Το κυρίαρχο κόμμα του κράτους, ο κοινωνικός σχηματισμός και οι πολιτικοί οργανισμοί της Αριστεράς

Σε πολιτεία βρέθηκα που 'ψαχνα για καιρό

στου ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο

πάω να την ψηλαφίσω τρέχω να τη χαρώ

κι αυτή με προσπερνάει με βλέμμα ξένο

(“Kif”: Στίχοι: Μ. Τόκας, Ευ. Λιαρός, α’ εκτέλεση Δ. Μητροπάνος)

Γράφει η Μάνια Σωτηροπούλου*

 

Για τον κοινωνικό σχηματισμό

Λόγω συγκεκριμένων ιδεολογικοπολιτικών αναφορών του παρελθόντος προσπάθησα να βρω μία λυρική αναφορά σε ισπανόφωνους ποιητές, πάρα ταύτα δεν κατέστη δυνατόν για ένα βασικό λόγο: την έννοια του κοινωνικού σχηματισμού. Ο κοινωνικός σχηματισμός είναι μία έννοια που φέρει την ιστορία, την κουλτούρα, τους πολιτικούς σχηματισμούς, τους πόνους και τον κάματο και γιατί όχι (με πάντα τον κίνδυνο της ειρωνείας του μεταμοντέρνου) το στυλ· φέρει τις αναμονές, τις επιτελέσεις, και εν τέλει την ηγεμονία σε ένα συγκεκριμένο χώρο με αναφορές πάντα στο χρόνο. Με λίγα λόγια, πέραν του διεθνισμού και των παραδειγμάτων των κοινωνικών αγώνων και των πολιτικών πειραμάτων παγκοσμίως, θα πρέπει να μιλάμε και για τον κοινωνικό σχηματισμό που θέλουμε να παρέμβουμε όντας κομμάτι αυτού. Προφανώς, η ανάλυση πάντα εμπεριέχει τη διεθνή κατάσταση και η απάντηση πάντα εμπνέεται από τα διεθνή παραδείγματα αντίστασης, πάρα ταύτα η μοναδικότητα του κάθε κοινωνικού σχηματισμού, ίσως βοηθάει και σε ένα ακόμη επίπεδο στην άρση της κυρίαρχης ιδεολογίας ενός φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού. Το “σκέψου παγκόσμιο, δράσε τοπικά” συνεπάγεται ότι για να δράσεις και να ριζώσει η δράση σου θα πρέπει να μιλήσεις, και μάλιστα όχι ως εξωτερικός δρων, γι’ αυτό το τοπικό.

Η λαϊκότητα αυτών των στίχων και κυρίως η λαϊκότητα των ήχων της πρώτης ερμηνείας του, αποκρυσταλλώνουν στοιχεία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι δε στίχοι ολόκληρου του τραγουδιού (τουλάχιστον για τη γράφουσα) περιγράφουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο την ελληνική κοινωνία, τις αναμονές, τις διαψεύσεις, αλλά ... και το προχωράμε.

Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός εντός του οποίου παρεμβαίνουμε ως αριστερές/οι προκρίνοντας τη συλλογικότητα ως έναν άλλον τρόπο βιώματος, έχει κάποιες ιδιαιτερότητες (όπως και όλοι οι κοινωνικοί σχηματισμοί) οι οποίες θα πρέπει να αναδειχθούν αναστοχαζόμενες/οι την προηγούμενη περίοδο υπό τη σκοπιά της Αριστεράς.

 

Οι μετασχηματισμοί του κράτους και το πολιτικό σύστημα

Το πολιτικό σύστημα θα πρέπει να αναλυθεί ως προς το κράτος και τις κοινωνικές διαιρέσεις που υφίστανται ανά ιστορική περίοδο, ως αντανάκλαση των μεταβολών στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας (Πουλαντζάς, Ν., 2008). Οι μετασχηματισμοί δηλαδή του πολιτικού και κομματικού συστήματος θα πρέπει να ειδωθούν μέσα από τις εκάστοτε αντιθέσεις εντός των σχέσεων παραγωγής. Το μεταπολιτευτικό σύστημα θα πρέπει να ιδωθεί επί τη βάσει των κοινωνικών διαιρέσεων, δηλαδή εντός της υλικότητας των παραγωγικών σχέσεων (Παπαβλασόπουλος, Ευ., 2015).

