Η μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου

Μέρος 2ο: "Οικονομία και δημοκρατία"

Του θανάση Τσακίρη

Η μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974 βρήκε το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα με ηγεσία διορισμένη από τις «κυβερνήσεις» της επταετούς στρατιωτικής δικτατορίας, διασπασμένο πολιτικά, διεσπαρμένο οργανωτικά και με πολλά συνδικαλιστικά στελέχη σε εξορίες και φυλακές. Η «σύντομη δεκαετία του ’60», κατά την οποία το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα ανθούσε, παρά τις κρατικές και κομματικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων της ΕΡΕ και των «αποστατών», δεν στάθηκε δυνατό να βάλει τη σφραγίδα της στην περίοδο της πρώτης φάσης της μεταπολίτευσης, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω.

 Παρ’ όλα αυτά, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 αναδείχθηκαν καινούργια τμήματα της εργατικής τάξης και των νέων μικροαστικών στρωμάτων που διεκδίκησαν δυναμικά την συμμετοχή τους στο πολιτικό και συνδικαλιστικό γίγνεσθαι. Από τη μια ήταν οι εργάτες της οικοδομής των οποίων μεγεθύνθηκαν οι τάξεις με την ανασυγκρότηση της χώρας και την αθρόα εισροή εργατικών χεριών από την ερημούμενη λόγω εμφυλίου και μετανάστευσης[1] αγροτική ενδοχώρα.[2] Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται οι μισοειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργάτες που επανδρώνουν τις ολοένα και πιο γοργά αναπτυσσόμενες βιομηχανικές μονάδες των δύο μεγάλων πόλεων -Αθήνα και Θεσσαλονίκη- δημιουργώντας ένα σχετικά ευμέγεθες βιομηχανικό προλεταριάτο. Από την άλλη διογκώνονται οι γραμμές των υπαλλήλων των τραπεζών και οργανισμών κοινής ωφελείας που είναι απαραίτητοι για την στοιχειωδώς ομαλή ανάπτυξη της κοινωνικής υποδομής των μεγάλων πόλεων αλλά και της βιομηχανικής ανασυγκρότησης. Διευρύνεται επίσης το μέγεθος των ειδικευμένων στρωμάτων της εργατικής τάξης και των τεχνικών-μηχανικών στις νέες βιομηχανίες (χημικές βιομηχανίες, μεταλλουργίες, κατασκευή μεταφορικών μέσων κ.α.) που κερδίζουν έδαφος σε σχέση με τις παραδοσιακές βιομηχανικές μονάδες (διατροφής, ποτών και καπνού, υφαντουργίας, ένδυσης και υπόδησης κ.α.).[3]  Πρόκειται για σημαντική δομική μεταβολή της νεοελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας που δείχνει ότι όχι μόνο ο πρωτογενής τομέας υποσκελίζεται από το δευτερογενή μεταποιητικό τομέα[4]αλλά και ότι υπάρχει μετατόπιση από την ελαφρά βιομηχανία παραγωγής καταναλωτικών αγαθών στη βαριά βιομηχανία, στην κατασκευή «ενδιάμεσων αγαθών» και στην παραγωγή μέσων παραγωγής.[5]

