Η ταξική συνείδηση του Παύλου Πολάκη. Του Χρήστου Λάσκου

Ο Παύλος Πολάκης είναι, νομίζω, αντικειμενικά ένας πολύ αντιπαθητικός άνθρωπος. Βέβαια, αναγνωρίζω πως το «νομίζω» και το «αντικειμενικά» μπορεί και να θεωρηθεί πως αποτελούν αντίφαση εν τοις όροις, αλλά δεν πειράζει. Επιλέγω έναν πιθανοκρατικό ορισμό της αλήθειας κι έτσι δικαιούμαι να νομίζω κάτι και, ταυτόχρονα, αυτό να ισχύει αντικειμενικά.

Από την άλλη, ο Παύλος Πολάκης, από κάποιες απόψεις είναι τυχερός άνθρωπος. Τα μέσα και τα κόμματα, με τα οποία βρίσκεται σε δημόσια διαμάχη, είναι τόσο ξεφτιλισμένα, που οι επιθέσεις εναντίον του λειτουργούν αντικειμενικά (νάτο πάλι!) υπέρ του. Δεν τον δικαιώνουν, ωστόσο επ’ ουδενί. Το γεγονός πως οι άλλοι έχουν άδικο δεν σημαίνει πως εσύ έχεις δίκιο. Κάθε άλλο. Μπορεί κάλλιστα να πρόκειται για κοινό ξεκατίνιασμα και τίποτε περισσότερο. Νομίζω πως είναι η περίπτωση.

Ο ίδιος, βέβαια, ίσως να νομίζει πως δεν είναι αυριανιστικού τύπου θορυβώδης δημαγωγός, αλλά κάποιο είδος διασαλευτή της τάξης, του στάτους κβο, που λένε.

Προφανώς λαθεύει. Καταφανώς λαθεύει. Η αυτοσυνειδησία του τον οδηγεί σε περίεργους και στροβιλώδεις δρόμους και τον τυφλώνει ως προς αυτό, που όλοι σχεδόν βλέπουν, με συνέπεια να πονούν τα μάτια τους. Σαν να παρακολουθούν σικέ ποδόσφαιρο, όπου οι «αντίπαλοι», για να πείσουν για την εντιμότητά τους, κάνουν πως παίζουν το ξύλο της αρκούδας.

Άλλωστε, με άλλη αισθητική (sic), το ίδιο δεν κάνει και ο πρωθυπουργός, όταν παλεύει να μας σώσει από την ακροδεξιά –στα πλαίσια (έτσι, στον πληθυντικό) της οικοδόμησης (sic) προοδευτικού μετώπου- λίγο πριν με όλους του Καμμένους, τώρα μαζί με τον Κόκκινο, την Παπακώστα, τον Παπαγγελόπουλο και αφού μεσολάβησε η λαμπρή ιδέα να έχουμε πρόεδρο του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου τον Βύρωνα Πολύδωρα; Ή όταν οργανώνει την αντίσταση στο νεοφιλελευθερισμό αγκαζέ με τον Τόλκα και τον Μωραΐτη, αντάμα με όλον σχεδόν τον σημιτικό εκσυγχρονισμό των 90’s;

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στον Πολάκη.

Οι επιθέσεις που του γίνονται αφορούν εν πολλοίς τη «συμπεριφορά» του –σαχλαμαρόμαγκας, αρκουδιάρης, κλαρινογαμπρός, λεβεντοπαπάρας-, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ο ίδιος ως αντιστασιακός απέναντι στο κομ ιλ φο, άρα και στο στάτους κβο, που λέγαμε παραπάνω. Ο καθείς μπορεί να κρίνει. Το σημαντικό, όμως, βρίσκεται αλλού.

