Ο θάνατος στο λαϊκό τραγούδι

Η τέχνη από αρχαιοτάτων χρόνων αξιοποιείται από τον άνθρωπο για να ξορκίσει τον θάνατο. Τον θάνατο ο οποίος περιγράφεται με τα πιο μελανά χρώματα, του έχουν δοθεί μαύρα φτερά, σκοτεινά πρόσωπα, η ασχήμια του σκελετού καθώς και μορφές που να κρατάει δρεπάνι και να απεικονίζει την σκληρότητα.

Ο Καζαντζίδης είχε πει πως ο λαϊκός τραγουδιστής βγάζει από μέσα του πόνο γιατί έτσι μόνο απαλύνει τον πόνο του κόσμου που τον ακούει. Ο πόνος είναι πολυπρόσωπος και εκτός από πολλές άλλες αιτίες έχει ως μία από τις βασικές τον αποχωρισμό αγαπημένων προσώπων. Στο λαϊκό τραγούδι συναντάμε μια σειρά από διαφορετικές προσεγγίσεις του θανάτου.

Ο θάνατος λειτουργεί ως λύτρωση από την σκληρή καθημερινότητα και τις δυσβάσταχτες δυσκολίες της ζωής όπως στο τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη "τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου άλλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατο μου" ενώ και ο Καζαντζίδης τραγουδάει σε μουσική Μπακάλη και στίχους Βίρβου "θέλω να πεθάνω για να λυτρωθώ μα η μαύρη φτώχεια μ' έχει δικασμένο ούτε να πεθάνω ούτε και να ζω". Σε άλλη περίπτωση η λύτρωση έρχεται ως απειλή απέναντι στην ερωτική απόρριψη ή ως συνέπεια αυτής της απόρριψης όπως τραγουδάνε ο Βαγγέλης Περπινιάδης ("τι σου χω κάνει και με διώχνεις σαν ζητιάνο, θέλεις να πεθάνω;") και η Σεβάς Χανούμ ("Θα πεθάνω γλυκιά μου αγάπη, θα με πνίξει ο καημός και το δάκρυ, αν φύγεις, θα φύγει η ζωή μου, θα σβήσει η πνοή μου).

Πολλά λαϊκά τραγούδια μπαίνουν στην φιλοσοφική συζήτηση περί θανάτου. Κάποια αφορούν το αναπόφευκτο όπως το "δυο πόρτες έχει η ζωή άνοιξα μια και μπήκα σεργιάνισα ένα πρωινό κι ως που να ρθει το δειλινό από την άλλη βγήκα" που λέει ο Καζαντζίδης ή "το πρωί γεννιόμαστε και περιπλανιόμαστε και το βράδυ φεύγουμε και αλλού βρικόμαστε" που λέει ο Δημήτρης Κοντολάζος και φυσικά ο Μανώλης Αγγελόπουλος, προφητικά δυστυχώς αφού αμέσως μετά την κυκλοφορία του τραγουδιού πέθανε, τραγουδάει τη ζωή ως μολυβιά και τον θάνατο ως γομολάστιχα. Κάποια άλλα αφορούν τη ματαιότητα της ζωής όπως την περιγράφει ο Μάρκος Βαμβακάρης "'ολα στο κόσμο μάταια, τα πάντα ματαιότης κι ένα λουλούδι ψεύτικο, ψεύτη ντουνιά, είναι η ανθρωπότης" ή όπως προειδοποιεί τους έχοντες ο Καζαντζίδης τραγουδώντας:

"Άλλος πατάει άσφαλτο κι άλλος πατάει χώμα
ώσπου μια μέρα η ψυχή χωρίζει απ' το σώμα
Άλλος πατάει στα χαλιά και άλλος στα σανίδια
μόνο στο θάνατο μπροστά τα πάντα είναι ίδια".

Λαϊκοί τραγουδιστές έχουν τραγουδήσει και για την εκδοχή της κηδείας με πιο γνωστό το "Ένα μορφο αμάξι με δυο άλογα να μου φέρεται τα μάτια μου σαν κλείσω" που τραγούδησε ο Μπιθικώτσης σε στίχους Βίρβου ή το "Οι συνήθειες που έχω δε θ' αλλάξουνε, μπαγλαμάδες και μπουζούκια θα με κλάψουνε" που είπε ο Στράτος Διονυσίου σε στίχους του Θάνου Σοφού και μουσική του Αντώνη Κατινάρη.

Το άγνωστο του θανάτου και το αν υπάρχει μετά τον θάνατο ζωή στον Κάτω Κόσμο είναι το θέμα που απασχολεί τους πέντε-έξι μερακλήδες του Τούντα και γι' αυτό αντάμωσαν τον Χάρο για να τον ρωτήσουν αν στον Άδη υπάρχουν χασίσι, λουλάδες, γυναίκες και μπουζούκια για να ξενυχτάνε.

Πολλά τραγούδια έχουν γραφτεί για τον επιτάφιο θρήνο, το τραγούδι δηλαδή αυτών που μένουν γι' αυτούς που φεύγουν, το μοιρολόι όπως αναφέρεται στην παράδοση και συνδέεται και με την θρησκευτική παράδοση. Στην περίπτωση της ελληνικής χριστιανικής παράδοσης μάλιστα έχουμε κάποιους από τους πιο ωραίους ύμνους να τραγουδιούνται κατά την λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής. Στο λαϊκό τραγούδι βρίσκουμε το πολύ γνωστό έργο του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και την Καίτη Θύμη στις φωνές, τον Επιτάφιο. Σε αυτό το έργο ακούμε τον θρήνο της μάνας για το χαμένο της παιδί. Ο ποιητής το έγραψε με αφορμή τη φωτογραφία της μάνας πάνω από το νεκρό σώμα ενός διαδηλωτή τον Μάη του '36 στη Θεσσαλονίκη. Σε άλλα τραγούδια ακούμε για φίλους και πρόσωπα που χάθηκαν όπως ο Περικλής του Παπαϊωάννου, ο Κάβουρας του Μάρκου Βαμβακάρη ή ένας τυχαίος αλήτης στου πάρκου την πλατεία όπως έγραψε στους στίχους του ο Κώστας Μάνεσης.

Πολύ δυνατό τραγούδι, με γλαφυρές εικόνες που αποτυπώνουν αλληγορικά την τελετή κι έναν διαφορετικό επιτάφιο θρήνο, είναι σε στίχους του Ερρίκου Θαλασσινού και μουσική του Βασίλη Αρχιτεκτονίδη με ερμηνευτή τον αξεπέραστο Μανώλη Αγγελόπουλο και λέει:

"Γάμος απόψε γίνεται παντρεύεται ο χάρος
παίρνει τα μάτια π' αγαπώ αχ π' αγαπώ
και εγώ μπαίνω κουμπάρος"

Β.Σ