Κάποιες πρώτες σκέψεις για τις εκλογές στη Γερμανία. Της Νάσιας Πλιακογιάννη

1. Όντως ήταν η πιο ανιαρή αλλά ταυτόχρονα η πιο συντηρητική πολιτική μάχη, μια πολιτική συζήτηση μετατοπισμένη ξεκάθαρα προς τα δεξιά τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδό. Η κρίση στην Ευρώπη και το ζήτημα του νότου, το μεταναστευτικό, η διευρυνόμενη κοινωνική ανισότητα, τα τεράστια σκάνδαλα της γερμανικής οικονομίας κλόνισαν σημαντικά την χώρα, αναζήτησαν νέες απαντήσεις, απογοήτευσαν, ξύπνησαν ιστορικές μνήμες και αντανακλαστικά. Αν και η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την επιτυχία της ακροδεξιάς, ξεχνάει να πει ότι ρατσιστικού τύπου ρητορική και πολιτικές στηρίχθηκαν από την πλειοψηφία των κομμάτων, τόσο στο κοινοβούλιο όσο και προεκλογικά. Επενδύθηκαν δε με μια μεγάλη δόση τρομοϋστερίας, εξίσωσης ακροδεξιάς και αριστεράς, καταστολής, εθνικιστικών φανφάρων.

Ταυτόχρονα το κοινωνικό ζήτημα μένει στο περιθώριο, τεράστια κομμάτια της γερμανικής κοινωνίας πετιούνται εκτός πολιτικής, η οικονομία ανά περιοχές στενάζει δημιουργώντας πολίτες διαφορετικών κατηγοριών, η νεολαία βιώνει την επισφάλεια και την ανασφάλεια, τα αδιέξοδα και ταυτόχρονα οι αντιθέσεις βαθαίνουν: ναι, στην πλουσιότερη χώρα της Ευρώπης άνθρωποι πετιούνται εκτός. Ακόμα και εδώ, η ανάπτυξη δεν είναι για όλους. Αυτών δεδομένων, το αποτέλεσμα δεν εκπλήσσει: το πολιτικό σύστημα περνάει κρίση, εξυπηρετεί ανοιχτά τα συμφέροντα των τραπεζών και της αυτοκινητοβιομηχανίας, στήνει ξεκάθαρα απέναντι του τους ίδιους του τους πολίτες. 

2. Οι εκλογές έχουν ξεκάθαρα ηττημένους και αυτός είναι ο πρώην κυβερνητικός συνασπισμός. Η Μέρκελ ουσιαστικά έπαιζε και παίζει χωρίς αντίπαλο. Η προ δεκαετίας νεοφιλελεύθερη στροφή της σοσιαλδημοκρατίας, την φέρνει αντιμέτωπη με τις ίδιες της τις πολιτικές επιλογές, αποξενωμένη από την κοινωνική της βάση και την ιστορική της προέλευση. Για άλλη μια φόρα δεν έπεισε: μετά από 4 χρόνια κοινής εφαρμογής του σοσιαλδημοκρατικής προέλευσης νεοφιλελεύθερου σχεδίου, τι άλλο είχε να πει; Και αν παίξουμε στο παιχνίδι του νεοφιλελευθερισμού, ποιος μπορεί καλύτερα από τη Μέρκελ; Σύμμαχοι δε θα υπάρξουν πολλοί: οι Φιλελεύθεροι, οι Πράσινοι, το AFD... Όλοι μαζί στο καράβι του Γερμανικού κεφαλαίου, προστάτες των συμφερόντων του. Τότε γιατί χάνει και η Ένωση; Κατά τη γνώμη μου για δύο λόγους. Πρώτων, γιατί όντως υπάρχει μεγάλη απογοήτευση στο λαό. Δεύτερων γιατί η ανέχεια και η απογοήτευση φέρνουν ταυτόχρονα απεγκλωβίσεις αλλά και πόλωση. 

3. Η πόλωση ωφελεί την ακροδεξιά. Εδώ πρέπει να αφήσουμε την ευκολία και να δούμε το ζήτημα στο βάθος του. Ναι, στη γερμανική κοινωνία υπάρχουν ακόμα και δεξιοί και ακροδεξιοί και ναζί και νεοναζί και όλα τα απολιθώματα του 3ου Ράιχ. Τα μεγαλύτερα ποσοστά του κόμματος, όμως, προέρχονται από την πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου ανά περιοχές το κόμμα έρχεται δεύτερο, περιοχές που μαστίζονται από την αποβιομηχάνιση, την ανεργία, την χαμηλή ανάπτυξη. Αν κανείς θέλει να πάει ακόμα βαθύτερα, θα πρέπει να αναλύσει τόσο την περίοδο του υπαρκτού σοσιαλισμού, όσο, και πιο κρίσιμα, την περίοδο της επανένωσης και της στοχευμένης οικονομικής καταστροφής και υπανάπτυξης: σήμερα η ανατολή είναι η ανατολική Ευρώπη της Γερμανίας.

