Οι τύραννοι καταλαβαίνουν μόνο τη γλώσσα της δύναμης. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Éric Vuillard, Ημερήσια διάταξη (μτφρ.: Μανώλης Πιμπλής), Πόλις 2018

Ο Σουητώνιος διηγείται ότι ο Καλλιγούλας, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, είχε κι αυτός μετακινήσει τις λεγεώνες του στο Βορρά, και ότι σε μια στιγμή αμφιταλάντευσης ή έκστασης είχε βάλει τους άνδρες του σε γραμμή μπροστά στη θάλασσα και τους είχε διατάξει να μαζέψουν κοχύλια. Ε, λοιπόν, κοιτάζοντας τα γαλλικά επίκαιρα, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι οι Γερμανοί στρατιώτες πέρασαν τη μέρα τους συλλέγοντας χαμόγελα. 

Ερ.Β.

 

Τα βιογραφικά άλλοτε μπερδεύουν κι άλλοτε φωτίζουν. Ο Ερίκ Βυϊγιάρ γεννήθηκε στη Γαλλία τον Μάη του ’68. Σαν για να αναμετρηθεί με τη σύμπτωση, σπούδασε φιλοσοφία με τον Ζακ Ντεριντά. Και πριν γράψει τα βιβλία που τον έκαναν γνωστό και στην Ελλάδα (προηγήθηκε το Κονγκό – κυκλοφόρησε μόλις η 14η Ιουλίου), σκηνοθέτησε δύο ταινίες.

Ως σκηνοθέτης, λοιπόν, στην Ημερήσια διάταξη εστιάζει στον ιδρώτα και των πανικό των πρωταγωνιστών του. Σκηνοθετεί αυτό που υπήρξε στην Ευρώπη ως και το ξέσπασμα του δεύτερου πολέμου: «ένα μυστηριώδες κλίμα σεβασμού προς το ψέμα» (σ. 131). Χώνεται σαν άλλος Ντέιβιντ Λιντς στα βλέφαρα, τα μουστάκια και τα ρουθούνια τους. Φτιάχνει τα ψυχοπορτρέτα τους, ξεσκεπάζει τις μύχιες σκέψεις, τις υπαναχωρήσεις, το σάστισμα, τους δισταγμούς, την ανικανότητά τους. Παίζει με το χρόνο πίσω-μπρος: τον διαστέλλει, τον προσπερνά, τον επιταχύνει. Ειρωνεύεται, αποδομεί σαδιστικά τους πρώτους ρόλους του – όλους ανεξαιρέτως.

Ως «παιδί» του Μάη στην κυριολεξία, ο Βυϊγιάρ αξιοποιεί το νόημα του παλιού αφορισμού που έχει φθαρεί από τις καταχρήσεις: «Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό». Δεν εξηγεί, λοιπόν, τον ναζισμό ως «λαϊκισμό», ούτε την επικράτηση των ναζί ως «αυτοκτονία του λαού» που τάχα επιθύμησε τον Χίτλερ. Δεν μετρά γενικώς ψήφους προς τους ναζί: ξέρει πως οι Γερμανοί, όσο ίσοι κι αν ήταν μπροστά στις κάλπες, δεν ήταν ίσοι και απέναντι στο κράτος. Ξεκινά, λοιπόν, από αυτούς με τις ισχυρότερες προσβάσεις εκεί όπου πάρθηκαν οι αποφάσεις: από τη σύσκεψη των «βαρόνων» της γερμανικής βιομηχανίας, στις 20 Φλεβάρη του 1933, στο μέγαρο του Προέδρου της Βουλής. Δεν χαρίζεται στο πλήθος που στήριξε τους ναζί στη Γερμανία και την Αυστρία: «δεν πρόκειται για ψεύτικο πλήθος» (σ. 127). Ξεκινά όμως από τις «κορυφές», οικονομικές και πολιτικές.

Ο τίτλος «ημερήσια διάταξη» δίνεται, έτσι, με δυο αφορμές – και την ίδια πρόθεση: Ο Βυϊγιάρ θέλει να στρέψει την προσοχή μας πρώτα στο περιεχόμενο της μυστικής σύσκεψης – μιας άσκησης δύναμης του γερμανικού καπιταλισμού προς την ηττημένη γερμανική Αριστερά. Με τα λόγια του Χίτλερ, που ενθουσιάζουν εκείνη τη μέρα τους βιομηχάνους:

[…] έπρεπε να μπει τέλος σε ένα αδύναμο καθεστώς, να απομακρυνθεί η κομμουνιστική απειλή, να διαλυθούν τα συνδικάτα και να επιτραπεί σε κάθε εργοδότη να γίνει Φύρερ στην επιχείρησή του (σ. 22).

