Καθαρή έξοδος στα μαρμαρένια αλώνια. Του Χρήστου Λάσκου

Μια και είναι φανερό πως η όλη αποτίμηση του κυβερνητικού έργου, ενόψει της εκλογικής περιόδου που ανοίγει αντικειμενικά, θα αξονιστεί γύρω από το «τέλος των Μνημονίων» και τις προοπτικές της ελληνικής «ανάπτυξης» έχει σημασία –όσο το δυνατόν … ψυχραιμότερα- να δούμε πού βρισκόμαστε.

Ο πρωθυπουργός δεν χάνει ευκαιρία –συχνότερα από το βήμα εκδηλώσεων εργοδοτικών οργανώσεων- να διακηρύσσει πόσο καλές, έως εξαιρετικές, είναι οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και πόσο «έχουν πιάσει τόπο οι θυσίες». Το βασικό του σχετικό «αφήγημα» είναι αυτό που στηρίζεται στην θεωρία του πατημένου ελατηρίου, το οποίο οσονούπω θα εκτιναχθεί εκπλήσσοντας την υφήλιο. Γι’ αυτό, άλλωστε, είναι πεπεισμένος, ήδη από το Πάσχα του 2016, πως μας περιμένουν διαρκώς καλύτερες μέρες, έστω κι αν έκτοτε η μόνη ουσιαστική μεταβολή για την κοινωνική πλειοψηφία ήταν η συμφωνία για νέες μειώσεις στις συντάξεις και στο αφορολόγητο.

Λέει ψέμματα ο πρωθυπουργός; Φοβάμαι πως όχι. Έτσι νομίζει, έτσι εύχεται, αυτά καταλαβαίνει, αυτές είναι οι νέες του αυταπάτες. Έχοντας επιλέξει πως «δεν μας παίρνει για σύγκρουση, παρά μόνο για αμοιβαία επωφελή (sic) υποταγή» δεν έχει παρά να ελπίζει αορίστως  και να ονειρεύεται ελευθέρως.

Ενώ τα πράγματα βοούν περί του αντιθέτου. Ας το δούμε, λοιπόν, όσο συντομότερα και περιεκτικότερα γίνεται.

Είναι γνωστό πως η ελληνική κοινωνία έχει υποστεί, στα χρόνια της κρίσης και των Μνημονίων, χτυπήματα πρωτοφανή στη διεθνή οικονομική ιστορία.

Θα θυμίσω μερικά θεμελιώδη δεδομένα, για να προσανατολιστούμε στοιχειωδώς.

Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος κατά μέσο όρο υπερβαίνει το 40%, ενώ η ανεργία προσεγγίζει το 30% -και για τους νέους το 60%. Το επόμενο διάγραμμα παρουσιάζει τα στοιχεία για τη νεανική ανεργία συντηρητικά, αφού πρέπει να συνυπολογιστεί και η μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων συμπολιτών μας.

Σε ό,τι αφορά την απασχόληση, όπως φαίνεται παρακάτω, μετά το απόλυτο ελάχιστο του 2014, έχουμε μια ανάκαμψη, η οποία, όμως, στο σύνολό της σχεδόν αφορά μια ακραία επισφαλή, εξαιρετικά «μερική» και απολύτως προσωρινή εκδοχή της. Είτε πραγματοποιείται με «προγράμματα» είτε  οι βασικοί «ωφελούμενοι» είναι «συνεργαζόμενοι» εργοδότες.  

Από την άλλη πλευρά, καθοριστικό για τις «αναπτυξιακές προσδοκίες», το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ είναι πραγματικά καταδικαστικό. Όπως φαίνεται στο επόμενο διάγραμμα, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου βρίσκεται σταθερά πια στο 1/3 του επιπέδου του 2008, ενώ ο καθαρός –οι επενδύσεις, δηλαδή, που δεν χρησιμοποιούνται για την αντικατάσταση φθαρέντων, αλλά για νέα μέσα παραγωγής- είναι αρνητικός. Που σημαίνει πως το πάγιο κεφαλαιακό απόθεμα της χώρας διαρκώς συρρικνώνεται.

