Η παγκόσμια ακροδεξιά επίθεση. Του Χρήστου Λάσκου

Μετά από την νίκη του φασίστα Μπολσονάρο στη Βραζιλία, έχουμε πλέον όλες τις παραλλαγές της ακροδεξιάς επέλασης στην κόσμο. Από την «φιλολαϊκή», η οποία όμως, όσα εισαγωγικά και να βάλουμε, πείθει μεγάλα ακροατήρια με οικονομικά και κοινωνικά προγράμματα που όντως θα ταίριαζαν μόνο στην Αριστερά –με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Σαλβίνι, αλλά και τις ανατολικοευρωπαϊκές κυβερνητικές ακροδεξιές-, μέχρι την άκρα φιλοεργοδοτική του Τραμπ, η οποία μιλάει στη «ψυχή του απλού αμερικανού» παρόλο που εφαρμόζει μια οικονομική πολιτική σχεδόν πλήρους απαλλαγής των καπιταλιστών από φορολογικές υποχρεώσεις. Από την αιμοβόρικη σε βαθμό θρίλερ του Ντουέρτε στις Φιλιππίνες μέχρι την «θηλυκή και ευγενικότερη» εκδοχή πολλών ευρωπαϊκών περιπτώσεων. Και τώρα την βραζιλιάνικη κανιβαλική υπεραυταρχική εκδοχή ενός πινοσετικού ακραίου νεοφιλελευθερισμού με ανοιχτά φασιστικά στοιχεία.

Η μεγάλη ποικιλία των μεταφασισμών –για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Τραβέρσο- μαζί και η εξαιρετική ελκυστικότητα πολλών διαφορετικών παραλλαγών τους δείχνει νομίζω πως, δυστυχώς, ίσως ήρθαν για να μείνουν και να καθορίσουν δραστικά την πορεία του κόσμου.

Ειδικά στην Ευρώπη, η δυνατότητά τους να απευθύνονται στα λαϊκά στρώματα με έντονα κοινωνικό λόγο πρέπει να θέσει τους πάντες σε συναγερμό. Όχι για να δημιουργηθεί το «μεγάλο προοδευτικό μέτωπο» με τον Γιούνγκερ και τον Μακρόν, όπως ονειρεύεται μεγάλο τμήματα της κυβέρνησης, ούτε για να σπάσουμε την ατζέντα της ακροδεξιάς (!) «μιλώντας έναν άλλο λόγο για τη μετανάστευση», όπως φαίνεται να επιλέγει ένα μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αλλά για να διαμορφωθεί μια αριστερή πολιτική άξια τους ονόματός της, ταξική και διεθνιστική, χωρίς παραχωρήσεις, ώστε να διεκδικήσει εκ νέου την ηγεμονία στις κατώτερες τάξεις.

Προκειμένου γι’ αυτό, η γνώση του τι συμβαίνει είναι καθοριστική. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξέρουμε για τι μιλάμε –πράγμα που δεν είναι σίγουρο πάντοτε.

Το κείμενο του Μάικλ Ρόμπερτς, που ακολουθεί, βοηθάει μας δίνει πληροφορίες για την επίκαιρη κατάσταση στη Βραζιλία.

Ο τροπικός Τραμπ της Βραζιλίας

του  Μάικλ Ρόμπερτς

Η ανάδειξη του Ζαΐρ Μπολσονάρο σε νέο Πρόεδρο της Βραζιλίας δίνει στην τελευταία τον τίτλο της πιο ακροδεξιάς διακυβέρνησης μεταξύ των 20 ισχυρότερων χωρών στον κόσμο. Ο Μπολσονάρο ισχυρίζεται πως θέλει να τσακίσει τον «κομμουνισμό» και να αποκαταστήσει το «νόμο και την τάξη» δίνοντας στον στρατό τον έλεγχο των δρόμων. Επιθυμεί να χαλαρώσει τον έλεγχο της κατοχής όπλων, να εξοντώσει τους ομοφυλόφιλους και άλλα «εγκληματικά» στοιχεία, να υποστηρίξει τις πολιτικές του Τραμπ και να ανοίξει την οικονομία και τα δάση του Αμαζονίου σε «κατάλληλη εκμετάλλευση».

