Το πρόβλημα των φιλελεύθερων με τον «ολοκληρωτισμό» είναι ποιος έχει τα κλειδιά της οικονομίας

Friedrich Hayek, Ο δρόμος προς τη δουλεία (μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας – πρόλογος: Μίλτον Φρίντμαν), Εκδόσεις Παπαδόπουλος 2013

Γράφει ο Δημοσθένης Παπαδάτος – Αναγνωστόπουλος

Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι «φωτογραφία της στιγμής». Αν ήταν έτσι, θα μπορούσε να ανατραπεί και στιγμιαία. Όμως από το 2017 ο Γιάννης Μαυρής δείχνει την «απόλυτη επικράτηση του ιδιωτικού»: το γεγονός ότι «οι αξίες της "Δεξιάς" και του "Νεοφιλευθερισμού", ενώ αρχικά αποδυναμώθηκαν με την άνοδο της αριστεράς και την ανάληψη της διακυβέρνησης από αυτήν, μετά την πτώση της βγαίνουν ενισχυμένες» (mavris.gr 19.9.2017).

Η ιδεολογική ηγεμονία δεν είναι υπόθεση της στιγμής. Πολύ πριν κερδίσει η ΝΔ, και οπωσδήποτε μετά τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ και την επίδρασή της, είχε επικρατήσει η δεξιά έναντι της αριστερής εφημερίδας, το δεξιό έναντι του αριστερού βιβλίου, το δεξιό έναντι του αριστερού πεζοδρομίου. Το εκλογικό αποτέλεσμα, και μαζί οι ερμηνείες πως γι’ αυτό φταίει «η αποξένωση του ΣΥΡΙΖΑ από τη μεσαία τάξη» (η αποξένωσή του από την εργατική θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητη…), πιθανότατα θα ισχυροποιήσουν τις τάσεις αυτές. Για την υπόθεση αυτή, εξάλλου, δουλεύουν ρεύματα που συνήθως υποτιμάμε – μέχρι που τα ίχνη τους να μην μπορούμε πια να τα αγνοήσουμε.

Δεν παρακολουθούσαν εκατοντάδες χιλιάδες την αναθεωρητική αρθρογραφία των Καλύβα και Μαραντζίδη για τον εμφύλιο και τη μεταπολίτευση: αμφισβητεί κανείς σήμερα την κυριαρχία της σκέψης αυτής στη δημόσια ιστορία – και πως η δημόσια ιστορία διαμορφώνει πολιτικές ταυτότητες; Δεν θα πουλήσει εκατομμύρια, προφανώς, ο Φιλελεύθερος, που εδώ και μήνες «φτιάχνει τη βιβλιοθήκη» του χώρου, προσφέροντας σε χαμηλή τιμή βιβλία επιφανών νεοφιλελεύθερων συγγραφέων. Από ανάλογες προσφορές δεν ξεκίνησαν, όμως, ο Γεωργιάδης, ο Βελόπουλος και κάμποσοι άσημοι, αλλά ευπώλητοι, εντέλει, συνωμοσιολόγοι;

***

Οι ιδέες έχουν αξία όταν «θεσμοποιούνται», γίνονται «υλική δύναμη», συναντιούνται με ευρύτερες δυναμικές: γίνονται πολιτική. Στη μάχη των ιδεών που δίνουν σήμερα με αυτοπεποίθηση οι νεοφιλελεύθεροι, υπάρχει ένα σημείο αναφοράς που, κι αν δεν κατονομάζεται πάντα, παραμένει ωστόσο διαχρονικό. Είναι η σκέψη του Φρίντριχ Χάγεκ.

Ο Αυστριακός οικονομολόγος και φιλόσοφος, άνθρωπος ολόκληρου σχεδόν του εικοστού αιώνα (γεννήθηκε το 1899 και πέθανε το 1992), έχει το ίχνος του σε πολλά απ’ όσα σήμερα θεωρούμε αυτονόητα:

* Υπήρξε ψυχή της Εταιρείας Μον Πελεράν (Mont Pelerin Society, MPS), που ιδρύθηκε  το 1947 στο ομώνυμο θέρετρο της Ελβετίας, για να γίνει ένα διεθνούς εμβέλειας νεοφιλελεύθερο θινκ-τανκ [1]. Ο Χάγεκ θα ήθελε να ονομαστεί «Εταιρεία Τοκβίλ-Άκτον»: ήταν οι δύο αυτοί στοχαστές που προειδοποίησαν «ότι ο σοσιαλισμός σημαίνει σκλαβιά» (σ. 63). Ιδίως ο Δρόμος προς την δουλεία οφείλει ρητά στον Τοκβίλ και στους φόβους του ότι η Αμερική του 19ου αιώνα βάδιζε στο δρόμο ενός «δημοκρατικού δεσποτισμού» - μιας νέας δουλείας.