Όμως, παρά την ανάπτυξη των δυνάμεων του δευτερογενούς τομέα της οικονομίας και την ανάπτυξη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και παρά το γεγονός ότι από οικονομικής πλευράς η Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 δεν θυμίζει παρά αμυδρά την προπολεμική και καθόλου την Ελλάδα των αρχών του 20ού αιώνα, δεν μπορεί η χώρα να συγκριθεί με αυτές της Δυτικής Ευρώπης που αποτελούν πλέον τα πρότυπα των αρχουσών καπιταλιστικών τάξεων και μερίδων. Η κατάσταση δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδυλλιακή, καθώς η γεωργία και οι συναφείς κλάδοι της πρωτογενούς παραγωγής εξακολουθούν να απασχολούν περισσότερο από το 50% του ενεργού πληθυσμού.[6] Από πλευράς δεικτών βασικών καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών (π.χ. ηλεκτρικό ρεύμα, πυκνότητα τηλεφωνικών εγκαταστάσεων κ.ά.), η Ελλάδα βρισκόταν πίσω από την Πορτογαλία και μπροστά από την Τουρκία στη σχετική κατάταξη του ΟΟΣΑ.[7] Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η σύγκριση όσον αφορά το ακαθάριστο κατά κεφαλήν ΑΕΠ που, αν και είχε αυξηθεί μεταξύ 1953 και 1963 με ρυθμό ετήσιας αύξησης 6,3% φτάνοντας τα 590 δολάρια ΗΠΑ και ισοδυναμώντας με το 1/3 του αντίστοιχου ΑΕΠ της Ο.Δ.Γερμανίας και της Γαλλίας (ή 1/6 των ΗΠΑ), παρέμενε σε χαμηλά επίπεδα. Η στήριξη, βεβαίως, σε τέτοιους ουδέτερους στατιστικούς δείκτες και μεγέθη είναι δυνατό να παραπλανήσει τον ερευνητή αν δεν είναι υποψιασμένος ότι μπορεί να υποκρύπτεται ιδεολογική προκατάληψη. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι ποιοτικοί κοινωνικο-οικονομικοί δείκτες και μεγέθη που να δείχνουν, π.χ., την κατεύθυνση της αναδιανομής του εισοδήματος, της κατανομής των κονδυλίων του δημοσίου προϋπολογισμού σε παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση, έρευνα και άλλες κοινωνικές υποδομές.[8]

Οι δομές της ελληνικής βιομηχανίας εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν «ευδιάκριτες χρόνιες αδυναμίες». Από τη μια αφθονούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στηρίζονται στα άφθονα φτηνά χέρια της εσωτερικής μετανάστευσης. Από την άλλη ο κύριος όγκος των βιομηχανικών χρηματικών πόρων κατευθυνόταν στην παραγωγή ειδών εγχώριας κατανάλωσης λόγω της κρατικής προστατευτικής πολιτικής με αποτέλεσμα οι βιομηχανικές εξαγωγές να αποτελούν λιγότερο από το 10% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών.

Εκτός από αυτά, είναι σημαντικό να τονιστεί πως το ξένο κεφάλαιο, και ειδικά το επιχειρηματικό κεφάλαιο των ΗΠΑ που κυριάρχησε στη διάρκεια αυτής της δεκαετίας στην Ελλάδα, δεν περιορίστηκε μόνο στη διείσδυσή του στη βιομηχανία αλλά επεκτάθηκε στον τριτογενή τομέα και ειδικότερα στον τραπεζικό τομέα.

Έτσι, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και απέκτησαν σοβαρότατες προσβάσεις στην οικονομική δραστηριότητα τράπεζες όπως η First National City Bank με καταστήματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ή απέκτησαν σοβαρά ερείσματα και κεφαλαιακές θέσεις σε ελληνικές τράπεζες όπως η χρηματοδότηση της Τράπεζας Εμπορικής Πίστεως από τον όμιλο Hanover Trust.[9]

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 η σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) είχε ως συνέπεια την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των ευρωπαϊκών και των αμερικανικών κεφαλαίων για την κατάκτηση της ελληνικής αγοράς αλλά και τη συνεργασία ευρωπαϊκών και ελληνικών επιχειρήσεων. Οι τελευταίες αφορούσαν κυρίως δραστηριότητες του βιομηχανικού τομέα και του τραπεζικού.

Η συνεργασία αυτή είχε θετικά αποτελέσματα για τις ελληνικές επιχειρήσεις που μπόρεσαν με μεσομακροπρόθεσμα δανειακά κεφάλαια να εκσυγχρονίσουν, ως ένα βαθμό, τις τεχνολογικές εγκαταστάσεις τους μέσω ευρωπαϊκών παραγγελιών, Όμως, επρόκειτο για μεμονωμένες νησίδες βιομηχανικής ανάπτυξης μέσα σε ένα γενικότερο οικονομικό περιβάλλον που συνέχιζε να στηρίζει την όποια ανάπτυξή του στην φθηνή ανθρώπινη εργασία.

