Ο Βέμπερ στα χρόνια του i-SYRIZA. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπολου

Μαξ Βέμπερ, Η πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα (μτφρ.: Κώστας Κουτσουρέλης), Δώμα 2019, 108 σελ.

Είναι 29 Γενάρη του 1919. Πάνε δυόμιση μήνες που η Γερμανία και οι σύμμαχοί της (η Βουλγαρία, η Αυστροουγγαρία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία) έχουν χάσει στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και στη χώρα συνεχίζεται η επανάσταση που ξεκίνησε τον Νοέμβρη του ‘18.

29 Γενάρη ο Βέμπερ μιλάει στο Μόναχο – 15 Γενάρη η Λούξεμπουργκ δολοφονείται στο Βερολίνο.  Γενάρη γίνεται η διάλεξη του Βέμπερ στο Μόναχο, Απρίλη της ίδιας χρονιάς τα εργατικά συμβούλια ιδρύουν τη «Σοβιετική Δημοκρατία του Μονάχου» – τον Μάιο, κιόλας, τα πρωτοφασιστικά Freikorps πνίγουν την εξέγερση. Μολονότι φιλελεύθερος (κερδίζει επάξια το παρατσούκλι «Μαρξ της αστικής τάξης»), ο Βέμπερ πηγαίνει στο δικαστήριο και υπερασπίζεται, «για την ακεραιότητά» του, τον πρώην φοιτητή του Ερνστ Τόλερ – έναν από τους ηγέτες της εξέγερσης[1].

Πίσω, όμως, στο Πανεπιστήμιο και τη διάλεξη του Βέμπερ. Θέμα της, θέμα του βιβλίου που συζητάμε σήμερα, είναι η πολιτική: ο Βέμπερ την ταυτίζει με «τη διοίκηση, ή τον επηρεασμό της διοίκησης […] ενός κράτους» (σ. 12). Το κράτος, μας λέει χωρίς εξιδανικεύσεις και ακαδημαϊκές φιοριτούρες, είναι σχέση ανθρώπων και ζήτημα ισχύος, επιδίωξη συμφερόντων και άσκηση βίας:

«Κάθε κράτος θεμελιώνεται στη βία», είχε πει ο Τρότσκι στο Μπρεστ-Λιτόφσκ. Και πράγματι έτσι είναι […] Όποιος ασκεί πολιτική, επιζητεί ισχύ: ισχύ είτε ως μέσο για την εξυπηρέτηση άλλων σκοπών (ιδεωδών ή εγωιστικών) είτε ως «αυτοσκοπό», προκειμένου ν’ απολαύσει το γόητρο που η ισχύς προσφέρει […] το κράτος είναι σχέση εξουσίας ασκούμενης από ανθρώπους πάνω σε ανθρώπους με μέσο τη νόμιμη (που πάει να πει: τη θεωρούμενη ως νόμιμη) βία. Επομένως, για να υπάρχει κράτος, πρέπει οι φεξουσιαζόμενοι να υπακούν στην αυθεντία την οποία αξιώνουν για λογαριασμό τους οι εκάστοτε εξουσιάζοντες (σ. 12-13).

Συμφωνείς ή διαφωνείς, ο Βέμπερ δεν είναι κάποιος  που μπορείς να αγνοήσεις. Το 1919, ένα χρόνο πριν πεθάνει στα 56 του, έχει ασχοληθεί με την αρχαία ιστορία, έχει γράψει για την προτεσταντική ηθική του καπιταλισμού, έχει ασχοληθεί με τη φιλοσοφία του δικαίου και έχει βάλει τα θεμέλια ώστε η κοινωνιολογία να αναγνωρίζεται ως επιστήμη. Η δουλειά του επιδρά στο έργο του αντιμαρξιστή Πάρσονς και σε όσα γράφει για την «πραγμοποίηση» ο μαρξιστής Λούκατς στο Ιστορία και ταξική συνείδηση. Ο Μπουρντιέ στηρίζει στον Βέμπερ τη δική του θεωρία για την πρακτική και οι απόψεις του Φουκώ για τη γνώση και την εξουσία χρωστούν πολλά στον Γερμανό κοινωνιολόγο. Στα δικά μας, όταν μιλά για τη σημασία των «ειδικών» της κρατικής γραφειοκρατίας και το κυρίαρχο κόμμα του κράτους, και ο Πουλαντζάς  συναντιέται αναπόφευκτα με τον Βέμπερ. Ίσως υπερβολικά, σίγουρα όμως όχι αυθαίρετα, η διάλεξη που συζητάμε έφτασε να θεωρείται «το καλύτερο πολιτικό κείμενο του εικοστού αιώνα». Και η γερμανική Αριστερά της εποχής, το SPD, που πλήρωσε ακριβά την επαγγελματοποίηση και την αποθέωση του κοινοβουλευτικού δρόμου για έναν κάποιο σοσιαλισμό («εκγραφειοκρατισμό» τον λέει ο Βέμπερ· σ. 58), είχε πράγματα να μάθει. Αλλά τι έχει να πει σε εμάς ένα κείμενο που γράφτηκε έναν αιώνα πριν;

