Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά. Του Χρήστου Λάσκου

«Είσαι και θα είσαι ο πρωθυπουργός» ήταν το σύνθημα με το οποίο υποδέχτηκε τον Τσίπρα ο λαός του στην Καλαμάτα, όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη συγκέντρωση του κυβερνώντος κόμματος ενόψει ευρωεκλογών.

Σύνθημα που τον συνδέει άρρηκτα, όπως θα έλεγε και ο ίδιος εις άψογον νεοπασοκικήν, με τη «μεγάλη δημοκρατική παράταξη», που δεκάδες –ή και εκατοντάδες, ίσως- χρόνια τώρα «αντιπαλεύει τη δεξιά». Γιατί, ως γνωστόν, αυτή η μεγάλη «παράταξη» πάντα είχε κάποιον, που «ήταν και θα είναι ο πρωθυπουργός». Και πάντα «αντιπάλευε τη δεξιά», ενώ την αριστερά μερικές φορές μόνο.

Μην αναρωτηθείτε αν κοροϊδεύει την κοινωνία και πάλι. Αυτήν την φορά το πιστεύει. Γι’ αυτό και επικαλείται την καλή μνήμη του λαού, που, ως γνωστόν, «δεν ξεχνά». Κι έτσι είναι πανέτοιμος να στρατευθεί στην προοδευτική συμμαχία με την Κουντουρά, την Παπακώστα, τον Κόκκινο, τη Ρεπούση, τη Μαριλίζα και τον Ραγκούση, μεταξύ πολλών άλλων αγωνιστριών και αγωνιστών. Οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση ούτε με χουνταίους πατεντάτους ούτε με τα Μνημόνια. Ειδικά οι τρεις τελευταίοι ήταν εξαρχής αποφασισμένοι πολέμιοί τους –η συμμετοχή τους στην κυβέρνηση του ΓΑΠ, που τα εισήγαγε, ήταν εγχείρημα διάβρωσης της εκτελεστικής εξουσίας «από τα μέσα».

Είμαι βέβαιος πως ο Τσίπρας θα δέχονταν τους πάντες σε αυτήν την «πανστρατιά», κυριολεκτικά τους πάντες, χωρίς κανένα φίλτρο και κανένα κριτήριο. Και την Άννα Διαμαντοπούλου π.χ., η οποία, άλλωστε, μόλις το 2017, ήταν μαζί με τον Ραγκούση και τον Φλωρίδη σε ενιαία πολιτική κίνηση εναντίον του «λαϊκισμού». Κρίμα που η Άννα δεν δείχνει τη μεγαλοψυχία, η οποία απαιτείται σήμερα.

Ισχυρίζομαι, λοιπόν, πως πασοκοποιείται ο ΣΥΡΙΖΑ; Όχι. Αυτό που υποστηρίζω είναι πως έχει ήδη πασοκοποιηθεί. Από αυτήν την άποψη οι πλατιές (!) απευθύνσεις είναι συνέπειες και όχι αίτια της μετάλλαξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας πολιτικός οργανισμός, ο οποίος, σε σχέση με την κομματική τυπολογία της μέινστριμ πολιτικής επιστήμης, ανήκει αναμφισβήτητα στην κατηγορία των κομμάτων του κράτους, για να θυμηθώ και τα λόγια του, υποψήφιου σήμερα ευρωβουλευτή του, Μιχάλη Σπουρδαλάκη. Να μια ταιριαστή σχετική διατύπωση: «Τα κόμματα [του κράτους] υποβαθμίζουν τον ρόλο των οργανωμένων μελών, δεν εκφράζουν κοινωνικά αιτήματα αλλά ταυτίζονται σχεδόν αποκλειστικά με τις κρατικές αναγκαιότητες […] Η διαμεσολάβηση μεταξύ ηγεσίας και κόμματος πραγματοποιείται μέσω των κεντρικών γραφείων, καθώς οι τοπικές οργανώσεις αδρανούν και δεν διαδραματίζουν κανένα ρόλο στο σχεδιασμό της πολιτικής και του προγράμματος του κόμματος […]»(σελ. 26).(1)