Οι μετασχηματισμοί διεξάγονται εντός του πλέγματος που περιγράφεται από το πλαίσιο του συστήματος. Η έννοια του συστήματος θέλει να καταδείξει το χώρο εντός του οποίου οι κυρίαρχες πολιτικές επιλογές, μεταβολές και εν τέλει μετασχηματισμοί δε χαρακτηρίζουν μόνο τους εκπροσώπους συγκεκριμένων συμφερόντων, αλλά όλους εκείνους που εμπλέκονται στο εκάστοτε σύστημα εξουσίας (Πουλαντζάς, Ν., 1975) . Με άλλα λόγια το δικομματικό σύστημα εξουσίας δε χαρακτηρίζει μόνο τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, αλλά τα κόμματα της Αριστεράς βρίσκονται, επηρεάζονται και χαρακτηρίζονται από τα ειδοποιά στοιχεία του δικομματικού συστήματος, και οιοδήποτε άλλου συστήματος χαρακτηρίζει την πολιτική σκηνή.

Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει μία αναφορά στην λεγόμενη κρίση της δημοκρατίας, που εμπειριστές, κατά κύριο λόγο, το ονόμασαν μετα-δημοκρατία (Κράουτς, Κ., 2006) και διαπιστώνεται και συζητιέται συστηματικά στα 90s, κυρίως δε μετά την υιοθέτηση του τρίτου δρόμου. Ωστόσο, κρισιακά σημεία ψηλαφίζονται πολύ νωρίτερα, τότε που διαπιστώνεται ότι «...η κρατικοποίηση της σύγκρουσης επικαλύπτει την κοινωνικοποίησή της...» (Agnoli, J., 2013:131). Με λίγα λόγια τα κρισιακά σημεία ψηλαφίζονται από την περίοδο της άμβλυνσης των ταξικών αντιθέσεων και της ενίσχυσης του λεγόμενου μεσαίου χώρου. Είναι τότε που τα νέα κοινωνικά κινήματα προσπαθούν να δώσουν μία άλλη απάντηση για τη δημοκρατία και την πολιτική συμμετοχή. Συνεπώς, αυτό που παρατηρείται σε ένταση μετά τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση αναφορικά με την ποιότητα της δημοκρατίας έχει ξεκινήσει ήδη από την περίοδο της Χρυσής Τριακονταετίας.

 

Το κόμμα του κράτους ως μία ακόμη πτυχή της συζήτησης για το κράτος

Εκείνη την περίοδο διαπιστώνεται ο εναγκαλισμός κομματικού συστήματος και κράτους. Αυτό που στα 90s θα περιγραφεί ως η καρτελοποίηση του κομματικού και συνεπώς πολιτικού συστήματος, συζητιέται συστηματικά από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70. Η γράφουσα επιλέγει εν προκειμένω να συζητήσει το θεωρητικό σχήμα του εναγκαλισμού με το κράτος, καθώς είναι εκείνη η θεωρητική σκευή που καταδεικνύει από μία άλλη σκοπιά την περίφημη συζήτηση της Αριστεράς για το κράτος και τους μηχανισμούς του. 