Στην εποχή του «i-ΣΥΡΙΖΑ», της καμπάνιας που ζητά από τον κόσμο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς «να πάρει τον ΣΥΡΙΖΑ στα χέρια του» με μια ηλεκτρονική εγγραφή, για να τον ξαναφέρει διευρυμένο στην κυβερνητική εξουσία, ο Βέμπερ διαβάζεται σαν σύγχρονος, γιατί τέτοιος είναι. Δυστυχώς, όμως, σπάνια διαβάζεται για όσα δυσάρεστα έχει να μας πει. Από τον κανόνα της αβλαβούς ανάγνωσης δεν ξέφυγε η κριτική της Τασίας Χριστοδουλοπούλου στην εν εξελίξει οργανωτική μετάλλαξη του κόμματος («Η διεύρυνση, το εφικτό και το ανέφικτο…», Εφημερίδα των Συντακτών, 4.8.2019).

***

Ο Βέμπερ ζητά από τους φοιτητές να σκεφτούν την πολιτική ως Βeruf: μόνο στα γερμανικά η λέξη αυτή σημαίνει, εκτός από επάγγελμα, και κάλεσμα. Ευτελής και απρόσωπη στην πρώτη σημασία – ευγενής και υψηλόφρων στη δεύτερη. Ο ίδιος κάνει μια διάκριση: όλοι, λέει, είμαστε «περιστασιακοί πολιτικοί», όταν λόγου χάρη ψηφίζουμε ή βγάζουμε έναν πολιτικό λόγο. Σαφώς λιγότεροι, όμως, είναι οι επαγγελματίες: όσοι ζουν για την πολιτική ή ζουν από αυτήν. Πρώτα απ’ όλα, δεν είναι όλοι το ίδιο διαθέσιμοι για μια τέτοια επαγγελματοποίηση:

[…] για τον εύπορο η μέριμνα για την οικονομική του «ασφάλεια» συνιστά –συνειδητά ή μη– το επίκεντρο του όλου βιοτικού προσανατολισμού του. Ο ακραιφνής και ασυμβίβαστος πολιτικός ιδεαλισμός απαντά, αν όχι αποκλειστικά, τουλάχιστον συνήθως, σε στρώματα τα οποία λόγω της ακτημοσύνης τους βρίσκονται τελείως έξω απ’ τους κύκλους εκείνους που θεωρούν συμφέρον τους τη διατήρηση της οικονομικής τάξης μιας κοινωνίας. Τούτο συνεπάγεται το εξής αυτονόητο: αν οι ενδιαφερόμενοι για την πολιτική […] πάψουν να στρατολογούνται απ’ τις τάξεις της πλουτοκρατίας, τότε η πολιτική οφείλει να τους εξασφαλίσει τακτικά και αξιόπιστα έσοδα […] Όλοι οι κομματικοί αγώνες δεν γίνονται μόνον στο όνομα ενός σκοπού, αλλά προπάντων για τη μοιρασιά των δημόσιων αξιωμάτων (σ. 27-9).

Ο Βέμπερ δεν είναι «οικονομιστής». Θεωρεί, όμως –και προφανώς έχει δίκιο– ότι η πολιτική εκπροσώπηση είναι εκπροσώπηση συμφερόντων (σ. 42). Αν ισχύει αυτό, λέει, ο ρόλος των δικηγόρων στην πολιτική των κομμάτων είναι προφανής: αγωνίζονται για την καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση των εντολέων τους με όσο ισχυρότερα λογικά επιχειρήματα μπορούν. Όσο για τους δημοσιογράφους, την άλλη επαγγελματική ομάδα απ’ όπου τα κόμματα στρατολογούν τους επαγγελματίες τους, από τα χρόνια του Περικλή, του πρώτου «δημαγωγού», η προσφυγή στη ρητορική, το σήμα-κατατεθέν της δημοσιογραφίας, είναι διαρκής απαίτηση της πολιτικής. Οι δημοσιογράφοι δεν γίνονται ηγέτες. Όμως ο ρόλος τους στην επαγγελματική πολιτική είναι σοβαρός.

