in

Το ιδεολογικό πεδίο και η Αριστερά σήμερα. Του Χρήστου Λάσκου

Το ιδεολογικό πεδίο και η Αριστερά σήμερα. Του Χρήστου Λάσκου

Τις τελευταίες μέρες κυριάρχησαν στην επικαιρότητα «ιδεολογικά» θέματα, με προεξάρχον αυτό της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Είναι προφανές, νομίζω, πως, όπως εμφανίστηκαν στη δημοσιότητα τα πράγματα, δεν υπάρχει αμφιβολία πως «δίκιο έχει ο Φίλης», όπως «δίκιο είχε ο Σημίτης» στην αντίστοιχη διαμάχη για τις ταυτότητες.

Για οποιονδήποτε λόγο κι αν επιλέχθηκε αυτή η «σύγκρουση» του υπουργού με την ιεραρχία, ακόμη κι αν πρόκειται για περισπασμό και επικοινωνιακό τέχνασμα δεν πρόκειται για κάτι απέναντι στο οποίο οι αριστεροί μπορούν να αδιαφορήσουν. Με δεδομένη την αντιπαλότητα –γιατί όχι και την εχθρότητα- απέναντι σε μια κυβέρνηση που υπηρετεί, με το πάθος νεοπροσύλητου, το μνημονιακό καθεστώς, που υλοποιεί σε πρωτοφανή βαθμό αυτό, για το οποίο προόριζε την κυβερνώσα Αριστερά ο Ανιέλι –να κάνει σε βάρος των εργαζομένων «όσα κανείς άλλος δεν θα μπορούσε» και χωρίς καμιά υπαναχώρηση στις καταγγελίες που της αξίζουν –από το «νέο λύκειο» μέχρι τα χημικά σε ηλικιωμένους- τα τεκταινόμενα των τελευταίων ημερών αφορούν μια πραγματική μάχη.

Για όποιον, μάλιστα, έχει αμφιβολίες αρκεί η αναφορά στον αντικομμουνιστικό λίβελλο που εκφώνησε ο αρχιεπίσκοπος, σύμφωνα με τον οποίο, θυμίζω, «[τ]ά κόμματα τῆς ἀριστερᾶς  μέ τή γνωστή φιλοσοφικοκοινωνική βιοκοσμοθεωρία τοῦ κομμουνιστικοῦ κοσμοειδώλου, ὅπως γνώρισε τόν χωρισμό αὐτό ὁ καταρρεύσας ὑπαρκτός σοσιαλισμός στό ἀνατολικό μπλόκ πού στήν οὐσία ἦταν διωγμός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, ἐλαύνονται ἀπό ἀποτυχημένα ἀθεϊστικά ἰδεολογήματα καί συναντῶνται μέ τά ὑπόλοιπα κόμματα τοῦ νεοφιλελεύθερου χώρου (sic, Χ.Λ.) κάτω ἀπό τίς ντιρεκτίβες τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῆς Νέας Τάξεως…».

Μπρρρ…

Δεν υπάρχουν, λοιπόν, πολυτέλειες σε αυτό το πεδίο. Είναι τέτοιος ο κίνδυνος κατίσχυσης, έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα, ενός υπεραντιδραστικού «πράγματος», που δεν επιτρέπει εφησυχασμούς. Γι’ αυτό και λάθεψε, για άλλη μια φορά, το ΚΚΕ, όταν έσπευσε να συνδράμει –«αντικειμενικά», όπως συνηθίζει να λέει το ίδιο- την Εκκλησία, στο όνομα της συμμετοχής του θείου του Κουτσούμπα στους αγώνες του λαού και του έθνους.   