Στην διάρκεια της εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας, η οικονομική πολιτική των «κυβερνήσεων» ήταν επεκτατική ως το 1972 οπότε εκδηλώθηκε ανοιχτά η πληθωριστική κρίση βοηθούσης και της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε με σκοπό την επίτευξη άμεσων οικονομικών αποτελεσμάτων για την απόκτηση λαϊκής συναίνεσης ως αντίβαρο στην οξύτατη εσωτερική και εξωτερική κριτική για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του καθεστώτος. Στα πλαίσια αυτά, τέτοιο μέτρο ήταν η διαγραφή μεγάλου μέρους των αγροτικών χρεών. Οι πληθωριστικές πιέσεις ήταν αποτέλεσμα εκτός των άλλων της επέκτασης του τουριστικού τομέα και της οικοδομής σε βάρος των επενδύσεων στη μεταποίηση και τις υποδομές που θα αποτελούσαν την ατμομηχανή μιας διαφορετικής αναπτυξιακής πορείας. Οι επενδύσεις που περίμεναν οι κυβερνήσεις της δικτατορίας δεν ήρθαν ποτέ παρά μόνο ορισμένες που αφορούσαν κεφάλαια ομογενών τα οποία επενδύθηκαν (όπως και πολλών Ελλήνων «μικρομεσαίων») στον τουρισμό και την οικοδομή και όσες βιομηχανίες συνδέονταν με αυτούς τους τομείς (τσιμέντο, υλικά οικοδομών, ξυλεία, σίδηρος και συναφείς κλάδοι).[10] Η όποια ανάπτυξη επιτεύχθηκε στηρίχθηκε, εκτός των άλλων, σε δάνεια από το κράτος και το τραπεζικό σύστημα, πολλά από τα οποία ουδέποτε αποπληρώθηκαν («δανεικά και αγύριστα»). Συνέπεια αυτών ήταν η απότομη στροφή σε πολύ σφικτές οικονομικές πολιτικές που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων. Υποστηρίχθηκε ότι ενώ η οικονομία μεγεθυνόταν με ικανοποιητικούς ρυθμούς η ίδια η οικονομική πολιτική της δικτατορίας οδηγούσε στη ραγδαία επιδείνωση των κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων, στην επιβράδυνση της αύξησης της μεταποίησης και των ιδιωτικών επενδύσεων και, τέλος, στην παρεμπόδιση της οικονομικής ανάπτυξης με το συνδυασμό πληθωριστικής πολιτικής και αντιδημοκρατικού πολιτικού κλίματος.[11]Ενδεικτικά στοιχεία του οικονομικού κλίματος ήταν από τη μια η αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης[12] και από την  άλλη, ως συνέπεια, η αύξηση της ανεργίας για πρώτη φορά μετά από 13 χρόνια.[13]

Η μεταπολίτευση βρήκε την Ελληνική οικονομία σε κατάσταση στασιμοπληθωρισμού (συνδυασμός στασιμότητας και πληθωρισμού που επιδεινωνόταν και λόγω της συνέχισης της κρίσης του πετρελαίου) και την κοινωνία ανάστατη και αγανακτισμένη λόγω της εντονότατης πολιτικής καταπίεσης και της παραπέρα όξυνσης των υφιστάμενων κοινωνικο-οικονομικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Οι τελευταίες επιδεινώθηκαν στα τέλη της δικτατορίας. Οι μέσοι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν ολοένα και λιγότερο ώσπου το 1974 άρχισε η μείωσή τους.[14]

Το φαινόμενο της μεταπολίτευσης και οι οικονομικο-κοινωνικές προϋποθέσεις για την εκδήλωσή του υπήρξε αντικείμενο μιας σειράς συγκριτικών μελετών και ερευνών. Τα ερωτήματα που τέθηκαν ήταν τα εξής: Προηγήθηκαν υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης που έφτασαν σε ένα «κατώφλι» αναγκαίο για την εκδίπλωση του εκδημοκρατισμού; Οι πολιτικοί θεσμοί των δικτατορικών καθεστώτων δεν μπορούσαν πλέον να διαχειρισθούν τις οικονομίες με αυταρχικό τρόπο; Δημιούργησε η οικονομική μεταβολή πιο πλουραλιστικές –πληθυντικές κοινωνικές δομές συνοδευόμενες από ισχυρότερες και πιο αυτόνομες «κοινωνίες πολιτών»; Η υλική και πολιτιστική εξέλιξη των κοινωνιών αυτών οδήγησε στη ελάττωση της πόλωσης και στην επέκταση των δημοκρατικών αξιών; Οι προβληματικές οικονομικές επιδόσεις προκάλεσαν κρίση νομιμοποίησης των δικτατοριών;[15] Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να δοθεί στα πλαίσια αυτής της διατριβής, είναι όμως άκρως ενδιαφέρουσα πρόκληση για την έρευνα. Έτσι θα περιοριστούμε σε περιληπτικές αναφορές στις βασικότερες απόψεις για το θέμα.