Η στενή πρόσδεση του κόμματος με το κράτος μπορεί να ψηλαφιστεί, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘60. Συνέπεια αυτού είναι ότι κόμμα μαζών αρχίζει να υποχωρεί κι αυτό είναι γεγονός· όπως γεγονός είναι και η ένταση της πρόσδεσης του κόμματος με το κράτος. Μέσω της θεωρίας του «αυταρχικού κρατισμού», ο Ν. Πουλαντζάς εισάγει τη συζήτηση για το ενιαίο μαζικό κόμμα του κράτους. Το ενιαίο μαζικό κόμμα του κράτους, περιγράφοντας τους μετασχηματισμούς που έχουν επισυμβεί στο κοινωνικό πεδίο, όπως ήδη έχουν αναφερθεί, είναι ο όρος που καταδεικνύει την εντεινόμενη πρόσδεση του κομματικού συστήματος με το κράτος και την κρατική γραφειοκρατία. Το κυρίαρχο μαζικό κόμμα του κράτους είναι κατ’ ουσίαν ο ιμάντας μεταβίβασης των γραφειοκρατικών αποφάσεων προς τη βάση, ελεγχόμενο πια από τις κορυφές της εκτελεστική εξουσίας. Όντας άμεσα παρόν μέσα στη διοίκηση εξασφαλίζει και τη λειτουργία της ίδιας της διοίκησης. Ενώ μία από τις βασικές του λειτουργίες είναι η αναπαραγωγή της κρατική ιδεολογίας στις μάζες. Ο Ν. Πουλαντζάς παρατηρώντας ήδη τον πολυκερματισμό του χώρου αποφάσεων, μέσα από διακομματικά δίκτυα και την ύπαρξη ισχυρού δικομματισμού, κάνει λόγο για την εστία του ενιαίου μαζικού κόμματος του κράτους. Αναφορικά δε με τη μαζικότητα του κόμματος «[...] αν ο βασικός είναι ο πολιτικός έλεγχος της διαχείρισης, υπάρχουν άλλοι λόγοι που υπάγονται αυτή τη φορά, στις μεταβολές των διαδικασιών νομιμοποίηση, πράγμα που μας επιτρέπει να καταλάβουμε γιατί πρόκειται εδώ για ένα μαζικό κόμμα.» ( Πουλαντζάς, Ν., 2008:341) . Η δομική πλέον ώσμωση ανάμεσα στο κράτος και σε ένα κυρίαρχο μαζικό κόμμα καταδηλώνεται και στο σημείο που κάνει αναφορές για το ποια θα πρέπει να είναι η σχέση των λαϊκών μαζών με το κράτος, δείχνοντας ακριβώς τη δομική επέκταση του κράτους, λέγοντας πως «[...] οι λαϊκές μάζες [...] δεν τοποθετούνται εκτός Κράτους ούτε, πάντως, εκτός εξουσίας, όπως θέλουν οι απλουστευτικές αυταπάτες για αντιθεσμική αγνότητα.» ( Πουλαντζάς, Ν., 2008:220).

Αλλά σε τί μας αφορά όλη αυτή η συζήτηση; Πέραν της συζήτησης για το τι είναι ο ΣΥΡΙΖΑ (όπου το παρόν άρθρο εξ’ αντανακλάσεως και μόνο θα ήθελε να αναφερθεί), αυτό που έχει σημασία είναι πως τοποθετείται η Αριστερά και οι οργανισμοί της σε αυτή τη συζήτηση. Ποια συζήτηση; Τί σημαίνει πολιτικό σύστημα και δημοκρατία σε κρίση. Με άλλα λόγια, όπως ήδη αναφέρθηκε καθώς το σύστημα δεν περιλαμβάνει μόνο τα μέρη που εντάσσονται σε αυτό αλλά και τα μέρη που το αντιπαλεύουν, καθώς για να παράξουν πολιτική “ενάντια” ενσωματώνουν στοιχεία του συστήματος, πρώτον θα πρέπει να μιλήσουμε για πολιτική με θετικό πρόσημο ώστε να βγαίνει η Αριστερά εκτός του συστήματος. Δεύτερον, το κόμμα του κράτους είναι μορφή πολιτικού συστήματος, από το οποίο κανένα κόμμα δεν ξέφυγε από αυτό. Στον έναν ή στον άλλον βαθμό, αν δούμε τα χαρακτηριστικά αυτού του κομματικού τύπου όπου στο εσωτερικό του λόγω της άμβλυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, παρατηρείται σταδιακά η τάση αυτονόμησης της κομματικής ηγεσίας από τη βάση, και ταυτοχρόνως η απίσχνανση των κομματικών διαδικασιών και της εσωκομματικής δημοκρατίας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι αυτά τα στοιχεία (στο σύνολό τους ή και ξεχωριστά) παρατηρούνται κατά το μάλλον ή ήττον στην πλειονότητα των πολιτικών οργανισμών, και στην Αριστερά σήμερα. Συνεπώς, πέραν της συζήτησης της κρατικοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της καρτελοποίησής του (κάτι το οποίο παρατηρείται αναφορικά με το εσωκομματικό καρτέλ εξουσίας ήδη στο ΣΥΝ από το ‘90), θα πρέπει να δούμε πως τοποθετείται η Αριστερά σε σχέση με αυτό το πολιτικό σύστημα. Σημαντική σημείωση, αυτό το πολιτικό σύστημα φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μίας δημοκρατίας σε κρίση: παράλληλα κέντρα αποφάσεων, ενίσχυση υπερεθνικών δομών, μείωση της δυνατότητας η λαϊκή βούληση να εισακουστεί, αίσθηση των κοινωνιών ότι όλα είναι προειλημμένα.