* Η σκέψη του Χάγεκ ότι μια διακρατική ομοσπονδία θα ακύρωνε τη δυνατότητα κομμάτων και συνδικάτων να επιδρούν στην πολιτική των μεμονωμένων κρατών («Ατομικισμός και Οικονομική Τάξη», 1948) υπήρξε θεμελιώδης για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

* Στον Δρόμο προς τη δουλεία, βιβλίο που πούλησε πάνω από 2 εκ. αντίτυπα από το 1944, ο Χάγεκ συνοψίζει τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική: το κράτος πρέπει να παρέχει «ένα ελάχιστο επίπεδο τροφής, στέγασης και ένδυσης, ικανό να διατηρήσει την υγεία». Τα υπόλοιπα πρέπει να αφήνονται στην αγορά και τον ανταγωνισμό.

* Το 2001, τέλος, ο Τζίμι Ουέιλς έφτιαξε τη Wikipedia επηρεασμένος από το άρθρο «Η χρήση της γνώσης στην κοινωνία», που έγραψε ο Χάγεκ στα 1945.

Γι’ αυτά, και για άλλα ακόμα, ο μέντορας της Μάργκαρετ Θάτσερ τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας το 1974, έγινε μέλος του βρετανικού Τάγματος των Συντρόφων της Τιμής δέκα χρόνια μετά, και το 1991 παρέλαβε από τον Τζορτζ Μπους το προεδρικό μετάλλιο ελευθερίας των ΗΠΑ.

Το οικονομικό υπόβαθρο του νεοφιλελεύθερου αντι-ολοκληρωτισμού

Ο Δρόμος προς τη δουλεία είναι, όπως διαβεβαιώνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «ένα πολιτικό βιβλίο» (σ. 45). Γράφεται ενόσω διαρκεί ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, προτού διαλυθεί δηλαδή η αντιφασιστική συμμαχία ΗΠΑ, Βρετανίας και Ρωσίας. Και γράφεται ως βιβλίο-ενάντια-στο-ρεύμα, για να αντιμετωπιστεί ό,τι ο Χάγεκ θεωρεί, εν μέσω πολέμου, ηγεμονία των σοσιαλιστικών ιδεών. Η ηγεμονία αυτή, προειδοποιεί ο ίδιος (με ισχυρές δόσεις κινδυνολογίας και συνωμοσιολογίας), είναι για τη Βρετανία δρόμος που οδηγεί στο ναζισμό:

[Ο]ι περισσότεροι οικονομολόγοι είναι απορροφημένοι εδώ και κάποια χρόνια από τη μηχανή του πολέμου κι έχουν σιωπήσει [η κοινή γνώμη κατευθύνεται] από ερασιτέχνες και παλαβούς, από ανθρώπους που έχουν προσωπικό συμφέρον ή κάποιου είδους φτηνή πανάκεια προς πώληση.

[…] Κινδυνεύουμε εν μέρει να επαναλάβουμε τη μοίρα της Γερμανίας [… ] υπάρχει κάτι παραπάνω από επιφανειακή ομοιότητα ανάμεσα στο ρεύμα σκέψης στη Γερμανία κατά τη διάρκεια  και μετά το τέλος του προηγούμενου πολέμου και το σημερινό ρεύμα ιδεών στις δημοκρατίες […] κάποιες τουλάχιστον από τις δυνάμεις που κατέστρεψαν την ελευθερία στη Γερμανία επενεργούν και εδώ [και] ο χαρακτήρας και η πηγή αυτού του κινδύνου κατανοούνται –αν είναι ποτέ δυνατόν– ακόμα λιγότερο απ’ ό,τι στη Γερμανία

[Η] άνοδος του φασισμού και του ναζισμού δεν ήταν μια αντίδραση στα σοσιαλιστικά ρεύματα της προηγούμενης περιόδου, αλλά αναγκαία συνέπεια αυτών των τάσεων […] αν δούμε τους ανθρώπους που επηρεάζουν τις εξελίξεις στις δημοκρατίες σήμερα, αυτοί είναι λιγότερο ή περισσότερο, όλοι τους σοσιαλιστές (σ. 46-52).