Η οικονομική ανάπτυξη θεωρείται σημαντική προϋπόθεση της ύπαρξης και λειτουργίας ενός δημοκρατικού καθεστώτος. Καθώς οι βασικοί οικονομικοί δείκτες ανέβαιναν κατά τη δεκαετία του ’60 και η σχετική ευημερία της πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας, παρά την έλλειψη οργανωμένου κράτους πρόνοιας, ήταν «εγγυημένη», τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα δεν έδειχναν να ανησυχούν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Η πετρελαϊκή κρίση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας και του πληθωρισμού αποτέλεσα το υπόστρωμα για την υπόκωφη και αργότερα φανερή διαμαρτυρία. Σχετικές έρευνες έδειξαν ότι στην κρίση νομιμοποίησης των αυταρχικών καθεστώτων συμβάλλει με σημαντικό τρόπο η αίσθηση των λαϊκών στρωμάτων ότι διακυβεύεται η σχετική και σταθερή οικονομική ευημερία τους. Παράλληλα όμως σημαντική είναι η επίδραση διεθνών παραγόντων και η δημοκρατική διάχυση (diffusion). Με λίγα λόγια, δημιουργείται ένα περιρρέον κλίμα δημοκρατίας.[16] Αυτή η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη ούτε μονόδρομη και, εκτός των άλλων, δύσκολα επαναλαμβάνεται.[17] Ενδεχομένως η διαδικασία να είναι καμπυλόγραμμη, δηλαδή ενώ η σχέση οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατίας είναι θετική, ο βαθμός στον οποίο η τάση για εκδημοκρατισμό είναι αυξητική μειώνεται όσο επιτυγχάνονται υψηλότερα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης («κατώφλι της δημοκρατίας»). [18] Τέλος, υπάρχει και η περίπτωση της «σταδιακής» (“step relationship”)σχέσης, όπου από το δημοκρατικό «κατώφλι» και πέρα αρχίζει το στάδιο της «απογείωσης» (take-off) της δημοκρατίας.[19]

Όμως, πέρα από τις οικονομικές μεταβλητές άλλοι παράγοντες μεσολαβούν στη διαδικασία της δημοκρατικής μετάβασης. Η οικονομική ανάπτυξη προωθεί τον εκδημοκρατισμό μόνο με την έννοια ότι «επιφέρει αλλαγές στην πολιτική κουλτούρα και στην κοινωνική δομή».[20] Έτσι, μπορούμε να συνοψίσουμε τους παράγοντες που μαζί με το επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης συντελούν στον εκδημοκρατισμό: «…σχετικά υψηλό επίπεδο κατά κεφαλή εισοδήματος και πλούτου, μακροπρόθεσμη αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος, υψηλός βαθμός αστικοποίησης, ραγδαία μειούμενος ή σχετικά μικρός αγροτικός πληθυσμός, μεγάλη επαγγελματική ποικιλομορφία, εκτεταμένη εγγραμματοσύνη, σχετικά μεγάλος αριθμός προσώπων που έχουν φοιτήσει σε ΑΕΙ…».[21] Όπως ήδη είδαμε ορισμένες από αυτές τις συνθήκες που περιγράφονται στην παραπάνω θέση είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται στην ελληνική περίπτωση: μακροπρόθεσμη αύξηση του κατά κεφαλή εισοδήματος (παρότι χαμηλό σε σχέση με τις υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες), υψηλός βαθμός αστικοποίησης (λόγω εσωτερικής μετανάστευσης μετά τον εμφύλιο και τη σχετική εκβιομηχάνιση και ανάπτυξη υπηρεσιών), ραγδαία μειούμενος ή σχετικά μικρός αγροτικός πληθυσμός (αποτέλεσμα της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης), μεγάλη επαγγελματική ποικιλομορφία (λόγω της μικρής ανάπτυξης βιομηχανικού προλεταριάτου και μεγάλης έκτασης των ελευθέρων επαγγελμάτων και των υπηρεσιών), εκτεταμένη εγγραμματοσύνη (ήδη από το 19ο αιώνα η Ελλάδα ήταν σε πολύ καλή θέση όσον αφορά τη μέση και ανώτατη εκπαίδευση λόγω των ιδιόμορφων τρόπων κοινωνικής ανάπτυξης)[22], σχετικά μεγάλος αριθμός προσώπων που έχουν φοιτήσει σε ΑΕΙ.[23]

