Μια επίτομη όσο και επίκαιρη ιστορία της Β’ Εργατικής Διεθνούς. Του Χρήστου Λάσκου

Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, Η άνοδος και η πτώση των εργατικών Διεθνών –Β’ κύκλος: Η 2η Σοσιαλιστική Διεθνής, εκδόσεις Τόπος, σελ. 764

Ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος, ενεργός και μαχητικός άνθρωπος της Αριστεράς, γνωστός και μη εξαιρετέος, ανήκει σε εκείνη την, απελπιστικά μειοψηφική πια, κατηγορία, που δεν αρκείται στο «να κάνει πολιτική», αλλά το «ψάχνει» περισσότερο. Και, κυρίως, το ψάχνει μέσω του μη-βασιλικού δρόμου. Μοχθώντας, δηλαδή, να καταλάβει τα όσα μας συμβαίνουν μέσω της έρευνας πάνω στα αίτια της εξέλιξης του εργατικού κινήματος. Αντλώντας όχι από τα «άμεσα δεδομένα», αλλά από την επεξεργασμένη εμπειρία μιας ιστορίας δύο αιώνων σχεδόν.

Ήδη, με τους δύο πρώτους τόμους του μεγάλου έργου του, μας προσφέρει πάνω από 1500 σελίδες μεγάλου σχήματος, που αναμετρώνται με την ιστορία της Α’ και της Β’ Διεθνούς –και περιμένουμε αυτόν που αφορά την Κομμουνιστική Διεθνή.

Προσοχή! Ο Μαστρογιαννόπουλος δεν γράφει γενικώς μια ιστορία του εργατικού ή των εργατικών κινημάτων ούτε μια ιστορία των πολιτικών οργανισμών, που συνδέθηκαν με τους αγώνες της εργατικής τάξης για την χειραφέτησή της στην πορεία των χρόνων. Η φιλοδοξία του είναι να μας δώσει την ιστορία του εργατικού κινήματος ως παγκόσμιου κοινωνικοπολιτικού δρώντα, μέσα από την οπτική της παγκοσμιότητας, θεωρώντας ως καταστατική την διεθνιστική διάσταση της υπόστασής του. Ο διεθνισμός, υπό αυτήν την οπτική, δεν αποτελεί προσθήκη σε μια ουσία, που θα μπορούσε να υφίσταται και άνευ αυτού. Ο διεθνισμός είναι το εκ των ων ουκ άνευ συστατικό.

Το κίνημα της εργατικής και ανθρώπινης χειραφέτησης ή είναι διεθνιστικό ή δεν είναι τίποτε.

Ο συγγραφέας, λοιπόν, επιλέγει να γράψει την ιστορία των Διεθνών, προσυπογράφοντας τη διατύπωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου πως το έργο των επαναστατών –των κομμουνιστών- είναι να προτάσσουν όσα είναι κοινά στους αγώνες και τις επιδιώξεις των εργαζομένων ανεξάρτητα από τόπους και έθνη. Παίρνοντας στα σοβαρά, δηλαδή, την ιδρυτική της επαναστατικής παράδοσης, τόσο στη μαρξιστική όσο και στην αναρχική της εκδοχή, πεποίθηση πως «οι εργάτες δεν έχουν πατρίδα».

