Της εσωτερικής ταύτης υποτιμήσεως…Του Χρήστου Λάσκου

Επειδή πολλά θα ειπωθούν από τα χείλη των εκπροσώπων του δικομματισμού τις επόμενες μέρες, στην προσπάθεια των φορέων του να διευκρινίσουν τις κραυγαλέες μεταξύ τους διαφορές, έχει σημασία, νομίζω, να επανερχόμαστε, με τον κίνδυνο της επανάληψης, σε καίρια ζητήματα, που κυβέρνηση και ΝΔ έχουν χίλιους λόγους να αποκρύπτουν.

Θυμόμαστε, ίσως, ότι στον πυρήνα της αριστερής εξήγησης όσων συνέβησαν στην Ελλάδα, από το 2009 κι έπειτα βρίσκονταν η έννοια της εσωτερικής υποτίμησης –μέινστριμ όρος, για να περιγράψει τη θεμελιώδη παραδοσιακή μαρξιστική έννοια της ακραίας έντασης της εκμετάλλευσης ως κεντρικής πολιτικής του κεφαλαίου προκειμένου να υπερβεί την κρίση φορτώνοντας τα βάρη και τις καταστροφές στον κόσμο της εργασίας. Δηλαδή μείωση των ονομαστικών αμοιβών, αύξηση των ωραρίων, απλήρωτες υπερωρίες, υπερπλήρης απασχόληση που πληρώνεται ως μερική, κατακρεούργηση των κοινωνικών δαπανών, αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης των εργαζομένων. Αυτό υπήρξε και παραμένει το «μίγμα πολιτικής», με το οποίο «αντιμετωπίστηκε» η κρίση. Αυτό λέγαμε εσωτερική υποτίμηση. Λέξεις που έχουν φροντίσει να εξαφανίσουν από το λόγο τους οι πολιτικοί φορείς του συστήματος.

Πράγμα που δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να κάνουν, ωστόσο, άλλοι κέρβεροι του συστήματος. Αντιγράφω από άρθρο του διευθυντή του γνωστού και μη εξαιρετέου «Βήματος»: «[Η] ελληνική οικονομία έπειτα από δέκα σχεδόν χρόνια εσωτερικής υποτίμησης έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αναπτυξιακής έκρηξης, σαν κι εκείνη που πέτυχε τη δεκαετία του ’60. Αυτή είναι η πεποίθηση των επιχειρηματιών και τραπεζιτών όσο και της διεθνούς επενδυτικής κοινότητας […] Από τη Νέα Υόρκη και το Βερολίνο έως το Πεκίνο, την Κωνσταντινούπολη και το Τελ Αβίβ η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον ως επενδυτική ευκαιρία […] Και αυτό γιατί οι αξίες έχουν υποχωρήσει, οι αμοιβές επίσης, η αγορά εργασίας τείνει να αποκτήσει ευελιξία μοναδική, το πλεονάζον εργατικό δυναμικό είναι εκπαιδευμένο και τεχνολογικά προηγμένο, η νομοθεσία επίσης προσαρμόζεται στα διεθνή στάνταρντ...».

Το αν η ελληνική οικονομία βρίσκεται μπροστά σε «αναπτυξιακή έκρηξη», όπως επιμένουν ο Καρακούσης, όσο και ο Τσίπρας, είναι πολύ αμφίβολο, αλλά δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω –έχει γίνει πολλές φορές σε παλιότερα άρθρα της στήλης. Αυτό που έχει σημασία να σημειωθεί εδώ είναι η εξήγηση της «επιτυχίας», εξού και της αισιοδοξίας της επιχειρηματικής κοινότητος.

Για το «Βήμα» δυό λέξεις είναι όλη η εξήγηση: εσωτερική υποτίμηση. Διατί να το κρύψωμεν, άλλωστε. Και δε πρόκειται για ειλικρίνεια, αλλά για επιδίωξη δικαίωσης απέναντι στους αντισυστημικούς αμβλύνοες που αντιστέκονταν: όλη η «επιτυχία» οφείλεται στην εσωτερική υποτίμηση. Τα άλλα, τα «εναλλακτικά» αποδείχτηκαν τρίχες. «Εμείς» είχαμε δίκιο, όλα είναι μονόδρομος. Τώρα το ξέρει και ο Τσίπρας –η εφαρμογή τον έπεισε.