 


[1]          

Έτος

Αριθμός

ανέργων

Ποσοστό

Ανεργίας

Αριθμός

Μεταναστών

προς εξωτερικό

Εργατικό δυναμικό

Απασχόληση

60

0,217

6,02

-0,026

3,629

3,412

1

0,215

5,90

-0,025

3,664

3,449

2

0,199

5,51

-0,029

3,628

3,430

3

0,182

5,11

-0,033

3,593

3,411

4

0,166

4,70

-0,036

3,557

3,391

65

0,172

4,95

-0,040

3,521

3,349

6

0,161

4,67

-0,007

3,449

3,288

7

0,149

4,39

-0,033

3,370

3,220

Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek EconomySources of Growth in the Postwar Era. N.Y.:Praeger Publishers, σελ.72 (επεξεργασία στοιχείων από Labor Force Statistics, OECD, 1971 και 1988).

[2]           «…οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στις κατασκευές (που περιλαμβάνουν τις κατοικίες) ανέρχονται σε 7,2% (1961-64) του ΑΕΠ (και 8,0% την περίοδο 1965-68) έναντι 2,9% και 3,3%) αντίστοιχα στη μεταποίησης.» Βλ. Καζάκος Π. (2000) «Η Ελληνική οικονομία, 1949-1967: Ανασυγκρότηση και  ανάπτυξη», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών ΑΕ, σελ. 230-231.

[3]           Όπως αναφέρει ο Π. Καζάκος, (Στο ίδιο, 231) οι χημικές βιομηχανίες μεταξύ 1953 και 1963 αύξησαν την συμμετοχή τους στην μεταποίηση από 4,2% σε 7,8%, αυτή δε η αύξηση συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70.

[4]           Στην περίπτωση της χημικής βιομηχανίας συγκεντρώνεται και επενδύεται μεγάλο μέρος του ξένου κεφαλαίου που διεισδύει στον ελληνικό οικονομικό χώρο. Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι το 81% των ξένων συνολικών κεφαλαίων συγκεντρώθηκε στους κλάδους των πετρελαιοειδών, των χημικών, αλλά και της μεταλλουργίας, των μεταφορικών μέσων και των ηλεκτρονικών συσκευών. Βλ. Σταματόπουλος Δ. (1986) «Ο δρόμος προς την αναπτυξιακή κρίση» στο Παλαιολόγος Ν. και Χαραλάμπης Δ. (επιμ.)Κοινωνικές τάξεις, κοινωνική αλλαγή και οικονομική ανάπτυξη στη Μεσόγειο. Διεθνές συνέδριο του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών-Αθήνα 1984, Τόμος Β΄, σελ. 177-206.

[5]           Βλ. Jouganatos G. (1992) The Development of the Greek Economy, 1950-1991: An Historical, Empirical, and Econometric Analysis. Westport, CT: GreenwoodPress

[6]           Όπως εκτιμούσε τότε ο ΟΟΣΑ κατά το 1963 το ποσοστό έφτανε το 54,7%. Βλ.Meynaud J. (2002) Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα. Β΄Τόμος. Βασιλική εκτροπή και Στρατιωτική δικτατορία. Αθήνα:  Σαββάλας, σελ. 215.

[7]           Στο ίδιο, σελ. 215.