Το κυβερνόν κόμμα, έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, εδώ και καιρό. Ακόμη περισσότερο, δεν κάνει τίποτε παραπάνω από το να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του κράτους υπακούοντας ευλαβικά τόσο στις «εθνικές» προτεραιότητες του άρχοντος συγκροτήματος όσο και στην πολύ άκαμπτη θεσμική υλικότητα του κρατικού μηχανισμού, αρκούμενο σε ελάσσονα ξεκαρφώματα, όπως πάντοτε και παντού έκαναν τα πασοκοειδή μορφώματα –δεν διαθέτει το παραμικρό στοιχείο προγράμματος, που να διαχωρίζεται στοιχειωδώς από τις συγκεκριμένες κρατικές προτεραιότητες. Επιπλέον, ακόμη και η τρέχουσα πολιτική αποφασίζεται και διακπεραιώνεται από τον Τσίπρα και μια μικρή ομάδα ατόμων γύρω του. Το κόμμα (;) δεν έχει την παραμικρή επίδραση κι, όταν χρειάζεται, ο πρωθυπουργός είναι εκεί για να του επισημάνει πως ψήφισε λάθος και πρέπει να ξαναψηφίσει σωστά.

Αυτό το κόμμα, λοιπόν, είναι λάθος να λέγεται πως, ενόψει ενός πιθανού καταστροφικού αποτελέσματος, «πιάνεται από τα μαλιά του» και γαντζώνεται από τη σοσιαλδημοκρατία.

Αυτό που συμβαίνει είναι πως το κόμμα του Τσίπρα έχει προ πολλού προσχωρήσει στο σοσιαλφιλελευθερισμό και ό,τι βλέπουμε σήμερα είναι απλά και απολύτως λογικά απότοκα αυτής της προσχώρησης.

Αντιγράφω από το εισαγωγικό κείμενο του τελευταίου τεύχους των Θέσεων (2) :

«Ο πρωθυπουργός σε πρόσφατο μήνυμά του στο τουίτερ υποστήριξε ότι «ο ελληνικός λαός δεν έχει μνήμη χρυσόψαρου». Σχήμα οξύμωρο! Θα πρέπει λοιπόν να αναρωτηθούμε: Τι είναι αυτό που τροφοδοτεί το θράσος των κυβερνώντων να χρίζουν «συμμάχους κατά της λιτότητας» τη νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και τους Πράσινους, δηλαδή τις πολιτικές δυνάμεις εκείνες, που με τους Σρέντερ, «Ολαντρέου», Ρέντσι κ.ο.κ. ψαλίδισαν τα εργατικά δικαιώματα, καθήλωσαν τους μισθούς, αποψίλωσαν τους θεσμούς κοινωνικής προστασίας, διευκόλυναν το πρωτοφανές άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλούτου και φτώχειας, καθοδήγησαν τις πολεμικές επεμβάσεις από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική και μετέτρεψαν το λεγόμενο «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο» σε ένα κακόγουστο αστείο;» (σελ. 6).

Όπως καταλαβαίνετε, η δική μου απάντηση είναι πως το «θράσος των κυβερνώντων» το τροφοδοτεί η συνειδητή και εντελώς κυνική –γιατί ξέρουν τι κάνουν- προσχώρηση. Το λένε, άλλωστε, σε άλλο σημείο και οι Θέσεις:

«Την περίοδο 2010-2019 έχει λάβει χώρα μια πρωτοφανής διαδικασία μεταφοράς πλούτου και ισχύος προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της εργατικής τάξης, των συνταξιούχων, των κατώτερων και μεσαίων μικροαστικών στρωμάτων. Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την πεπατημένη σχεδόν κάθε Σοσιαλδημοκρατίας. Αποδέχεται το υπάρχον πλαίσιο όπως αυτό έχει διαμορφωθεί από την επέλαση του κεφαλαίου και εξαγγέλλει στη συνέχεια κάποιες «βελτιώσεις» εντός αυτού, που στην καλύτερη περίπτωση, δηλαδή όταν δεν αποτελούν υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, σηματοδοτούν περιπτώσεις «αναδιανομής της φτώχειας», προς όφελος κατηγοριών πληθυσμού ακραίας ανέχειας.