Πριν από περίπου μια δεκαετία, ο Αλαίν Μπαντιού, στην Κομμουνιστική Υπόθεση του, ισχυρίστηκε πως το επαναστατικό κίνημα βρίσκεται σήμερα, μετά από 150 χρόνια αγώνων, κατακτήσεων, αλλά και συντριπτικών ηττών, και πάλι στο σημείο της εκκίνησής του. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Μπαντιού, το καθήκον όσων θεωρούν πως ο καπιταλισμός αποτελεί ύβρι για την ανθρωπότητα και τη φύση, συνθήκη που, αν δεν ανατραπεί, είναι πολύ πιθανή ακόμη και η ολοσχερής καταστροφή μας, συνίσταται στο να αναλάβουν την επανίδρυση της «Υπόθεσης», την επαναδημιουργία, πάει να πει, ενός είδους Πρώτης Διεθνούς. Θέλοντας, νομίζω, μεταξύ των άλλων, να τονίσει, με τον εμφατικότερο τρόπο, πως το καθήκον των κομμουνιστών σήμερα, όπως και τότε, είναι κατεξοχήν διεθνιστικό – η «επιστροφή στις απαρχές» υπογραμμίζει, από αυτήν την άποψη και κυρίως, πόσο εκείνη η πρώτη International Workingmen’s Association, ήταν η πιο… Διεθνής από όλες. Και γι’ αυτό, ίσως, το κατεξοχήν πρότυπο για μια τωρινή επανεκκίνηση.

Δεν ξέρω κατά πόσο ο Μαστρογιαννόπουλος μοιράζεται αυτήν την άποψη του Μπαντιού. Θεωρώ βέβαιο, όμως, πως η απόφασή του να γράψει ιστορία των Διεθνών, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επικοινωνεί τουλάχιστον με την εκτίμηση πως το διεθνές για τον κομμουνισμό είναι το ρεαλιστικό (sic) πεδίο υλοποίησης.

Θεωρώ, δηλαδή ξέρω, πως το κίνητρό του δεν είναι ιστοριοδιφικό, αλλά κατεξοχήν πολιτικό, αφορμάται από τον προβληματισμό πάνω στα σημερινά καθήκοντα. Αυτόν τον προβληματισμό υπηρετεί μέσα από τον ενδελεχή απολογισμό των πεπραγμένων του κινήματος, παρακολουθώντας καταλεπτώς «την άνοδο και την πτώση» των εργατικών Διεθνών. Και το κάνει καλά και παραγωγικά.

Ο όγκος του έργου είναι πραγματικά εντυπωσιακός. Μιλώντας για τον δεύτερο μόνο τόμο, ο συγγραφέας, αφού παρουσιάσει με όλες τις άξιες λόγου λεπτομέρειες, τις ιδρυτικές διαδικασίες της Β’ Διεθνούς, που θα διακηρύξει στον κόσμο την ύπαρξή της, από το Παρίσι της Κομμούνας, τον Ιούλιο του 1889, κάνει μια εξαιρετική εξιστόρηση των εξελίξεων, όσο χρειάζεται αναλυτική, αλλά και περιεκτική, σε όλες τις χώρες, όπου το εργατικό κίνημα δίνει τη μάχη του για να αλλάξει τον κόσμο: Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Βρετανία, Ιρλανδία, Αυστρία, Ουγγαρία, Πολωνία, Ελβετία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Δανία, Νορβηγία, Ελλάδα, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία, ΗΠΑ, Μεξικό, Κούβα, Αργεντινή, Χιλή, Ιαπωνία, Αυστραλία, Νότια Αφρική. Τριάντα ξεχωριστά κεφάλαια, που παρουσιάζουν την ιστορία του κινήματος μεταξύ 1889 και 1914 σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του κόσμου. Και ένα τελευταίο –το 31ο- ως ένα είδος συγκεφαλαίωσης μέσα από την αναλυτική εξιστόρηση των οκτώ Συνεδρίων της Β’ Διεθνούς, που ακολούθησαν το ιδρυτικό (Βρυξέλλες, Ζυρίχη, Λονδίνο, Παρίσι, Άμστερνταμ, Στουτγάρδη, Κοπεγχάγη και Βασιλεία).

Το βιβλίο αποτελεί μια πραγματική εγκυκλοπαίδεια. Εκτίμηση, που ενισχύεται ακόμη περισσότερο, αν προσθέσουμε πως –μέσω της ιστορίας των κομμάτων της Β’ Διεθνούς- μαθαίνουμε και πολύ σημαντικά στοιχεία της ιστορίας των χωρών, όπου αυτά δραστηριοποιούνται, αλλά και πολλή διεθνή ιστορία.