[8]           Ανάλυση του Συνολικού Εθνικού Εισοδήματος * (σε εκατ. δραχμές)

 

Συνολικό εθνικό εισόδημα

 

Μισθοί και ημερομίσθια

 

Έτος

 

Γεωργία

Μη-γεωργ.

 

1961

101.560

26.135

34.231

33,7%

1962

106.784

25.509

37.332

35,0%

1963

119.089

29.861

40.780

34,2%

1964

133.887

32.491

46.648

34,8%

1965

152.457

37.661

53.710

35,2%

1966

168.224

40.206

61.384

36,5%

1967

181.051

41.188

68.601

37,9%

1968

194.773

38.197

76.794

39,4%

1969

219.677

41.561

85.915

39,1%

1970

246.643

45.355

95.913

38,9%

1971

275.664

50.425

107.713

39,1%

1972

315.816

59.332

124.814

39,5%

1973

410.735

84.657

150.675

36,7%

1974

485.912

96.874

184.078

37,9%

1975

564.831

106.568

226.740

40,1%

1976

694.477

130.688

287.193

41,4%

1977

802.477

134.754

358.698

44,7%

1978

959.680

168.993

445.370

46,4%

1979

1178.578

191.424

551.993

46,8%

1980

1438.261

257.332

671.244

46,7%

1981

1743.477

313.825

831.388

47,7%

1982

2153.076

405.785

1069.305

49,7%

1983

2489.713

439.114

1286.351

51,7%

1984

3034.101

562.107

1595.124

52,6%

1985

3698.558

677.655

1987.878

53,7%

Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek Economy: Sources of Growth in the Postwar Era. N.Y.: Praeger Publishers σελ. 30. Επεξεργασία Θ.Τ.

[9]           Στο ίδιο, σελ. 218.

[10]          Βλ. Ζουμπουλάκης Μ. (2005). «Θεσμοί και μεταβολές στην ελληνική οικονομία» στο Κόλλιας, Χ., Ναξάκης, Χ. και Χλέτσος Μ, (επιμ.) Σύγχρονες προσεγγίσεις της ελληνικής οικονομίας. Αθήνα: Πατάκης, σελ. 40.

[11]          Βλ. Jouganatos G. (1992), ο.ε.π. σελ. 61-66

[12]

Έτος

Ρυθμός ανάπτυξης (%)

Πληθωρισμός (%)

1967

5,7

1,7

1968

7,2

0,3

1969

11,6

2,5

1970

8,9

3,0

1971

7,8

3,0

1972

10,2

4,3

1973

8,1

15,5

1974

-6,4

26,9

Πηγή: Καζάκος Π. (2001) Ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Αθήνα:  Πατάκη, σελ.268.

[13]         

Έτος

Αριθμός :ανέργων

Ποσοστό ανεργίας

Αριθμός μεταναστών προς το εξωτερικό

Εργατικό δυναμικό

Απασχόληση

 

1968

 

0.138

 

4.10

 

-0.038

 

3.401

 

3.263

1969

0.126

3.78

-0.067

3.391

3.265

1970

0.113

3.45

-0.039

3.323

3.210

1971

0.102

3.14

-0.022

3.267

3.165

1972

0.100

3.07

-0.001

3.258

3.158

1973

0.097

2.97

-0.042

3.311

3.214

1974

0.111

3.39

-0.020

3.301

3.190

Πηγή: Tsaliki P. (1991) The Greek Economy: Sources of Growth in the Postwar Era. N.Y.: Praeger Publishers, σελ.72 (επεξεργασία στοιχείων από Labor Force Statistics, OECD, 1971 και 1988). 

[14]

Έτος

Μέσος πραγματικός  μισθός (% μεταβολής)

1967

7,7

1968

9,5

1969

6,9

1970

5,6

1971

4,9

1972

8,0

1973

1,5

1974

-6,0

Πηγή: Καζάκος Π. (2001) Ανάμεσα στο κράτος και την αγορά. Αθήνα:  Πατάκη, σελ.277.

[15] Τα ενδιαφέροντα αυτά ερωτήματα προσπάθησαν να απαντήσουν μια σειρά μονογραφιών και συλλογικών εργασιών. Βλ. Maravall J.M. (1997) Regimes, Politics, and Markets: Democratization and Economic Change in Southern and Eastern Europe.Oxford, UK: Oxford University Press. Rueschemeyer D., Stephens E., and Stephens J. (1992) Capitalist Development and Democracy, Cambridge, Mass.: Polity Press.