Δεν υπάρχουν πολυτέλειες για πολλούς λόγους. Που όλοι κατατείνουν στο γεγονός πως το σύστημα, μ’ όλο που κλονίζεται παγκόσμια από σειρά αδιεξόδων σε πολλαπλά επίπεδα, ελάχιστα αμφισβητείται σε ό,τι αφορά το ιδεολογικό επίπεδο. Αν είναι κάτι που καθόλου δεν υποχώρησε μέσα στην κρίση, για παράδειγμα, είναι η λατρεία της ιδιωτείας και της ιδιωτικοποίησης. Και όπου εμφανίστηκαν ευκαιρίες μιας κάποιας αμφισβήτησης στο όνομα του συλλογικού, όπως στην Ελλάδα, γρήγορα κάηκαν. Γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να αφήνεται κι άλλος χώρος στον αντίπαλο, αλλά θα πρέπει να αξιοποιείται κάθε δυνατή ευκαιρία, που μπορεί να τον στριμώξει. Και για όσους ανησυχούν μην ταυτιστούν, ας μην ανησυχούν: ο Τσίπρας είναι σε άλλη γραμμή.

***

Ας γυρίσουμε, όμως, στο κεντρικό «περί ιδεολογίας» θέμα. Υπάρχουν πολλοί δείκτες, οι οποίοι οδηγούν στο καταθλιπτικό συμπέρασμα της πολύ μεγάλης συστημικής υπεροχής, στο πεδίο αυτό.

Μένοντας στη δική μας άμεση πραγματικότητα, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε την τρομακτική έλλειψη παραγωγής «αντιστασιακού πολιτισμού» στο πλαίσιο της κρίσης. Τόσα χρόνια έχουν περάσει και είναι αδύνατο σχεδόν να διακρίνεις ένα λογοτεχνικό, μουσικό ή, ευρύτερα, καλλιτεχνικό έργο, το οποίο να υπήρξε γέννημα της εποχής της κρίσης και να χαρακτήρισε τους αγώνες, που εκτυλίχθηκαν, άλλοτε απελπισμένα, άλλοτε με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, λίγες φορές με αληθινή ελπίδα.

Αυτή η πολιτισμική ανομβρία είναι σχεδόν πρωτοφανής ιστορικά και θα πρέπει να γίνει αντικείμενο ανάλυσης, αν, μάλιστα, αναλογιστούμε πως, σε ό,τι αφορά την πολιτική και την οικονομική ανάλυση, η παραγωγή κάθε άλλο παρά αμελητέα υπήρξε.

Εδώ, βέβαια, έχουμε το δεδομένο της πολύ μικρής διεισδυτικότητας πια του αριστερού βιβλίου στο αναγνωστικό κοινό. Όλα τα στοιχεία δείχνουν πως αν στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα ένα συγκριτικά δυναμικό αναγνωστικό κοινό αυτό φαίνεται να εντοπίζεται στον ευρύτερο χώρο του κέντρου –ακραίου ή μετριοπαθούς. Το σύνολο των ευπώλητων βιβλίων στην Ελλάδα πια αφορούν τέτοιο κοινό. Χαρακτηριστική είναι η κίνηση των αντικομμουνιστικών pamphlets του Καλύβα, π.χ. Ή, του Εθνικού Διχασμού, 1915, του Μαυρογορδάτου, με την απολύτως πρόσφορη σε αντίστοιχες αναγνώσεις, ιδεολογία. Ακόμη, όμως, χαρακτηριστικότερη, κατά τη γνώμη μου υπήρξε η θετικότατη εμπορικά υποδοχή της «κατάθεσης» του Παπακωνσταντίνου, του υπουργού που μας έβαλε στα μνημόνια και πολλών ακόμη τέτοιων. Κανένα αριστερό βιβλίο δεν προσέγγισε, αυτήν την περίοδο, αντίστοιχες επιδόσεις, με ό,τι αυτό σημαίνει για την ιδεολογική σύγκρουση. Το μόνο καλό νέο είναι πως συνεχίζεται η εμφάνιση σπουδαίων «μικρών» εκδοτικών εγχειρημάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, με τον Angelus Novus και τις Ακυβέρνητες Πολιτείες τα πιο πρόσφατα γνωστά σε μένα, ενώ παλιότερα, όπως το ΚΨΜ ή οι Εκδόσεις των Συναδέλφων συνεχίζουν το πολύ σημαντικό έργο τους. Αυτό δεν αλλάζει, όμως, τις προηγούμενες παρατηρήσεις ούτε μειώνει το βάρος τους –μας παίρνουν φαλάγγι και σε χώρους, όπου η Αριστερά είχε συνηθίσει να υπερέχει.