Πώς έγινε δυνατό να κερδίσει ο Μπολσονάρο την εκλογή; Η υποστήριξή του εντοπίζεται στο ισχυρότατο θρησκευτικό ευαγγελικό κίνημα στη Βραζιλία, ανάμεσα στους πλούσιους αλλά και στους επιχειρηματίες γενικότερα, μικρούς και μεγάλους, οι οποίοι αντιπολιτεύτηκαν μαχητικότατα τη διακυβέρνηση του Κόμματος των Εργατών, τόσο υπό τον Λούλα όσο και υπό τη Ντίλμα, αποδίδοντάς του την κατηγορία πως, με τη φορολογία και τις ρυθμίσεις, έπληξε τις επιχειρήσεις σε όφελος των οικογενειών χαμηλού εισοδήματος και κατέστρεψε τις οικογενειακές αξίες.  Ο κυριότερος, όμως, λόγος είναι πως η πλειοψηφία των Βραζιλιάνων έχει μπουχτίσει με το αυξανόμενο έγκλημα, την υψηλότατη ανεργία και τη διαφθορά του συνόλου του πολιτικού συστήματος.

Ο Μπολσονάρο αντιμετωπίζεται ως ο άνδρας που θα πατάξει τη διαφθορά. Για τη μεσαία τάξη, το Κόμμα των Εργατών είναι αυτό που «λεηλάτησε» τη χώρα. Ο Λούλα είναι ακόμη προφυλακισμένος για διαφθορά (πιθανόν με υπερβολικές κατηγορίες και, κυρίως, για να διασφαλιστεί η μη κάθοδός τους στις εκλογές).

Κυρίως, όμως, ο Μπολσονάρο κέρδισε λόγω της απογοήτευσης της εργατικής τάξης από το Κόμμα των Εργατών.  Μετά από την κατάρρευση των διεθνών τιμών των πρώτων υλών και των αγροτικών προϊόντων, η οικονομία μπήκε σε ύφεση. Η κατηγορία γι’ αυτό μαζί και για τη διαφθορά επέπεσαν στο Κόμμα των Εργατών.  

Αλλά ο Μπολσονάρο δεν κέρδισε την πλειοψηφία των 147 εκατομμυρίων Βραζιλιάνων, που είχαν το δικαίωμα ψήφου. Παρόλο που η ψήφος είναι υποχρεωτική στη Βραζιλία, περίπου 30% απείχαν ή έριξαν λευκό. Επίσης, το Κόμμα των Εργατών είναι ακόμη το μεγαλύτερο κόμμα στην Κάτω Βουλή, στην οποία μετέχουν 30 διαφορετικά κόμματα. Έτσι, δεν θα είναι εύκολο για τον Μπολσονάρο να περάσει τα υπεραυταρχικά μέτρα που ονειρεύεται.

Ωστόσο, πιο σημαντική είναι η οικονομική πολιτική. Η βραζιλιάνικη οικονομία εμφανίζει προβλήματα. Στην καλύτερη περίπτωση, μπορούμε να πούμε πως βρίσκεται σε στασιμότητα [όπως φαίνεται στο γράφημα, που παρουσιάζει την εξέλιξη του ρυθμού ανάπτυξης].

 

 

Η ανεργία βρίσκεται στο επίπεδο περίπου που έφτασε μετά από την Κρίση του 2008.

Δεδομένου ότι οι πλούσιοι δεν πληρώνουν φόρους και η ανισότητα του εισοδήματος και του πλούτου [μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης του Κόμματος των Εργατών!] είναι από τις μεγαλύτερες στην κόσμο, η κυβέρνηση δεν έχει αρκετά έσοδα, ώστε να αποφύγει τη μεγάλη επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών. [Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η πορεία του δημόσιου ελλείμματος, η οποία, μετά το 2013, ιδίως, εξελίσσεται καταστροφικά].

 

Ως αποτέλεσμα, ο δημόσιος τομέας της Βραζιλίας έχει το μεγαλύτερο χρέος μεταξύ των αναδυόμενων οικονομιών.