Σε αυτό το σημείο έρχεται και πάλι η α – μηχανία του εντός και εκτός του κράτους, και εκεί η απάντηση για κάποιες/ους της δυαδικής εξουσίας. Είτε όμως απαντήσει κάποια/ος με το σχήμα της δυαδικής εξουσίας είτε με το σχήμα περί αυτοδιαχειριζόμενων εστιών το ζήτημα είναι η παραγωγή πολιτικής που απαντά, ποιος είναι ο οδοδείκτης. Η απάντηση που διδόταν (και δίδεται) αναφορικά με τις ανάγκες, έχει ενδιαφέρον και σήμερα, αλλά θα πρέπει να το ξαναδούμε. Εκεί έγκειται η αρχική σημείωση για κάποιες ιδεολογικοπολιτικές αναφορές του παρελθόντος. Το λατινοαμερικάνικο παράδειγμα που βασίστηκε στις ανάγκες των πολλών θα πρέπει να φιλτραριστεί ως οδοδείκτης. Καρά κύριο λόγο πια θα πρέπει να ξαναμιλήσουμε για το τι εννοούμε ανάγκες, ποιος και πως τις δημιουργεί, ποιες αναμονές αναφορικά με τις ανάγκες παράγει και αναπαράγει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, και τελικά ποιες ανάγκες είναι μετασχηματιστικές και απελευθερωτικές.

 

Η δομή αντανάκλαση της ταξικής πάλης;

(Ντάξει) Το ερώτημα όποια/ος το διαβάσει θα χαμογελάσει και θα πει “καλά μας δουλεύει; πόσο δομισμό πια;”. Αυτό το ερώτημα εκτός από την εκ πρώτης όψεως δομιστική αναφορά, θέλει να πει κάτι παραπάνω. Είπαμε ότι το πολιτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από το κόμμα του κράτους, και ότι τα χαρακτηριστικά του περιγράφουν σημεία της κρίσης της δημοκρατίας, κι είπαμε επίσης ότι το σύνολο των πολιτικών οργανισμών και της Αριστεράς (εκτός δηλαδή από τα πολιτικά κόμματα του αστικού μπλοκ με χαρακτηριστικό παράδειγμα σήμερα τον ΣΥΡΙΖΑ) χαρακτηρίζονται από αυτό το πολιτικό σύστημα. Αν θέλουμε λοιπόν να κάνουμε πολιτική με θετικό πρόσημο στο σήμερα με γνώμονα τις ανάγκες (τις επαναπροσδιορισμένες ανάγκες) θα πρέπει να μιλήσουμε για τη δομή και τις διαδικασίες.