Ο τίτλος έχει και δεύτερη αφορμή: ο Βυϊγιάρ θυμίζει την ωμή επίδειξη δύναμης των ναζί προς τους συμμάχους τους, ακόμα και τους πιο υποτακτικούς. 13 Μαρτίου του 1938, μια μέρα μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, το τραγικό «Άνσλους», ο Γκαίρινγκ υπαγορεύει την ημερήσια διάταξη στον Ζάις-Ίνκβαρτ, τον μετριοπαθή (sic) ναζιστή, που λίγο νωρίτερα ο Πρόεδρος Μίκλας έχει χρίσει καγκελάριο της Αυστρίας (σ. 79 και 115). Επίδειξη δύναμης. Έχει προηγηθεί ο εξευτελισμός του τυραννίσκου καγκελαρίου Σουόσινγκ από τον Χίτλερ: ο Φύρερ απαιτεί τον διορισμό του Ίνκβαρτ στο αυστριακό υπουργείο Εσωτερικών, τον διορισμό του ναζί Γκλάιζε-Χορστενάου στο υπουργείο Πολέμου, την αμνήστευση των Αυστριακών ναζιστών εγκληματιών – όλα αυτά, με τη διαβεβαίωση ότι «η Γερμανία παραιτείται από την ανάμειξη στην εσωτερική πολιτική της Αυστρίας» (σ. 47).

                                        ***

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Είναι Δευτέρα 20 Φλεβάρη 1933, είμαστε στο μέγαρο του Προέδρου του Ράιχσταγκ. Παρόντες είναι 24 Γερμανοί βιομήχανοι που έχουν έρθει να συναντήσουν τον Χίτλερ:

[…] οι εικοσιτέσσερις αυτοί δεν λέγονται ούτε Σνίτσλερ, ούτε Βιτσλέμπεν, ούτε Σμιτ, ούτε Φινκ, ούτε Ρόστεργκ, ούτε Χόιμπερ, όπως θέλει να μας κάνει να πιστεύουμε το ληξιαρχείο. Λέγονται Basf, Bayer, Agfa, Opel, IG Farben, Siemens, Allianz, Telefunken (σ. 25).

Είναι 20 Φλεβάρη. Στις 30 Ιανουαρίου, ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ έχει διορίσει καγκελάριο τον Χίτλερ, κι ας μειοψηφεί στη Βουλή: ακόμα και εκείνη η Βουλή είναι βάρος. Στις 27 Φλεβάρη το κτίριο της Βουλής φλέγεται – και ο εμπρησμός αποδίδεται ψευδώς στους κομμουνιστές. Στις 28, με πρόταση της χιτλερικής κυβέρνησης, αναστέλλονται τα άρθρα του Συντάγματος που εγγυώνται τα πολιτικά δικαιώματα. Όπως όλες οι αστικές δημοκρατίες που ανατράπηκαν στον Μεσοπόλεμο, έτσι και η γερμανική ανατράπηκε «από τα πάνω»: τα βασικά είχαν τελειώσει πολύ πριν από τις εκλογές του Μαρτίου.

Ξαναβρίσκουμε τους βιομήχανους και τις επιχειρήσεις που μνημονεύει ο Βυϊγιάρ λίγο αργότερα – στα στρατόπεδα: η ναζιστική φρίκη είναι οικονομικός εκσυγχρονισμός με τα πιο απεχθή μέσα:

Ο πόλεμος αποδεικνυόταν προσοδοφόρος. Η Bayer άντλησε εργατικό δυναμικό από το Μαουτχάουζεν. Η BMW προσλάμβανε από το Νταχάου, το Πάπενμπουργκ, το Ζάξενχάουζεν, το Νατζβάιλερ-Στρούτχοφ και το Μπούχενβαλντ. Η Daimler από το Σίρμεκ. Η IG-Farben έπαιρνε εργάτες από το Μίττελμπαου-Ντόρα, το Γκρος-Ρόζεν […] και διέθετε τεράστιο εργοστάσιο μέσα στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, που εντελώς ξεδιάντροπα εμφανίζεται με το όνομα αυτό στο οργανόγραμμα της εταιρείας (σ. 143).

                                       ***

Ως μαθητής του Ντεριντά, ο Βϋγιάρ στέκεται στις «υποσημειώσεις», τις λεπτομέρειες – στο λευκό περιθώριο της επίσημης ιστορίας: εκεί ψάχνει κλειδιά που ξεκλειδώνουν το κυρίως «κείμενο».