Ο Χάγεκ απορρίπτει ερμηνείες του ναζισμού με βάση τη «γερμανική ιδιαιτερότητα»:

[Θα] ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι ο ολοκληρωτισμός προκλήθηκε από το ειδικά γερμανικό και όχι το σοσιαλιστικό στοιχείο. Το κοινό στοιχείο Γερμανίας, Ιταλίας και Ρωσίας ήταν η επικράτηση των σοσιαλιστικών ιδεών, κι όχι ο πρωσισμός – ο εθνικοσοσιαλισμός αναδύθηκε από τις μάζες, όχι από τις τάξεις τις διαποτισμένες από την πρωσική παράδοση (σ. 57).

Το πρωτείο, ωστόσο, στο πώς έφτασαν τα πράγματα ως εκεί, δίνεται στις ιδέες – και δη τις γερμανικές: τους Γερμανούς διανοούμενους:

Στη σταδιακή εξέλιξη προς μια πλήρως σχεδιασμένη οικονομία, οι Γερμανοί ακολουθούν απλώς την πορεία που σκιαγράφησαν για λογαριασμό τους στοχαστές του 19ου αιώνα, κυρίως Γερμανοί (σ. 108).

Ποιο είναι το πρόβλημα, όμως, με τον σοσιαλισμό; Ο Χάγεκ διακρίνει ανάμεσα στα ιδεώδη και τη μέθοδο υλοποίησής τους: το πρόβλημα είναι κυρίως τα μέσα. Ο σοσιαλισμός δεν αφορά μόνο «τα ιδεώδη της κοινωνικής δικαιοσύνης, της μεγαλύτερης ισότητας και της ασφάλειας, που είναι οι απώτατοι στόχοι του σοσιαλισμού» (σ. 86), αλλά και αυτά που

πολλοί ικανοί άνθρωποι θεωρούν τη μόνη μέθοδο για την πλήρη και γρήγορη επίτευξή τους [:] την κατάργηση της ελεύθερης επιχείρησης, της ιδιωτικής κυριότητας των μέσων παραγωγής, και τη δημιουργία ενός συστήματος "σχεδιασμένης οικονομίας" στην οποία ο επιχειρηματίας που εργάζεται με γνώμονα το κέρδος αντικαθίσταται από μια κεντρική αρχή σχεδιασμού (σ 86-7).

Το πρόβλημα είναι ακριβώς «ο σχεδιασμός που καλείται να υποκαταστήσει τον ανταγωνισμό» (σ. 100), δηλαδή ο «κολεκτιβισμός». Φυσικά, από μια γενική άποψη, κάθε πολιτική πράξη είναι μια πράξη σχεδιασμού: σχεδιασμός μπορεί να σημαίνει ορθολογική αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων και προνοητικότητα (σ. 90). Με ειδικούς όρους, ο διάβολος του σχεδιασμού είναι η απαίτηση για «μια κεντρική διεύθυνση όλης της οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με ένα μόνο σχέδιο, που θα εκθέτει πώς θα πρέπει να «διευθύνονται συνειδητά οι πόροι της κοινωνίας ώστε να εξυπηρετούν ιδιαίτερους σκοπούς με έναν καθορισμένο τρόπο» (σ. 90-1).

Έχει σημασία ότι αυτά γράφονται εν μέσω πολέμου – όταν δηλαδή ο φασισμός και ο ναζισμός έχουν συντρίψει τη σοσιαλιστική αντιπολίτευση, έχουν κερδίσει γι’ αυτό τη στήριξη του κεφαλαίου, και, μετά την καπιταλιστική κρίση της δεκαετίας του ’30, έχουν θέσει σε εφαρμογή ένα ιμπεριαλιστικό σχέδιο «φυγής προς τα μπρος» που έχει φτάσει την Ευρώπη στο δεύτερο λουτρό αίματος.

Έχει σημασία, επίσης, ότι ο Χάγεκ δεν ενδιαφέρεται να τα βρει με τους οπαδούς του «σχεδιασμού» κάπου στη μέση. Ο ίδιος στρέφεται ρητά κατά της μεικτής οικονομίας: ενώ, λέει, δεν «υπάρχει λογικά υπερασπίσιμο σύστημα όπου το κράτος απλώς δεν θα έκανε τίποτα […] ο σχεδιασμός και ο ανταγωνισμός μπορούν να συνδυαστούν μόνο αν σχεδιάζουμε υπέρ του ανταγωνισμού, όχι αν σχεδιάζουμε εναντίον του» (σ. 96-100).