Στα σύγχρονα κόμματα, συνεχίζει ο Βέμπερ, «τη συνοχή διασφαλίζουν μόνον τα μέλη του κοινοβουλίου» (σ. 53. Εκεί όπου δεν υπάρχουν λέσχες, δηλαδή τοπικές οργανώσεις, «μόνον ο δημοσιογράφος είναι αμειβόμενος επαγγελματίας, μόνο οι εφημερίδες έχουν πολιτική λειτουργία» (ό.π.). Αλλά το παιχνίδι δεν παίζεται κυρίως εκεί: το βασικό είναι η «μηχανή» και ο ηγέτης, ως επικεφαλής του υπουργικού συμβουλίου (σ. 35). Ο λόγος στον ίδιο:

Τύποις συντελείται ευρύς εκδημοκρατισμός. Οι κρίσιμες θέσεις του κόμματος δεν υπαγορεύονται πλέον από την κοινοβουλευτική ομάδα […] Στην πραγματικότητα, όμως, η δύναμη βρίσκεται στα χέρια εκείνων που διεκπεραιώνουν σε μόνιμη βάση τις εργασίες του κόμματος, ή εκείνων από τους οποίους το κόμμα εξαρτάται οικονομικά ή προσωπικά – των μαικήνων του ή των επικεφαλής ισχυρών φορέων συμφερόντων. Το κρίσιμο είναι ότι όλο αυτό το ανθρώπινο οικοδόμημα […] ή μάλλον εκείνοι που το διευθύνουν, ελέγχει τους βουλευτές και είναι σε θέση να επιβάλει τη βούλησή του σε σημαντικό βαθμό. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκλογή της ηγεσίας του κόμματος. Ηγέτης γίνεται πλέον εκείνος τον οποίο ακολουθεί η «μηχανή», ακόμη και παρά τη βούληση της κοινοβουλευτικής ομάδας. Η συγκρότηση αυτών των μηχανών με άλλα λόγια δηλώνει την έλευση της δημοψηφισματικής δημοκρατίας (σ. 56-7).

Είναι η πολιτική απλά ένα κυνικό παιχνίδι εξουσίας; Ο Βέμπερ δεν είναι απλοϊκός – δεν είναι όμως ούτε αφελής. Το βάρος του ηγέτη και το είδος της σχέσης εξουσίας που οικοδομείται γύρω από το χάρισμα του ηγέτη είναι, για τον ίδιο, καταλυτικό:

Οι οπαδοί του κόμματος, προπάντων οι εργαζόμενοι και τα στελέχη του, προσδοκούν φυσικά για τον εαυτό τους οφέλη από τη νίκη του ηγέτη τους: αξιώματα ή άλλα προνόμια […] Προσδοκούν ιδίως ότι η δημαγωγική γοητεία της προσωπικότητας του ηγέτη προεκλογικά, θα φέρει στο κόμμα ψήφους και έδρες, και συνεπώς εξουσία […] Αλλά και στο επίπεδο των ιδεωδών, η ικανοποίηση να εργάζεται κανείς πιστά και αφοσιωμένα για έναν άνθρωπο και όχι απλώς για το αφηρημένο πρόγραμμα ενός κόμματος που, τελικά, το συναπαρτίζουν μετριότητες αποτελεί ισχυρό κίνητρο. Εδώ εδράζεται κι από εδώ εκπηγάζει το χαρισματικό στοιχείο κάθε ηγεσίας.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να κλείσει το σημερινό άρθρο, «χωρίς σχόλιο». Δεν θα αποφύγω, ωστόσο, το σχόλιο αυτό: εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια, στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ παρέμειναν πολλοί και εξαιρετικά καταρτισμένοι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες. Το γεγονός ότι κανείς τους δεν ένιωσε ότι ο Βέμπερ γράφει, έναν αιώνα πριν, για μια πολύ οικεία ιστορία, είναι, που λέει ο λόγος, απορίας άξιο. Ο Βέμπερ διαβάζεται μισός: ως το σημείο που κατακεραυνώνει την ηθική του φρονήματος, όσους νομίζουν δηλαδή πως με την πολιτική θα σώσουν την ψυχή τους. Αλλά ο Βέμπερ μιλά επίσης για το πάθος, την πίστη, τον ηρωισμό (σ. 103). Και δεν παραλείπει να θυμίσει πως

αποτελεί προϋπόθεση επιτυχίας για κάθε μηχανισμό που υπηρετεί έναν ηγέτη το να επιστρέψουν οι οπαδοί του σε μια κενή και πεζή καθημερινότητα [...] Οι οπαδοί του μαχητή της πίστεως, στους θώκους της εξουσίας πλέον, εκφυλίζονται τις περισσότερες φορές πανεύκολα σε εντελώς συνηθισμένους εισοδηματίες (σ. 98).


[1] Στα ελληνικά κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία του Τόλερ, βλ. Ernst Toller, Ήμουν ένας Γερμανός (μτφρ.: Μιλτιάδης Αργυρόπουλος), Ερατώ 2016.