Είναι εγκυκλοπαίδεια, αλλά, κυρίως, ακολουθώντας τη φιλοδοξία του συγγραφέα του, είναι κάτι πολύ περισσότερο. Αναδεικνύοντας τα μείζονα –και «αιώνια», εντέλει- ζητήματα του κινήματος και δείχνοντας πώς συζητήθηκαν και αντιμετωπίστηκαν σε εκείνο το καθοριστικό τέταρτο του αιώνα, όταν τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν από το καλό στο καλύτερο για τα εργατικά κόμματα σχεδόν παντού, για να καταλήξουν στην απίστευτη και σοκαριστική «σοσιαλπατριωτική» καταστροφή της ανθρωποσφαγής του 1914, μας δίνει τη δυνατότητα να σταθούμε πολύ περισσότερο πληροφορημένοι και υποψιασμένοι από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης απέναντι στα ίδια –ή και σε άλλα- ζητήματα.

Το βιβλίο είναι έτσι γραμμένο που μας βοηθάει να φανταστούμε τον εαυτό μας σαν συμμετέχοντα στα μεγάλα Συνέδρια των αρχών του 20ου αιώνα –στη Στουτγάρδη, την Κοπεγχάγη και τη Βασιλεία- όπου η επανάσταση, η εργατική εξουσία, ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος ήταν η ύλη της συνεχούς διαμάχης, ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά, όπου πρωτοδιατυπώθηκαν τα επιχειρήματα, που ακόμη κυκλοφορούν ανάμεσά μας, για να δώσουν απαντήσεις στα δικά μας –«αιώνια», όμως, ξαναλέω- ερωτήματα. Όπως βοηθάει και στο να σκεφτούμε σχετικά με το τι έφταιξε –και τι σήμερα φταίει ή μπορεί να ξαναφταίξει, τώρα, μάλιστα, που ίσως σώνεται ο χρόνος.   

Πόσο μέτρησε, άραγε, το γεγονός πως η Διεθνής φάνηκε πρόθυμη να αποβάλλει την αναρχική της πτέρυγα –κυρίως, νομίζω, λόγω και παρελθοντικών «προηγούμενων» από τις συγκρούσεις μαρξιστών και μπακουνινικών, που δεν ήταν καθόλου αναγκαίο να οδηγήσουν σε οριστική διάσπαση;

Πόσο μέτρησε, αντίθετα, το γεγονός πως, αν και η μαρξιστική Αριστερά είχε σαφή πλειοψηφία[1],  υπήρξε εξαιρετικά συγκαταβατική απέναντι στην Δεξιά, η οποία, όπως σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, επέδειξε τον αρμόζοντα κυνισμό των «ρεαλιστών», ακόμη κι όταν χρειάστηκε να σφάξει τους ίδιους της τους συντρόφους –ξέροντας να περιμένει και «να κάνει τη δουλειά της»[2];

Πόσο μέτρησε ο κυρίαρχα «εθνικός» προσανατολισμός σε ό,τι αφορά την πολιτική συγκρότηση, με αποτέλεσμα η Διεθνής να έχει όχι τον βασικό, αλλά ούτε καν ένα σχετικά αποφασιστικό ρόλο απέναντι στα εθνικά τμήματα (με αποτέλεσμα μέλη των εργατικών κομμάτων να συμμετέχουν ακόμη και σε αστικές κυβερνήσεις, ενώ για την συντριπτική πλειοψηφία της Διεθνούς επρόκειτο για έγκλημα καθοσιώσεως, στο μέτρο που ακόμη και «αριστερή κυβέρνηση» ήταν αδιανόητη χωρίς την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας);

Πόσο μέτρησε η εδραιωμένη πεποίθηση πως, με όλο που η Σοσιαλδημοκρατία είναι επαναστατικό κόμμα, δεν είναι, όμως, «ένα κόμμα που κάνει επαναστάσεις», αλλά γνωρίζει «επιστημονικά» πως ο καπιταλισμός βαίνει αναπόφευκτα σε κατάρρευση (ως εάν αυτό να ήταν καλό καθεαυτό και να μην εμπεριείχε, αν δεν προηγούταν η επανάσταση, την ισχυρή πιθανότητα της μετατροπής των πάντων σε ερείπια);