[16] Βλ. Huntington S.P. (1991) The Third Wave: Democratization in the Late Twentieth Century. Norman, OK: University of Oklahoma Press.

[17] Άλλες μελέτες ανέδειξαν τη σύνδεση της οικονομικής ανάπτυξης με τη δημοκρατία, είτε στην ασθενή εκδοχή της (ως σχετιζόμενης με την ανάπτυξη)  είτε στην ισχυρή (η ανάπτυξη προκαλεί τη δημοκρατία). Βλ. Lipset S. (1959) “Some Social Requisites forDemocracy: Economic Development and Political Legitimacy”, The American PoliticalScience Review, No.53 σελ. 69-105˙ Cutright P. and Wiley J.A. (1969) “Modernization and Political Representation: 1927-1966”, Studies in Comparative International Development,Vol.5, No. 2, σελ. 23-41. Υποστηρίζεται επίσης ότι εκτός από τη συσχέτιση οικονομικής ανάπτυξης και εκδημοκρατισμού σημαντική είναι και η χρονική στιγμή της ανάπτυξης (timing) καθώς οι χώρες που αναπτύχθηκαν καθυστερημένα έχουν προβλήματα δημοκρατικής σταθερότητας, βλ. Bollen K. (1979) “Political Democracy and the Timing ofDevelopment”, American Sociological Review, 44 (August), σελ. 572-587.

[18] Για περισσότερα σχετικά με τη σχέση οικονομικής ανάπτυξης και δημοκρατίας, βλ.Landman T. (2003) Issues and Methods in Comparative Politics: An Introduction, London and New York: Routledge, ιδίως σελ. 66-92.

[19] Βλ. Rostow W.W. (1961) The Stages of Economic Growth: A Non-communist Manifesto, Cambridge: Cambridge University Press καθώς και Landman T. (1999) “Economic Development and Democracy: The View from Latin America, Political Studies, Vol.14, No.1, σελ. 100-109.

[20] Βλ. Diamond L. (1992) “Economic Development and Democracy Reconsidered”, in Marks G. and Diamond L. (eds), Reexamining Democracy: Essays in Honour of Seymour Martin Lipset, Thousand Oaks, CA and London: Sage, σελ. 109.

[21] Dahl R. (1989) Democracy and its critics, New Haven: Yale University Press, σελ. 251.

[22]          Αυτό δεν σημαίνει ότι από το 19ο αιώνα υπάρχει μικρός βαθμός αγραμματοσύνης. Η εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση καθιερώθηκε πολύ αργά στη δεκαετία του 1980 και ακόμη εκκρεμεί ως διεκδίκηση η ενιαία υποχρεωτική δωδεκάχρονη εκπαίδευση. Βλ. Τσουκαλάς (1975) Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα:  Θεμέλιο

[23]          Ήδη από τη δεκαετία του 1920 η Ελλάδα διέθετε δύο πανεπιστήμια (Αθήνας και Θεσσαλονίκης) ενώ ως τη μεταπολίτευση του 1974 είχαν προστεθεί τα πανεπιστήμια Πατρών, Ιωαννίνων και Θράκης, χώρια οι ανώτερες τεχνικές και επαγγελματικές σχολές (ΚΑΤΕΕ). Ανεξαρτήτως της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, των ειδικοτήτων (κυριαρχία των Νομικών και λοιπών θεωρητικών σχολών) και της έλλειψης χρηματοδότησης της δημόσιας ανώτατης παιδείας, ήδη υπήρχε μια αρκετά ισχυρή φοιτητική κοινωνική κατηγορία που μπορούσε να προσδώσει ένα κινηματικό χαρακτήρα στις κοινωνικές διεκδικήσεις κάτι που φάνηκε στην προδικτατορική περίοδο με τους αγώνες για το «15% στην Παιδεία» και το «114» και στη διάρκεια της δικτατορίας με τη συμμετοχή φοιτητών/τριών στο αντιδικτατορικό κίνημα με αποκορύφωμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο 1973.