«Η παρούσα μου επιθυμώ να δημοσιευθή εις τον τύπον…» Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Βασίλης Τσιράκης, Οι Αλώβητοι, Τόπος 2019

Πότε δικαιούται να πει κανείς ότι ξέρει μια εποχή και μια πόλη; Όταν τις ζήσει ή όταν διαβάσει γι’ αυτές; Διαβάζοντας τους «Αλώβητους», με τους οποίους κλείνει η ιστορική τριλογία του Βασίλη Τσιράκη για τη Θεσσαλονίκη του εικοστού αιώνα, σκέφτομαι πως σωστότερη απάντηση είναι: όταν γράψει.

Ο Τσιράκης είναι «ξενομπάτης» στη Θεσσαλονίκη· εδώ έζησε, όμως, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Φαντάζομαι λοιπόν πως, το να ψάξει την ιστορία της δεύτερης πόλης του, ήταν μια διαδικασία προσωπικής «πολιτογράφησης». Απαιτητική, και γι’ αυτό κουραστική. Συχνά σκοτεινή – όσο το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Σίγουρα, όμως, ο πιο συναρπαστικός τρόπος να δεξιωθείς έναν τόπο.

Ισχυρότερο κίνητρο, ωστόσο, για να γράψει κανείς τρία μυθιστορήματα για μια πόλη μέσα σε εφτά χρόνια είναι κάτι που προηγείται της έρευνας: είναι η στάση απέναντι στις μεγάλες στιγμές της ιστορίας της πόλης στον εικοστό αιώνα. Αυτή εξηγεί, νομίζω πειστικότερα, γιατί ανέλαβε ο Τσιράκης την αναμέτρηση με εποχές που δεν έζησε, την ανασύσταση ενός τόσο μεγάλου σκηνικού και την επινόηση τόσων χαρακτήρων. Μπαίνει κανείς σε τέτοιο κόπο μόνο με την επίγνωση πως η ιστορία του εικοστού αιώνα ορίζει ακόμα πολιτικές ταυτότητες ή, έστω, πολιτικές συντεταγμένες – πόσο δεξιά ή αριστερά μπορεί να πάει μια κοινωνία και οι άνθρωποί της. Άνθρωπος χρεωμένος στην κομμουνιστική υπόθεση, ο συγγραφέας έχει αυτή την επίγνωση στο ακέραιο.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Ο Τσιράκης ξεκίνησε την τριλογία του με το «Σελανίκ», ξεναγώντας μας στη Θεσσαλονίκη από τις παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1900 ως την κορύφωση του «Εθνικού Διχασμού», στα 1916. Ακολούθησαν τα «Χρόνια ανάμεσα» – το βιβλίο με τον οποίο τον πρωτογνώρισα ως συγγραφέα, και το οποίο ξεκινά με την άφιξη των προσφύγων, το 1922, για να φτάσει στον ξεριζωμό των Εβραίων της πόλης, στα 1943.

Οι «Αλώβητοι» λοξοκοιτάζουν προς τα πίσω, στα χρόνια του «Σελανίκ»· όμως η δράση εδώ ξεκινά με τη δολοφονία του κομμουνιστή Γιάννη Ζέβγου, τον Μάρτη του ’47· περνά στην εξάρθρωση της «Στενής Αυτοάμυνας», της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης· παρακολουθεί το μαρτύριο των εξόριστων στο Τρίκερι και τη Μακρόνησο· ακολουθεί τους μαχητές του ΔΣΕ στην Τασκένδη· κι από τις παιδουπόλεις και τα Ιουλιανά, κλείνει με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο ίσα μέρη –ένα ο εμφύλιος και τα πριν, ένα η μετεμφυλιακή Θεσσαλονίκη ως το ’73–,καθένα από τα οποία αριθμεί δεκαοχτώ κεφάλαια. Στο πρώτο μέρος, ο Τσιράκης μας γνωρίζει τους ήρωές του, που «στρατολογεί» από όλες τις πλευρές της εμφύλιας σύγκρουσης. Από τη μια, λοιπόν, μας βάζει στο σαλόνι του βιομήχανου Δομούζη, που κλείνει «δουλειές» με όλα τα καθεστώτα, χώνεται στον Άρη και την Ε.Ε.Ε., παίζει με τις δωσιλογικές κυβερνήσεις και προσαρμόζεται, σωστός χαμαιλέοντας, στις διάφορες καμπές του εμφυλίου. Μας δείχνει τον «τουρκόσπορο» Μήτρο Γιαβάση να αναβαπτίζεται εθνικά, πρώτα στην αντικομμουνιστική «Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση», κι έπειτα στη Χωροφυλακή. Μας συστήνει την αδελφή του, την Καλλιόπη, και φέρνει δίπλα της τον αμέτοχο πολιτικά, από ιδιοτέλεια, Κωνσταντίνο – τον ζωγράφο «Κλοντ-Πιερ», που πουλά τα έργα του στον αστικό κόσμο της εποχής, πριν συλληφθεί ως ύποπτος για τη δολοφονία του Δουμούζη.