Η λύση των πλούσιων και του Μπολσονάρο είναι η «λιτότητα», που σημαίνει ακόμη μεγαλύτερες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, ιδιωτικοποιήσεις και απορρύθμιση της βιομηχανίας και του τραπεζικού τομέα –αλλά, πάνω απ’ όλα, η καταστροφή του δημόσιου συνταξιοδοτικού συστήματος.

Οι «αγορές» αναθάρρησαν με την ελπίδα πως ο Μπολσονάρο θα εφαρμόσει αυτή τη γραμμή.  Τέτοιες «νεοφιλελεύθερες» πολιτικές θα ακολουθήσει ο πιθανός υπουργός Οικονομικών Πάουλο Γκέντες. Αυτός ο απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Σικάγου είναι συνιδρυτής του BTG Pactual, κάποτε της ισχυρότερης εγχώριας ιδιωτικής επενδυτικής τράπεζας. Οι αγορές αναμένουν από αυτόν να διατηρήσει το πάγωμα της δημόσιας δαπάνης, που εισήγαγε ο Τέμερ.   Ακόμη, περιμένουν την απόδοση ανεξαρτησίας στην Κεντρική Τράπεζα και την επιβολή τιμών στα καύσιμα της κρατικής εταιρίας πετρελαίου Petrobras στα «επίπεδα της αγοράς».

Αμέσως μετά τη νίκη του Μπολσονάρο, την Κυριακή κιόλας, ο Γκέντες ξεκαθάρισε πως η συνταξιοδοτική «μεταρρύθμιση» μαζί με το «σάρωμα» των «κρατικών προνομίων» και της «κρατικής σπατάλης» θα είναι οι προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης.  Έτσι, όπως και στις ΗΠΑ, οι Βραζιλιάνοι θα έχουν έναν «λαϊκιστικό» λόγο περί νόμου και τάξης σε συνδυασμό με την εισαγωγή σκληρών νεοφιλελεύθερων μέτρων υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων και σε βάρος του εισοδηματικού μεριδίου της εργασίας.  

Εδώ και χρόνια οι διεθνείς οργανισμοί, οι ξένοι επενδυτές και οι Βραζιλιάνοι επιχειρηματίες επιδίωκαν μια κυβέρνηση που θα επιβάλλει τη λιτότητα, την εργασιακή επισφάλεια και τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτό θα εκτοξεύσει ακόμη περισσότερο την ανισότητα.  Η ειρωνία είναι πως δεν πρόκειται να μειώσει το δημόσιο χρέος γιατί η οικονομική ανάπτυξη και τα δημόσια έσοδα θα είναι πολύ μικρά. Πραγματικά το ΔΝΤ προβλέπει πως το χρέος θα είναι μεγαλύτερο το 2020 από ό,τι σήμερα.

Την ίδια στιγμή, περισσότερο από το 50% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας. Για να πέσει αυτό κάτω από το 25% απαιτείται αύξηση της παραγωγικότητας τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τη σημερινή. Και δεν υπάρχει τέτοια προοπτική για τον βραζιλιάνικο καπιταλισμό.  Αυτό συμβαίνει στο μέτρο που η κερδοφορία είναι και παραμένει χαμηλή.

[Όπως φαίνεται στο γράφημα η κερδοφορία του καπιταλιστικού τομέα είναι σε χρόνια πτώση, ασκώντας καθοδική πίεση στην επένδυση και την ανάπτυξη.

Η βραζιλιάνικη άρχουσα τάξη βρίσκεται αντιμέτωπη με το δύσκολο καθήκον να ασκήσει έλεγχο πάνω στην εργατική τάξη μειώνοντας τους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές και έτσι να προσελκύσει ξένα κεφάλαια. Ο βραζιλιάνικος καπιταλισμός θα παραμείνει κολλημένος σε ένα μέλλον χαμηλής ανάπτυξης, χαμηλής κερδοφορίας με συνεχιζόμενη την πολιτική και οικονομική παράλυση. Και αυτό ακόμη και χωρίς ένα νέο διεθνές κεισιακό επεισόδιο.