Η απάντηση θα πρέπει να ψηλαφιστεί στις διαδικασίες που εμβαθύνουν τη δημοκρατία και μάλιστα προκρίνουν μία άλλη ποιότητά της. Πρακτικά τί σημαίνει αυτό; Εν αρχή να πω ότι δεν έχω απάντηση, κι ούτε θα μπορούσα, γιατί την απάντηση τη δίνει η συλλογική πρακτική και η συλλογική κουλτούρα μπορεί να καταδείξει μία διαφορετική δημοκρατική ποιότητα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η (ψευδής) χαλαρότητα των διαδικασιών με επίφαση την μη αναπαραγωγή γραφειοκρατικών μοντέλων του παρελθόντων, δεν είναι η απάντηση. Οι διαδικασίες στην Αριστερά μπορούν να μην είναι γραφειοκρατικές αλλά και ούτε ενός ανδρός αρχή μόνο μέσα από τη λογική της αιρετότητας και της ανακλητότητας. Αν για κάτι ακόμη είμαι πεισμένη είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να υπάρχει συναπόφαση, έλεγχος κι απολογισμός. Δυστυχώς, όπως έχει δείξει η ίδια η ιστορία όπου εκλείπουν οι διαδικασίες εκλογής, αιρετότητας και ανακλητότητας είτε καταλήγουμε σε φυσικές ηγεσίες είτε σε μεταμοντέρνους χυλούς. Κι αυτά τα δύο συμπτώματα είναι στοιχεία του κυρίαρχου τρόπου πολιτικής και εντάσσονται στα χαρακτηριστικά του παρόντος πολιτικού συστήματος. Ο τρόπος που παράγεται μεροληπτικά ταξικά πολιτικός λόγος για και από τους από κάτω θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από συμπεριληπτικές διαδικασίες, και προς ώρας είναι η διαδικασία που περιγράφηκε ανωτέρω με συγκεκριμένες πρόνοιες.

Κλείνοντας, το κείμενο επιλέγει να μην μιλήσει για την ήττα. Βιώνουμε αυτό που έγινε και θα κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι για να το καταλάβουμε, αλλά ταυτόχρονα οφείλουμε σε αυτό “(σ)του ονείρου μου τον χάρτη τον κρυμμένο” να προσπαθούμε να παράγουμε πολιτικό λόγο και πρακτική στο σήμερα για, με και από τους από κάτω. Ο κοινωνικός μετασχηματισμός δεν τελειώνει, απλά κάποιες φορές θέλει καρτερικότητα. Καρτερικότητα σημαίνει θεωρητικός αναστοχασμός, αυτοκριτική, συζήτηση, πειραματισμός αλλά και την ίδια στιγμή καθημερινή πολιτική παρέμβαση με μέριμνα για την περιφρούρηση και την εμβάθυνση της συλλογικής κουλτούρας. Η λούπα συντρόφι@ είναι να αμφισβητηθεί η κουλτούρα της συλλογικότητας.

 

Παραπομπές:

Agnoli, J., Γκιούρας, Θ. (επίμ.), 2013. Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας και παρεμφερή κείμενα (1967–1998). Αθήνα: ΚΨΜ.

Παπαβλασόπουλος, Ευ., 2015 , “Μετατοπίσεις στο ελληνικό κομματικό σύστημα: Από το ενιαίο μαζικό κόμμα του κράτους στο κόμμα “εκτάκτου εθνικής ανάγκης”, στο Γεωργακάκης, Ν. - Δεμερτζής, Ν. (επίμ.), Το πολιτικό πορτραίτο της Ελλάδας: κρίση και αποδόμηση του πολιτικού; γ’ εκδ. Αθήνα: Gutenberg – EKKE.

Πουλαντζάς, Α., Ν., 2008. Το Κράτος, Η Εξουσία, Ο Σοσιαλισμός. γ’ έκδ., Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς, Α., Ν., 1975. Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις. α’ τομ., β’ εκδ., Αθήνα: Θεμέλιο.

Κράουτς, Κ., Κιουπκιολής, Αλ. (εισαγωγή – μτφρ.). 2006. Μεταδημοκρατία. Αθήνα: Εκκρμές.

 

*Η Μάνια Σωτηροπούλου είναι μέλος της Συνέλευσης Βάσης Εξωτερικού και του Πανελλαδικού Συντονιστικού της Ανασύνθεσης – ΟΝΡΑ