Ο προβληματισμός πάνω σε τέτοια κορυφαία ζητήματα, πολύ περισσότερα από τα προηγούμενα, γονιμοποιείται διαρκώς μέσα από τη δουλειά του Μαστρογιαννόπουλου και επιτρέπει την τοποθέτησή μας πάνω στα τρέχοντα δικά μας. Ο αναγνώστης το διαπιστώνει συνεχώς. Δεκάδες σημερινά θέματα ανακύπτουν στις σελίδες –λες, μερικές φορές, και δεν πέρασε μια μέρα.

Να δώσω, κλείνοντας, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Είναι σύνηθες στην τωρινή συζήτηση (;) για την στρατηγική του αριστερού κινήματος στην εποχή μας να λέγεται –σχήμα ιδιαίτερα αγαπητό σε συριζικούς διανοούμενους-  πως ο σοσιαλισμός δεν αποτελεί κοινωνική θέσμιση, ριζικά διαφορετική από την καπιταλιστική, αλλά «ορίζοντα προσανατολισμού», που απομακρύνεται, μάλιστα, όσο τον πλησιάζουμε! Ο κομμουνισμός, άρα, δεν είναι η προς υλοποίηση αταξική κοινωνία, στην οποία ισχύει η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και η αυτοδιευθυντικά καθορισμένη διανομή. Όχι, δεν είναι «σκοπός» ο κομμουνισμός, είναι, απλώς, «οδηγός για κίνηση». Μια κίνηση τσούκου τσούκου σταδιακής «βελτίωσης» των πραγμάτων, όπου οι ριζικοί μετασχηματισμοί, όταν λαμβάνονται κατά κυριολεξία,  δεν είναι παρά εσχατολογικές εμμονές για τουρισμό σε χειμερινά ανάκτορα. Σε μια δουλοκτητική κοινωνία, η αντίστοιχη λογική θα θεωρούσε «ορίζοντα» την κατάργηση της δουλείας, ώστε να επιτυγχάνεται το ρεαλιστικό βήμα αύξησης του προσδόκιμου ζωής των σκλάβων από τα 19 στα 19.5 χρόνια ή μείωσης των ραβδισμών από 50 σε 49–λαμβάνοντας, βέβαια, πάντα υπόψη τις ανάγκες της «ανάπτυξης» ή της αποτροπής της περσικής απειλής.

Στην πραγματικότητα το θέμα αυτό –του «σκοπού» και του «κινήματος»- είναι ήδη εξαντλημένο. Να πώς το λέει η Ρόζα Λούξεμπουργκ:

«[Ο] σοσιαλιστικός τελικός σκοπός είναι το μοναδικό αποφασιστικό χαρακτηριστικό, που διακρίνει τη σοσιαλδημοκρατική κίνηση από αστική δημοκρατία και τον αστικό ριζοσπαστισμό… Η συζήτηση με τον Μπερνστάιν και τους οπαδούς του δεν αφορά, σε τελευταία ανάλυση, αυτόν ή εκείνον τον τρόπο της πάλης, αυτήν ή εκείνη την τακτική, αλλά αυτή την υπόσταση  του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος…» (σελ. 133).

Σε πολλά ζητήματα η συζήτηση είναι η ίδια εκείνη η παλιά.

Το βιβλίο του Μαστρογιαννόπουλου είναι η καλύτερη αφορμή, για να την ξαναπιάσουμε.

 

[1] Το Συνέδριο της Δρέσδης το 1903 του SPD απέρριψε τις θέσεις του Μπερνστάιν με ψήφους 288 -11

[2] Υπήρχαν απόψεις, που υπερασπίζονταν τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές και οι φορείς τους παρέμεναν στα κόμματα χωρίς την παραμικρή πρακτική ενόχληση