Ακόμα πιο σημαντικό: για τον Χάγεκ, σχεδιασμός/κολεκτιβισμός, σοσιαλισμός και ολοκληρωτισμός έχουν τις ίδιες συνέπειες, είτε μιλάμε για τον σοσιαλισμό ως οργάνωση της οικονομικής ζωής από το κράτος ως κύριο κάτοχο των μέσων παραγωγής («μάλλον έφτασε στο τέλος του το 1948», βλ. Πρόλογο στην έκδοση του 1956, σ. 32), είτε γι’ «αυτό το συνονθύλευμα κακοσυνδυασμένων και συχνά ασυνάρτητων ιδεωδών που, υπό την ονομασία "κράτος πρόνοιας", έχει εν πολλοίς αντικαταστήσει τον σοσιαλισμό ως στόχος των μεταρρυθμίσεων» (σ. 33).

Αποφυγή της δουλείας, άρνηση του ολοκληρωτισμού, είναι «η αναγνώριση του ατόμου ως υπέρτατου κριτή των σκοπών του, η πίστη ότι οι δικές του απόψεις πρέπει να διέπουν όσο το δυνατόν περισσότερο τις πράξεις του […] οι λεγόμενοι κοινωνικοί σκοποί είναι εδώ απλώς οι ταυτόσημοι σκοποί πολλών ατόμων».

Πολιτική συνέπεια αυτής της θέσης είναι η εξαφάνιση κάθε έννοιας κοινού καλού, γενικού συμφέροντος, κοινής ευημερίας: όλα αυτά «δεν έχουν επαρκώς ορισμένο νόημα ώστε να καθορίσουν συγκεκριμένη πορεία δράσης» (σ. 121). Πώς να υπάρξει κοινό αν υπάρχουν μόνο άτομα;

Δικτατορίες που σέβονται την ελευθερία

Αυτή ακριβώς η αδυναμία των νεοφιλελεύθερων να παραδεχτούν (πόσο μάλλον να εγγυηθούν…) ένα κοινό καλό, το γενικό συμφέρον, δεσμούς που να συνέχουν την κοινωνία, εγκυμονεί αναταραχές. Για την αντιμετώπισή τους, ίσως και να μην αρκεί η δημοκρατία. Ίσως και να χρειάζονται δραστικότερα μέσα. Είναι εδώ που ο Χάγεκ μειώνει τις αποστάσεις των νεοφιλελεύθερων από τους «ολοκληρωτικούς», σχετικοποιώντας κυνικά τα όρια δημοκρατίας και δικτατορίας:

Δεν έχουμε, ωστόσο, καμία πρόθεση να φετιχοποιήσουμε τη δημοκρατία […] Δεν μπορεί να ειπωθεί για τη δημοκρατία, όπως ορθά έλεγε ο λόρδος Άκτον για την ελευθερία, ότι «δεν είναι μέσο για κάποιον υψηλότερο πολιτικό σκοπό. Είναι η ίδια ο ύψιστος πολιτικός σκοπός» […] Η δημοκρατία είναι κατ’ ουσίαν ένα μέσο, ένα χρήσιμο εργαλείο για τη διασφάλιση της εσωτερικής ειρήνης και της ατομικής ελευθερίας. Ως τέτοια, δεν είναι επ’ ουδενί αλάθητη ή βέβαιη. Ούτε πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρξε συχνά πολύ μεγαλύτερη πολιτισμική και πνευματική ελευθερία σε αυταρχικά καθεστώτα απ’ ό,τι σε κάποιες δημοκρατίες […] η δημοκρατική κυβέρνηση μπορεί να είναι εξίσου καταπιεστική όσο και η χειρότερη δικτατορία (σ. 138-9).

Αν αυτές είναι οι αποσκευές των νεοφιλελεύθερων, αυτά εξηγούν και γιατί σήμερα, ενόψει επανόδου των κανίβαλων, δουλειά της Αριστεράς είναι να ηγηθεί στον αγώνα κατά των κανίβαλων – αυτόνομα, και εκ των πραγμάτων απέναντι, σε έναν ΣΥΡΙΖΑ που μεταλλάχτηκε για να μείνει κυβέρνηση πάση θυσία.

Εικόνα: The Road to Serfdom in Cartoons, περιοδικό Look.

_____________

[1] Philip Mirowski and Dieter Plehwe (ed.), The Road from Mont Pellerin. The making of the neoliberal thougth collective, Harvard University Press 2009.