Τα προηγούμενα φυσικά συνδέονται, χωρίς να εξηγούνται μονοσήμαντα, κάθε άλλο, και με το φιάσκο ΣΥΡΙΖΑ. Και ενθυλακώνονται, παράγοντας αποτελέσματα, και στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος. Έτσι αν, στον παλιό καλό ΣΥΡΙΖΑ είχε εκκινήσει μια διαδικασία παραγωγής ενός είδους «οργανικών διανοουμένων», πολλών, μάλιστα. μικρής ηλικίας, συνδεδεμένων άμεσα πολλές φορές με την καθημερινή πάλη, στο σημερινό υπολειμματικό «κόμμα» η καλή εκδοχή είναι η παρουσία κάποιων σημαντικών πανεπιστημιακών διανοουμένων, που παρεμβαίνουν σποραδικά, χωρίς σχέδιο και χωρίς καμιά συγκροτημένη πολιτική για το ιδεολογικό πεδίο.

Το πέρασμα από τον Ελεφάντη –και άλλους σαν αυτόν- στο Δουζίνα σηματοδοτεί πολύ περισσότερα από ό,τι καταλαβαίνουμε συχνά. Ο τελευταίος, by far ο πιο προβεβλημένος δια του αριστερού τύπου διανοούμενος του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, υποσημειώνει –κι ας μην το παραδεχτούν πολλοί- μια ριζική μετατόπιση του εναπομείναντος χώρου σε μια postmodern, ταυτόχρονα «κυβερνώσα και υπεύθυνη», με εσάνς νεόκοπης «ανάλυσης», εκδοχή ιδεολογικής παρέμβασης. Η γνώμη μου είναι πως πρόκειται, εν πολλοίς, περί ασυναρτησίας. Αλλά, τέλος πάντων, αυτή είναι η γνώμη μου και τίποτε περισσότερο. Αυτό που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι πως ένας ορισμένος «μαρξισμός» τέτοιου τύπου αντικαθιστά τον άλλο, τον παρωχημένο του 4%. Ένας «μαρξισμός», που χτίζει μια ολόκληρη τοποθέτηση πάνω στην έννοια, π.χ., της γενικής διάνοιας, από τα Grundrisse του Μαρξ[1], αγνοώντας πως είναι άλλο η εργασία και άλλο η εργατική δύναμη και πως είναι ίδιο το σταθερό κεφάλαιο και η νεκρή εργασία (και όχι «εργατική δύναμη»). Ποιος ασχολείται, όμως;

Ξεστράτισα.

Ας συνοψίσω, επαναλαμβάνοντας: μας πήραν φαλάγγι, ανεξαρτήτως «τάσης», οι pro-capitalist και οι αντιδραστικοί. Έτσι, καμιά ευκαιρία αντίστασης, όπως με τα Θρησκευτικά, δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένη.

 

*Σκίτσο του Πέτρου Ζερβού (ΕφΣυν, 7/10/2016)

[1] Κώστας Δουζίνας, Γενική διάνοια, ιδεολογική ηγεμονία και κόμμα, ΕφΣυν, 3-10-2016

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παραχώρηση της Εγνατίας από το ΤΑΙΠΕΔ- Η αρχή του τέλους. Του Δημήτρη Σημαιοφορίδη

Συνέντευξη με τον ζωγράφο Μάνο Νάκο, με αφορμή την παρουσία του στο καφέ Μανιφέστο