Ιδεολογικός πανωλεθρίαμβος. Του Χρήστου Λάσκου

Οι πρόσφατες μαθητικές καταλήψεις με κεντρικό επίδικο την ελληνική αποκλειστικότητα επί της Μακεδονίας δημιούργησαν μια κάποια έκπληξη. Δεν είναι και λίγο το ένα στα τρία σχολεία στην περιοχή μας να συμμετέχει σε μια ρητά εθνικιστική κινητοποίηση. Δεν είναι καθόλου λίγο.

Ρέπουν, λοιπόν, οι δεκαεξάχρονοι προς τα ακροδεξιά; Δέκα χρόνια μετά τον εκπληκτικό Δεκέμβρη του 2008, που έδειχνε στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, το να βλέπεις μαθητικά συλλαλητήρια «μακεδονικής ευαισθησίας», που συγκεντρώνουν ίσως και δυό χιλιάδες μαθητές, θεωρώ πως είναι εξόχως ανησυχητικό. Εκτός και αν θέλουμε να στρουθοκαμηλίζουμε υποβαθμίζοντας τα μηνύματα αυτής της τελευταίας βδομάδας. Δεν θα έπρεπε. Αντίθετα, είναι καθήκον της Αριστεράς κυρίως να γρηγορεί και να σχεδιάζει την απάντηση. Η οποία θα πρέπει να είναι εύληπτη όσο και αποφασιστική. Χωρίς την παραμικρή υποχώρηση επί του περιεχομένου –πράγμα που σημαίνει και χωρίς καμιά συνδιαλλαγή με τους αριστερούς … υπερπατριώτες, που εγκαλούν τους αντιεθνικιστές για άσκηση μπούλινγκ στους μαθητές!

Ρέπουν, λοιπόν, ξαναρωτάω, οι δεκαεξάχρονοι προς την ακροδεξιά; Ρωτάω, αλλά δεν θα απαντήσω οριστικά. Μερικές επισημάνσεις θέλω να κάνω, που ίσως βοηθήσουν στην απάντηση.

  1. Παραδοσιακά η Ελλάδα εκφράζεται συντηρητικότερα, για να χρησιμοποιήσω έναν ευφημισμό, από άλλες δημοκρατικές κοινωνίες. Αυτό φάνηκε να αλλάζει τα πρώτα χρόνια της κρίσης, όταν ένα μεγάλο κύμα ριζοσπαστικοποίησης προς τα αριστερά συντονίστηκε με τα προμηνύματα του Δεκέμβρη του 2008 και έδωσε βάσιμες ελπίδες πως κάτι καλό θα μπορούσε να προκύψει.     
  2. Διαχρονικά ο, μέχρι παράκρουσης από κάποιες απόψεις, εθνοκεντρικός χαρακτήρας της ελληνικής εκπαίδευσης παράγει, στις αναπαραστάσεις μεγάλου τμήματος του ελληνικού πληθυσμού, από βατράχια μέχρι τέρατα. Ένα δείγμα τους ειδικό είναι και οι αντιλήψεις ενός μέρους της «πατριωτικής Αριστεράς», οι οποίες δεν επιμένουν στα εξαιρετικά φυλετικά προτερήματα του «γένους», αλλά είναι βέβαιες για τον, εξίσου εξαιρετικό, «αντιστασιακό χαρακτήρα του ελληνισμού».
  3. Η εξέλιξη των πραγμάτων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με καθοριστική την kolotoumba, έχει συμβάλλει δραστικά στην μετατόπιση του ιδεολογικού άξονα πολύ προς τα δεξιά. Η απογοήτευση, η ταπεινωτική αίσθηση απόλυτης αδυναμίας, ο κυνισμός είναι τα ιδανικότερα θερμοκήπια για αυτή τη μετατόπιση.   
  4. Η δεξιά μετατόπιση δεν αποτυπώνεται μόνο στις εθνικοπατριωτικές εξαλλοσύνες, αλλά και στην τεράστια κατίσχυση του ιδιωτικού συμφέροντος, έστω κι αν οι ατομικές επιλογές πολύ συχνά και για την πλειοψηφία του πληθυσμού το υπηρετούν απολύτως και μόνο στο φαντασιακό επίπεδο.
  5. Όλοι γινόμαστε όλο και περισσότερο μάρτυρες ενός δηλητηριώδους κλίματος διευρυμένης δυσανεξίας στις σχέσεις των ανθρώπων. Στον εργασιακό χώρο και σε πολλές άλλες καθημερινές επαφές αυτό είναι όλο και περισσότερο ορατό –συνδέεται, πιστεύω, με πολλά από τα προηγούμενα.

Έχουμε, άλλωστε, και μετρήσεις των στάσεων και των αξιών, που είναι εξίσου ανησυχητικές, πραγματικά ανατριχιαστικές.

Στην πρόσφατη έρευνα της Pew π.χ. προέκυψε πως το 92% των συμπατριωτών μας πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού (στη Σουηδία είναι 36%), το 55% ισχυρίζεται πως η θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή του (στη Γαλλία είναι 11%), ενώ το 89% (στην Ισπανία 20%, στη Βρετανία 46%) θεωρεί τον «ελληνικό πολιτισμό» ανώτερο όλων των άλλων!

Όταν πρόκειται για τους θεσμούς, όλοι έχουμε δει να αναδεικνύονται διαχρονικά πρωταθλητές ο στρατός, τα σώματα ασφαλείας, η «δικαιοσύνη» και η εκκλησία.

Ενώ, όπως έδειξε πολύ χαρακτηριστικά η έρευνα του 2017 της Public Issue (http://www.mavris.gr/4943/political-ideology/), για τις «Πολιτικές ιδεολογίες στην Ελλάδα μετά το Μνημόνιο», οι αξίες/ιδεολογίες απέναντι στις οποίες οι θετικές στάσεις είχαν την ευνοϊκότερη μεταβολή είναι ο «Ιδιωτικός τομέας», η «Δεξιά» και ο «Νεοφιλελευθερισμός»! 

Σε αυτή τη δηλητηριώδη, άκρως τοξική ιδεολογικά, ατμόσφαιρα πορεύεται η ελληνική κοινωνία σήμερα. Γι’ αυτό ας μην εκπλησσόμαστε συνεχώς κι ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Ό,τι κι αν είναι αυτό, πάντως, δεν πρόκειται να αποδειχτεί αποτελεσματικό αν, ως ευρύτατη ανταγωνιστική Αριστερά, δεν ενώσουμε τις δυνάμεις μας και δεν είμαστε όσο πρέπει επιθετικοί.

Σε τέτοια ζητήματα, χωρίς μια έλλογη, αλλά ισχυρή, αδιαλλαξία δουλειά δεν γίνεται.