Η απογοήτευση λοιπόν, τα διαλυμένα όνειρα και οι φρούδες υποσχέσεις της επανένωσης, η ποινικοποίηση της αριστεράς και του κομμουνισμού, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα είναι λογικό να σπρώχνουν μια μεγάλη μερίδα αυτού του κόσμου στα άκρα. Αν η ακροδεξιά ιδέα ανά περιοχές στη Γερμανία αναγεννήθηκε στο δρόμο, μέσα από τις ξενοφοβικές διαδηλώσεις των κινημάτων PEGIDA, το AFD κατάφερε να τους δώσει πολιτικό χώρο και έκφραση, υποσχόμενο τη «Μεγάλη Γερμανία» των ονείρων τους. Εδώ όμως ενέχεται μια μεγάλη αντίφαση. Το AFD δεν είναι λαϊκό κόμμα, δεν στήριξε ποτέ τα δικαιώματα του εργαζόμενου και του λαϊκού κόσμου. Αντίθετα, είναι ένα βαθιά νεοφιλελεύθερο κόμμα και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο: ενώ οι περισσότεροι μένουν στο ρατσιστικό του χαρακτήρα, ξεχνούν το ακραία αντιλαϊκό, υπέρ του μεγάλου κεφαλαίου και της αστικής τάξης πρόγραμμά του. Στην πραγματικότητα, εκεί ακριβώς βρίσκεται ένας σημαντικός πυρήνας του κόμματος: σε ένα κομμάτι της αστικής τάξης, ίσως το πιο συντηρητικό και περιθωριοποιημένο της Γερμανίας, που ψάχνει να αναδειχθεί, δημιουργώντας συμμαχίες με τους απογοητευμένους των κατώτερων και μεσαίων στρωμάτων, προωθώντας μια συγκεκριμένη ρητορική που μπορεί να στρατεύσει και να συγκινήσει αυτά ακριβώς τα πλήθη. Δεν είναι άλλη από την στρατηγική της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη, κομμάτι άλλωστε της επιτυχίας και της ανόδου της. 

4. Η Αριστερά δεν φαίνεται να μπορεί. Πρώτον, δεν φαίνεται να μπορεί να προσδιοριστεί στη νέα συγκυρία. Βάλλεται εσωτερικά και εξωτερικά χωρίς να μπορεί να χαράξει τον δρόμο της. Παλαντζάρει ανάμεσα στον ευρωπαϊσμό και τον κυβερνητισμό από την μία και στον δικαιωματισμό και τον αριστερισμό από την άλλη. Χωρίς ξεκάθαρη τοποθέτηση, ήταν έτοιμη να συμμαχήσει με τον νεοφιλελευθερισμό και να συγκυβερνήσει αν της το ζητούσε η σοσιαλδημοκρατία. Ταυτόχρονα, είχε να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις του πολιτικού συστήματος και του τύπου, τις κατηγορίες περί τρομοκρατίας, την ιστορική της ποινικοποίηση και ήττα. Βασικότερα όμως, η γερμανική αριστερά αδυνατεί να απαντήσει στα προβλήματα που ταλανίζουν σε τελική ανάλυση το σύνολο της παγκόσμιας αριστεράς: την αποϊδεολογικοποίηση, την απομάκρυνσή της από το λαό και τους αγώνες, τη συντηρητικοποίησή της, τη μετατροπή σε μια δύναμη μη επικίνδυνη για το σύστημα, φοβική, μη χρήσιμη για τις μάζες. Μια αριστερά που φοβάται να βγει εκτός κάδρου, που δεν σπάει αβγά, που ασκεί κριτική χωρίς περιεχόμενο, που όταν βρεθεί στην εξουσία δεν κάνει τομές και δεν ακολουθεί άλλους δρόμους. 

5. Οι εκλογές στην πραγματικότητα δεν φέρνουν καμία μεγάλη ανατροπή σε κανένα επίπεδο, εκτός ίσως από μια δεξιά μετατόπιση σε ζητήματα μετανάστευσης και ασφάλειας. Οι βασικοί άξονες της πολιτικής θα παραμείνουν οι ίδιοι. Αυτό όμως που διαφαίνεται είναι μια μεγάλη πολιτική κρίση, ή καλύτερα ότι η πολιτική κρίση της Ευρώπης άγγιξε τελικά και τον μεγάλο γίγαντα. Και εδώ διαφαίνεται μια ήττα αλλά και μια ευκαιρία. Ευκαιρία, γιατί μεγάλα κομμάτια απεγκλωβίζονται. Ήττα, γιατί η αριστερά δεν είναι έτοιμη να τα εκφράσει, να τα κινητοποιήσει, να τα οργανώσει. Βοά η ανάγκη για μια άλλη πολιτική, για την αναζήτηση του νέου. Αλλά πρέπει να σπάσουν αβγά, αρχικά με το ίδιο το σύστημα, όσο δύσκολο και αν φαντάζει αυτό σε μια χώρα του κέντρου. Το σύστημα έχει εφεδρείες και συμμάχους στο τσεπάκι, είναι ερώτημα όμως το αν το αντισυστημικό στρατόπεδο θα μπορέσει ποτέ να βρει τα πατήματά του, να οικοδομήσει τις συμμαχίες του και να βγει στο προσκήνιο.