Κι αυτό, μ’ όλο που ήδη από το 2011 κι έπειτα, το ποσοστό κέρδους, όπως φαίνεται στο τέταρτο διάγραμμά μας, ανακάμπτει αργά, αλλά σταθερά, η δε εργασιακή ζούγκλα έχει κάνει την Ελλάδα πραγματικό Ελντοράντο για τους εργοδότες.

Ο λόγος προφανής. Οι αρνητικές προσδοκίες για το μέλλον κάνουν λογική για το κεφάλαιο την επιλογή της βραχυχρόνιας αρπαχτής, την ίδια στιγμή που λόγω του τεράστιου και προοπτικά αυξανόμενου χρέους, η χρηματοδότηση και οι δημόσιες επενδύσεις συνιστούν ανέκδοτο.

Αυτή είναι, με λίγες εικόνες και ακόμη λιγότερα λόγια, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Καμιά θετική προσδοκία δεν μπορεί να διατυπωθεί. Με δεδομένη τη συνέχιση της ασκούμενης πολιτικής το πιθανότερο είναι να καταλήξουμε, εκτός των όσων ήδη καταντήσαμε, το case study του απολύτως αποτυχημένου κράτους.

Τα πράγματα δεν πρόκειται να βελτιωθούν. Δεδομένου, μάλιστα, πως είμαστε σε πρωτοφανή βαθμό εξαρτημένοι από τις διεθνείς εξελίξεις, το παραμικρό βήξιμο στην παγκόσμια οικονομία για μας μπορεί να αποβεί πραγματικά θανατηφόρο. Για να αποδειχτεί πως αυτοί που μας σώζουν από το 2010 έως σήμερα, αδιακρίτως, μας έχουν, στην πραγματικότητα, μπλέξει σε μια κατάσταση ακραίας διακινδύνευσης χωρίς το παραμικρό εργαλείο αντίδρασης στα χέρια μας.

Όλοι –μα όλοι- ξέρουν πως βασική προϋπόθεση απεμπλοκής από το καταδικαστικό αδιέξοδο είναι η διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους. Είναι χαρακτηριστική  η σχετική έκθεση του Μαρτίου 2018 (Independent report on the Greek official debt, Policy Insight No. 92)  του εξαιρετικά έγκυρου -και καθόλου ριζοσπαστικού- Centre for Economic Policy Research, που σημειώνει χαρακτηριστικά πως «για να επιτευχθεί διατηρησιμότητα του χρέους χωρίς ονομαστική διαγραφή … θα πρέπει η Ελλάδα να μπορεί να αποπληρώνει χρέη στους Ευρωπαίους επίσημους πιστωτές για πολύ εντός του 22ου αιώνα». Προσέξτε! Δεν λέει του 21ου, αλλά του 22ου

Περί αυτού πρόκειται. Εδώ βρισκόμαστε.

Θα ήταν καλό να αναλογιστεί ο καθένας και η καθεμιά, με αυτά δεδομένα, ποια πολιτική είναι ανεύθυνη και ποια είναι «ρεαλιστική».

Αναφέρομαι, βέβαια, στην κοινωνική πλειοψηφία, στην εργατική τάξη, στους άνεργους, τους πολλούς μισθωτούς ευρύτερα.

Γιατί οι άλλοι, «αυτοί», που λέγαμε παλιότερα, μεγάλοι και «μικρομεσαίοι» εργοδότες, ως επι το πλείστον, έχουν τον τρόπο τους και, κυρίως, πολλές εκατοντάδες δισεκατομμύρια –πολλαπλάσια του ΑΕΠ- στα … ξένα. Γι’ αυτούς, πράγματι, η κανονικότητα επιστρέφει –η νέα χαλάρωση των capital controls τους επιτρέπει να αποσύρουν από τους λογαριασμούς τους 5000 ευρώ μηνιαία! Για «μας» τι είδους πορεία στην κανονικότητα είναι αυτή; Μόνο η «κυβερνώσα αριστερά» το ξέρει. Και η κυβερνώσα δεξιά, επίσης.

 

ΥΓ. Τα διαγράμματα είναι από άρθρο του Michael Roberts (Michael Roberts Blog, Greece: the spectre of debt, 22 May 2018), που αξιοποιεί στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT.