούς ζαπατίστας», και ο κομφορμισμός την καλεί να μείνει στη βολική αδιαφορία κάποιας που κοιτάει και νοιάζεται μόνο για τον εαυτό της. Τα παρατάει όλα. Δεν λέει τίποτα. Νωρίς, τα χαράματα, ακονίζει την τρυφερή αιχμή της ελπίδας και μιμείται την 1η Ιανουαρίου των αδελφών της ζαπατίστας πολλές φορές μέσα στην ίδια μέρα — που, τουλάχιστον 364 φορές τον χρόνο, δεν έχει καμία σχέση με την 1η Ιανουαρίου.

Εκείνη χαμογελά. Θαύμαζε τις ζαπατίστας, αλλά όχι πια. Έπαψε να τις θαυμάζει τη στιγμή που κατάλαβε πως δεν ήταν παρά ο καθρέφτης της δικής της εξέγερσης, της δικής της ελπίδας.

Εκείνη ανακαλύπτει ότι γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1994. Από τότε νιώθει πως είναι ζωντανή και πως αυτό που πάντα της έλεγαν ότι είναι όνειρο και ουτοπία μπορεί να είναι αληθινό.

Εκείνη αρχίζει να έχει, σιωπηλά και χωρίς κανένα αντάλλαγμα, μαζί με άλλες και άλλους, αυτό το ζόρικο όνειρο που κάποιοι ονομάζουν ελπίδα: όλα για όλους, τίποτα για εμάς.

Εκείνη φτάνει στην 8η Μαρτίου με το πρόσωπο καλυμμένο, με το όνομα κρυμμένο. Μαζί της φτάνουν χιλιάδες γυναίκες. Και έρχονται κι άλλες. Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο, θυμίζοντας ότι απομένουν πολλά να γίνουν, ότι απομένουν πολλοί αγώνες να δοθούν. Γιατί απ’ ό,τι φαίνεται αυτή η αξιοπρέπεια είναι μεταδοτική και οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να κολλήσουν αυτή την άβολη αρρώστια…

Αυτή η 8η Μαρτίου είναι μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε και να αναγνωρίσουμε την πραγματική σημασία των εξεγερμένων γυναικών ζαπατίστας, των γυναικών ζαπατίστας, των ένοπλων και των άοπλων.

Στις ανυπότακτες και ενοχλητικές Μεξικανές γυναίκες που επέμεναν να υπογραμμίζουν ότι η ιστορία, χωρίς αυτές, δεν είναι παρά μια κακοφτιαγμένη ιστορία…

  1. Το αύριο…

Αν υπάρχει, θα είναι μαζί τους και, πάνω απ’ όλα, χάρη σ’ αυτές…

πηγή: enlacezapatista.ezln.org.mx

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

«Ιράν Επικαιρότητα»: Θάνατος στον πόλεμο, ζήτω η ζωή!