Να μερικά μόνο στοιχεία:

-από το 2014 έως και το 2017, τα καθαρά κέρδη των εισηγμένων εταιριών εμφάνισαν αύξηση κατά 132%, ενώ η ζημίες μειώθηκαν κατά 83%

-την ίδια περίοδο, βέβαια, τα δηλωθέντα εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα μειώθηκαν κατά 40%, ενώ το 80% των επιχειρηματιών δηλώνουν εισοδήματα μικρότερα από το αφορολόγητο όριο

-αποτέλεσμα των προηγουμένων (κερδοφορία +κολοσσιαία φοροδιαφυγή των εχόντων) είναι η συμμετοχή των μισθωτών και συνταξιούχων στο φόρο εισοδήματος να πάει από το 59% στο 65%

-σε ότι αφορά τους έμμεσους φόρους (κατεξοχήν αντιλαϊκούς), ο λόγος τους προς τους άμεσους από το εξωφρενικό 1.35 έφτασε στο ασύλληπτο 1.65 –αν προσθέσουμε και το πανευρωπαϊκό ρεκόρ φοροκλοπής που έχουμε, το πράγμα γίνεται ταξικά μοναδικό διεθνώς

-για δε τις οφειλές στην εφορία, που αν εισπράττονταν θα επιλύαμε το δημοσιονομικό πρόβλημα επι μακρόν, από τα 104 δισεκατομμύρια, που χρωστούν 4 εκατομμύρια φορολογούμενοι, τα 84 δισεκατομμύρια (81%) αντιστοιχούν σε 8000 μάγκες, που οφείλουν ο καθείς πάνω, έως πολύ πάνω, από 1 εκατομμύριο και όλοι (;) ξέρουν πως δεν θα εισπραχθούν ποτέ

Αυτά είναι ένα μικρό τμήμα της εσωτερικής υποτίμησης –ο κατεξοχήν παράγοντας δημιουργίας των προϋποθέσεων της αναμενόμενης «αναπτυξιακής έκρηξης», σύμφωνα με τους νικητές του πολέμου, που δόθηκε και δεν δόθηκε.

Η εσωτερική υποτίμηση συνεχίζεται –κι ας λέει η κυβέρνηση τα δικά της. Εξάλλου δεν την πιστεύουν ούτε φιλικοί της φορείς. Μπορούμε να το διαπιστώσουμε διαβάζοντας την ίδια την «Αυγή». Στο «Υπόμνημα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική», που δημοσίευσε πριν λίγο καιρό, αναφέρεται, σε ό,τι αφορά τις πολιτικές εξελίξεις στην ΕΕ, πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου, αφού «παρά ορισμένες θετικές εξελίξεις στην Ισπανία και την Πορτογαλία, τα προοδευτικά κινήματα στην Ευρώπη παραμένουν αδύναμα» (η Ελλάδα προφανώς αγνοείται). Στο ίδιο λες και φωτογραφίζεται η χιλιοτραγουδισμένη κοινωνική μας πολιτική: «[Μ]έσα από την εντατικοποίηση των εξαρτώμενων από το εισόδημα κοινωνικών παροχών, οι έννοιες της αλληλεγγύης και της καθολικότητας της κοινωνικής πρόνοιας υπονομεύονται ολοένα και περισσότερο…».

Η κυβέρνηση, ως προς αυτά, ίσως πιστεύει πως «βρέχει». Αλλά, φανερά, δεν βρέχει –η ανομβρία κρατάει καιρό τώρα.

Ας είμαστε, λοιπόν, σε εγρήγορση. Τα «μικρότερα κακά», μέσα από τις αποκρύψεις, από τα παλαιοπασοκικά ήδη χρόνια υπήρξαν το βασικό επιχείρημα, για να ψηφίζεται ο ένας από τους δύο. Πρόκειται για παγίδα –το ξέρουμε, στην πραγματικότητα, όλοι.