Πώς διάβολο επικράτησαν οι ναζί σε μια Ευρώπη που είχε κάθε λόγο να τους αποστρέφεται;

Το βλέμμα θα μπορούσε να πέφτει στο γράμμα του Τσώρτσιλ που εκθειάζει τον πατριωτισμό του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Πέφτει στον Συντηρητικό Νέβιλ Τσάμπερλεν, πρωθυπουργό της Βρετανίας μεταξύ 1937-1940. Είμαστε πριν από τον πόλεμο, και η Δύση –αυτή που φρίττει ως και σήμερα με το κυνικό γερμανοσοβιετικό «Σύμφωνο Μη Επίθεσης» Ρίμπεντροπ-Μολότοφ–, εφαρμόζει απέναντι στον Χίτλερ την «πολιτική του κατευνασμού». Είμαστε στο Λονδίνο:

[…] λέγεται ότι πριν από τον πόλεμο, ο Τσάμπερλεν, που διέθετε κάποια διαμερίσματα, είχε τον Ρίμπεντροπ ως ενοικιαστή. Από αυτό το άνευ σημασίας γεγονός, από αυτήν την παράξενη διάσταση ανάμεσα στην εικόνα και στον άνθρωπο, από αυτό το μισθωτήριο συμβόλαιο, με το οποίο ο Νέβιλ Τσάμπερλεν, ο αποκαλούμενος «εκμισθωτής», δεσμεύτηκε, με αντάλλαγμα μια τιμή, «το μίσθωμα», να εξασφαλίσει στον Γιόαχιμ Ρίμπεντροπ την ακώλυτη χρήστη του σπιτιού του στην Ήτον Σκουέαρ, κανείς δεν εξήγαγε ποτέ το παραμικρό συμπέρασμα. Ο Τσάμπερλεν πρέπει να λάμβανε το ενοίκιο ανάμεσα σε δύο κακά νέα, ανάμεσα σε δύο χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση. Αλλά οι δουλειές είναι δουλειές (σ. 84).

 

Έπειτα φτάνουμε στο Μόναχο: 29 Σεπτεμβρίου 1938, Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ δίνουν την Τσεχοσλοβακία στον Μουσολίνι και τον Χίτλερ: ο σχολιαστής σχολιάζει πως στο Μόναχο γεννήθηκαν ελπίδες για την ειρήνη... (σ. 129-31)

***

Ως κάποιος που αφηγείται την ιστορία με τους κανόνες της λογοτεχνίας, έτσι που να μπορεί να τη διαβάσει ένας μαθητής Λυκείου ή ένας πανεπιστημιακός, ο Βυϊγιάρ αποδίδει με γραφή ερμητική, έτσι που τίποτα να μην περισσεύει, τις αποχρώσεις του εξουσιαστικού κυνισμού των ναζί. Με την ίδια λιτότητα στέκεται στην αφόρητη μικρότητα αυτών που βρέθηκαν σε θέσεις εξουσίας τις κρίσιμες ώρες, και θα μπορούσαν να φράξουν το δρόμο του Χίτλερ. Δεν το έκαναν, μας δείχνει, γιατί βίωναν τον κόσμο με πανομοιότυπο τρόπο: όπως και οι ναζί, καταλάβαιναν μόνο τη γλώσσα της δύναμης. Αυτή τη γλώσσα μίλησαν – στη γλώσσα αυτή υποτάχτηκαν.

Η βιτριολική ειρωνεία που διασώζει στα ελληνικά η ωραία μετάφραση του Μανώλη Πιμπλή, δεν είναι μόνο μέσο ηθικής και πολιτικής αποτίμησης των πρωταγωνιστών: είναι κι αυτή ένα είδος άσκησης δύναμης, άσκησης ιστορικής αυτογνωσίας, και πάντως λήψης θέσης σε διάταξη μάχης – έστω στο χαρτί. Μια υπενθύμιση πως αυτοί που πολιτεύτηκαν με κτηνώδη δύναμη, νικήθηκαν εντέλει από ισχυρότερη δύναμη – αποδείχτηκαν παροδικοί, όπως όλοι οι τύραννοι.

Το βλέμμα του Βυϊγιάρ δεν μένει πίσω: «ας μη νομίσουμε ότι όλα αυτά ανήκουν σε κάποιο μακρινό παρελθόν» (σ. 145). Μπορεί σήμερα να μην υπάρχει «κομμουνιστική απειλή» να απομακρυνθεί ή συνδικάτα για να διαλυθούν. Αυτό, ωστόσο, δεν μετριάζει τον κυνισμό των επίδοξων τυράννων. «Δεν πέφτουμε ποτέ δυο φορές στην ίδια άβυσσο», καθησυχάζει προσωρινά ο συγγραφέας. «Αλλά πέφτουμε πάντα με τον ίδιο τρόπο, με γελοιότητα και τρόμο»…

Μ' ευχαριστίες στον Βαγγέλη Σ., που είχε δίκιο να ενθουσιάζεται.