Από την άλλη, την απέναντι πλευρά, ο συγγραφέας μας γνωρίζει τον Πασχάλη Ερμενίδη, τον αρχηγό των κοκκινοσκούφηδων, που αποδρά από το στρατοδικείο, και φτάνει μέχρι τη Μόσχα. Ακολουθεί τα βήματα της συντρόφισσάς του, της Μυρτώς Αλημίση, ανταποκρίτριας της «Λαϊκής Φωνής», που βιάζεται, συνδέεται με την ΟΠΛΑ και εξορίζεται. Μας συστήνει τον γιο τους, το Μάρκο, τον οποίο προσπαθεί να κερδίσει ο Γιαβάσης για να γοητεύσει τη Μυρτώ – κι ας έχει το παιδί το όνομα του στρατηγού Βαφειάδη. Σε μερικές από τις πιο τρυφερές σελίδες του βιβλίου, ο Τσιράκης χαίρεται τον Πέτρο Αλημίση στις απίστευτες επινοήσεις του για να τον προσέξει η Βιργινία Δομούζη, μέχρι που ο ίδιος καταλήγει στη Μακρόνησο. Και με ανάμεικτα συναισθήματα μάς γνωρίζει τον Στάθη Μπεσλεμέ, που από του Δουμούζη μπαίνει στην Ιονική Τράπεζα, προσπαθεί μάταια για ένα παιδί με την αδελφή του Πασχάλη, τη Διαμαντένια – και το ’48 υπογράφει δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού.

Στο δεύτερο μέρος, ο Τσιράκης παρακολουθεί νικητές και ηττημένους στις προσπάθειες να συνεχίσουν «αλώβητοι». Για τον αστικό κόσμο, οι προσπάθειες αυτές στηρίζονται στο σχέδιο Μάρσαλ, τη δράση των παρακρατικών, αλλά και στον κινηματογράφο, που συμβάλλει με τον τρόπο του στη λήθη. Για τον νικημένο κομμουνιστικό κόσμο, η διαδρομή περνά από την Τασκένδη για κάποιους, την ΕΔΑ για άλλους, την εξέγερση των Ιουλιανών. Για λόγους διανοητικής εντιμότητας, αλλά και ως ερέθισμα για τον ενδιαφερόμενο, στις πίσω σελίδες του βιβλίου ο Τσιράκης παραθέτει τα «δάνεια-οφειλές»: κάποιες δεκάδες βιβλία και άρθρα από τον Τύπο, που τον βοήθησαν να ανασυστήσει την περίοδο που αφηγείται – να φτιάξει το σκηνικό.

Σε όλες τις σκηνές, ο συγγραφέας κρατά τη θέση του αποστασιοποιημένου (όχι πάντα αληθοφανώς) αφηγητή, και μια γραφή ασθματική και μακροπερίοδη – χωρίς, εδώ, εναλλαγές. Οι ήρωες είναι δεμένοι στην ιστορία με τρόπο που, άλλοτε γίνεται κέρδος για τον αναγνώστη (αντιλαμβάνεται τις ρίζες της «βαθιάς» Θεσσαλονίκης, μαθαίνει τα βασικά της τοπικής ιστορίας του εμφυλίου, αποκτά μέτρο σύγκρισης για τη δυναμική της περιόδου στη Θεσσαλονίκη και την υπόλοιπη Ελλάδα)· άλλοτε όμως, ιδίως στην αρχή του βιβλίου, υπονομεύει τη μυθοπλασία και την «αυτοδυναμία» των ηρώων (μέτρησα αρκετές φορές, για παράδειγμα, που τα σημαντικά γεγονότα στις ζωές τους «τυχαίνει» να συμπίπτουν με γεγονότα-σταθμούς της ελληνικής ιστορίας). Σε κάθε περίπτωση, οι «Αλώβητοι» είναι λόγος να ψάξει κανείς προς τα πίσω τα βιβλία του συγγραφέα (και σκηνοθέτη) Τσιράκη, ξεκινώντας με τα πρώτα δύο της τριλογίας. Κρατάω, προς επίρρωση, δύο από τις δυνατότερες στιγμές του τρίτου βιβλίου:

Η πρώτη είναι η σκηνή της διαπόμπευσης και του λιντσαρίσματος των 110 συλληφθέντων ανταρτών του ΔΣΕ στις 12 Φλεβάρη του ’47, στην πορεία τους προς το Γ’ Σώμα Στρατού – σκηνικό που έχει προαναγγείλει ο Τύπος της προηγούμενης μέρας (σ. 108-113):

Προδότες, κατσαπλιάδες, τι τους έχετε και τους φυλάτε, πάρτε τους τα κεφάλια, στα δέκα μέτρα, στο απόσπασμα […] να ψοφήσετε άταφοι, κάποιοι νεαροί με περιβραχιόνια της ΒΕΝ –της Βασιλικής Ενώσεως Νέων– στο μπράτσο τούς πετούσαν πέτρες σημαδεύοντας στο δόξα πατρί και κάποια αλητάκια έκαναν χάζι σκοπεύοντάς τους με αυτοσχέδιες σφεντόνες, ένας καθωσπρέπει πενηντάρης, τείνοντας απειλητικά το μπαστούνι του, κατέβηκε το πεζοδρόμιο και φτάνοντας σε απόσταση βολής έφτυσε κατάμουτρα ένα αμούστακο ανταρτόπουλο […] την ίδια στιγμή μια μαυροντυμένη γριούλα πέρασε μονολογώντας ανάμεσα στους φαντάρους και έπεσε στην αγκαλιά μιας ανταρτοπούλας ως είκοσι χρονών, κορούλα μου, σπλάχνο μου, τι σου ‘καναν οι άτιμοι, κακό χρόνο να ‘χουν […] και ενώ οι συγκεντρωμένοι είχαν στραμμένη την προσοχή τους στο συμβάν, μια αποφασισμένη φωνή σκέπασε τις κατάρες, κράτα, αδελφέ μου, ψηλά το κεφάλι, άλλη κουβέντα δεν πρόλαβε να πει, ένα τσούρμο μαντραχαλάδες βούλωσαν με γροθιές το στόμα από όπου είχε βγει η φωνή, βγήκαν τα στειλιάρια, ένας μαυριδερός κατσαρομάλλης φαινόταν να έχει το γενικό πρόσταγμα […]

Η δεύτερη σκηνή είναι από τη Μακρόνησο. Ο Στάθης Μπεσλεμές, κουμπάρος του Πασχάλη, έχει χτυπηθεί, έχει φωνάξει «Ζήτω το Έθνος», κι έχει υπογράψει δήλωση αποκήρυξης. Όμως η πλήρης «αναμόρφωσή» του δεν έχει επιτευχθεί:

[…] Μπεσλεμέ, πολύ φτηνά πας να τη βγάλεις, τον πρόγκηξε ο ταγματάρχης, εμάς εδώ μας βγαίνει η πίστη να σας κάνουμε ανθρώπους κι εσύ πας να την κοπανήσεις στη γυναικούλα σου, έχουμε κι εμείς οικογένειες που μας περιμένουν, Μπεσλεμέ, μα είμαστε εδώ στις επάλξεις του εθνικού αγώνος, ώρα να δώσεις κι εσύ ένα χεράκι βοηθείας, τα παιδιά έχουν κουραστεί με τον πρώην συγκάτοικό σου στη σκηνή, ο βολιώτης εκτός από αγύριστο κεφάλι το παίζει και μάγκας από πάνω […] έλα το βράδυ να βάλεις κι εσύ ένα χεράκι, να του δείξεις πόσο ανένηψες και πόσο λάθος κάνει να επιμένει να προσκυνά τον Στάλιν και αύριο πρωί πρωί με το απολυτήριο στο χέρι και ποιος σε πιάνει. Την άλλη μέρα ο Στάθης έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, φτάνοντας στην Αθήνα πρώτη του έγνοια να αγοράσει εφημερίδα […] (σ. 165-6).

Έτσι που οι λαβωμένοι αλώβητοι της πραγματικής ιστορίας φεύγουν ο ένας μετά τον άλλο από τη ζωή, βιβλία σαν του Τσιράκη είναι ευγενικές χειρονομίες απόδοσης τιμής στους παλιούς. Είναι, όμως, και συμβολές στην υπόθεση που συνεχίζουν οι νεότεροι – με το βάρος, έστω, αναίμακτων ηττών, περιττών διχασμών, καθημερινών ψυχρών εμφυλίων.