Σημαία των «βελτιωτικών» αυτών πολιτικών είναι βέβαια πάντα το «κοινό συμφέρον» όλων των τάξεων της κοινωνίας, που πλασάρεται και ως «ανάπτυξη με σεβασμό στην εργασία», κλπ. Με δυο λόγια «ότι έγινε – έγινε», τώρα τα πράγματα θα αρχίσουν να βελτιώνονται, πάντα όμως σιγά και προσεκτικά, διότι το ζητούμενο είναι να βελτιώνονται για όλους. Το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο: Τα ψίχουλα που δίνονται δίκην φύλλου συκής για να τεκμηριώσουν την υποτιθέμενη «κοινωνική πολιτική» εξανεμίζονται σε μηδενικό χρόνο και ο κοινωνικός ζόφος για τους πολλούς παραμένει» (σελ. 9-10).

Περί αυτού πρόκειται, ακριβώς.

Γι’ αυτό και είναι στα όρια του αλλόκοτου το επιχείρημα: «Ψηφίστε μας, γιατί έρχεται η δεξιά». Πώς είναι δυνατόν, χωρίς παραβίαση των στοιχειωδών όρων ορθολογικότητας, να καλούν σε αντιδεξιά συσπείρωση αυτοί που νομιμοποίησαν τους θατσερικούς κανίβαλους, που πραγματικά αποτελούν τη νέα μεγάλη απειλή για τις ζωές μας. Και οι οποίοι δεν θα υπήρχαν αν δεν είχε εφαρμοστεί η συγκεκριμένη πολιτική Τσίπρα, αν δεν είχε καταστραφεί, με τον πιο άθλιο τρόπο, η ελπίδα. Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά, αλλά δεν ξεχνά και τι σημαίνει πούλημα (αν και, ίσως, «ξεχνάει» πολύ περισσότερα από όσα νομίζουμε).

Όπως κι αν έχει πάντως το πράγμα, η αποδοχή της κυβέρνησης δεν ξεπερνά το ένα τέταρτο του εκλογικού σώματος. Πράγμα που σημαίνει πως εμφανίζεται ένα μεγάλο κενό εκπροσώπησης. Η κυβέρνηση το αρνείται και σαλπίζει αντεπίθεση, αμφισβητώντας τις έρευνες γνώμης. Μόνο που κάποιες από αυτές δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στη συγκριτική τους διάσταση, όπως αυτές, π.χ. που έδειχναν αποδοχή του ΣΥΡΙΖΑ στη συγκρουσιακή του φάση που άγγιζε το 60%, ενώ σήμερα μόλις που ξεπερνάει το 20%.

Το κενό εκπροσώπησης είναι δεδομένο. Η δεξιά, ευτυχώς, αδυνατεί να το καλύψει, παρόλο που η κυβέρνηση της έστρωσε το δρόμο.

Το θέμα είναι τι κάνει η ανταγωνιστική Αριστερά -ελάχιστα και ποιοτικά ασήμαντα. Κι όμως η συγκυρία δεν είναι τόσο δυσοίωνη όσο φαίνεται, αν αναληφθούν πρωτοβουλίες παρέμβασης. Αν χάθηκε η ευκαιρία των ευρωεκλογών, οι εθνικές εκλογές είναι μπροστά και ξαναδίνουν τη δυνατότητα μιας κοινής παρουσίας της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής Αριστεράς.

Η ταξική πάλη δεν έχει τελειώσει.

 

1. Κώστας Ελευθερίου –Χρύσανθος Τάσσης, ΠΑΣΟΚ –Η άνοδος και η πτώση(;) ενός ηγεμονικού κόμματος, Σαββάλας

2. Μετάλλαξη τελειωμένη, μετάλλαξη χωρίς τελειωμό, Θέσεις 147