Το σημαντικό βρίσκεται στην ταξική του συνείδηση, η οποία τον συνδέει με τους «αντιπάλους» του τόσο σφιχτά, που κάνει όλα τα άλλα να μοιάζουν προσχηματικά. Γιατί, όπως ξέρουν οι όχι λίγοι αλτουσερισταί της κυβέρνησης, η ιδεολογία είναι πρακτικό πράγμα. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω τις παραβολές του Πασκάλ ή τα γραπτά του Σπινόζα, στα οποία προσφεύγει ο Αλτουσέρ, για να μας το εξηγήσει. Για να μας πει, δηλαδή, πόσο υλική είναι η υπόστασή της.

Αρκεί να ακούσουμε τα επιχειρήματα του Πολάκη, με τα οποία δικαιολόγησε το καταναλωτικό του δάνειο –λες και χρειάζονταν δικαιολόγηση για τα εκατό ψωροχιλιάρικα, που δόθηκαν, σε έναν απολύτως φερέγγυο από άποψη εισοδήματος πλούσιο άνθρωπο.

Πρώτα το προκαταρκτικό: εγώ, που με βλέπετε, έπαιρνα, πριν εμπλακώ στην υπόθεση της σωτηρίας σας, τα τριπλάσια (πάει να πει, περίπου 20000 το μήνα). Τα οποία, μάλιστα, δικαιούμαι ως άξιος και δουλευταράς, όπως είναι το μότο όλων των άξιων και δουλευταράδων, που ανήκουν στο πάνω 5% της εισοδηματικής διανομής. Σαν την Σπυράκη, π.χ., ή τον Άδωνι, τον Κυριάκο ή τον Αλαφούζο.

Η ταξική συνείδηση του Πολάκη επιπολάζει επί της «βαθειάς» αλήθειας πως υπάρχουν άνθρωποι που δικαίως παίρνουν σήμερα 25 φορές περισσότερα από τον σκληρά εργαζόμενο άνθρωπο και 65 φορές περισσότερα από τον άνεργο, όταν, σπανίως, έχει επίδομα. Και, μερικές φορές, αυτοί οι άνθρωποι μας κάνουν τη χάρη να πάρουν μόνο 10 ή 35 φορές περισσότερα, ως πενόμενοι υπουργοί. Να το πω, ξανά: για το χατήρι μας και μόνο.

Και μετά ακολουθεί το κεντρικό επιχείρημα: ο Πολάκης πήρε δάνειο, για να στηρίξει τα παιδιά του που σπουδάζουν. Εκατό χιλιάδες. Γιατί, ρε παιδί μου, είναι ακριβές οι σπουδές στην Ελλάδα του Τσίπρα, έστω κι αν ήταν ακριβότερες, βέβαια, προηγούμενα –προ σωτηρίας. Και το τι κάνουν οι υπόλοιποι ματζίρηδες του ενός χιλιάρικου το μήνα δεν τον ενδιαφέρει, στο μέτρο που, ως γνωστόν, δεν χώνει τη μύτη του στην ιδιωτική ζωή των άλλων.

Προπέτεια.

Η άνεση των πλουσίων να μην σκέφτονται καν «πώς θα τα πουν». Όλων των πλουσίων, από κληρονομιά ή από «σκληρή δουλειά», από «αξία» ή από σπόντα. Που κάνουν τα δάνειά τους λογικά κι αναμφισβήτητα, «δικαιωματικά», όταν η μεγάλη πλειοψηφία δεν έχει μαντήλι για να κλάψει. Είτε αφορά την Σπυράκη είτε την Κουντουρά είτε τον Μητσοτάκη είτε τον Πολάκη.

Ο Πολάκης αδυνατεί να εννοήσει πόσο τα επιχειρήματα, που επικαλέστηκε, τον συνδέουν με τους «αντιπάλους» του, πόσο τους κάνουν ταξικά του αδέλφια. Κι αυτό είναι το μεγαλύτερό του πρόβλημα, όσο κι αν ποτέ δεν θα το καταλάβει ο ίδιος.