Χάιντεγκερ αντί Καντ. Δηλαδή ναζισμός; Του Δημοσθένη Παπαδάτου - Αναγνωστόπουλου

Ρίτσαρντ Γουόλιν, Τα Παιδιά του Χάιντεγκερ. Χάνα Άρεντ, Καρλ Λέβιτ, Χανς Γιόνας και Χέρμπερτ Μαρκούζε (μτφρ.: Μάνος Βασιλάκης, επιστημ. επιμ.: Περικλής Βαλλιάνος), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2019, σ. 399.

Η Γερμανία βράζει ακόμα μετά το 1923. Ο κίνδυνος να γενικευτεί μια κόκκινη επανάσταση –από τη Ρωσία στη Βαλτική, από την Ουγγαρία στην Ιταλία, από τη Γερμανία παντού–, έχει παρέλθει. Αντί να επαναπαυθούν, όμως, οι ιδιοκτήτριες τάξεις αντεπιτίθενται. Από τη μια, ο διαρκής εξευτελισμός της Γερμανίας, που επιβάλλει η Συνθήκη των Βερσαλλιών μετά την ήττα στον πρώτο Πόλεμο· από την άλλη, η ερμηνεία της ήττας αυτής ως «πισώπλατο μαχαίρωμα Εβραίων και σοσιαλιστών». Για τις επιδιώξεις και τους φόβους του Μεσοπολέμου, ο φιλελεύθερος πολιτικός πολιτισμός εγκαταλείπεται ως υπερβολικά μαλθακός.

Στο κλίμα αυτό, το κοινό που συνεπαίρνει ο Χάιντεγκερ στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ είναι αυτό που απορρίπτει τις Σχολές της παραδοσιακής φιλοσοφίας (νέο-καντιανισμό, νέο-εγελιανισμό): αυτό που ψάχνει είναι μια εμπειρία σκέψης. Ο Χάιντεγκερ, με τη σειρά του, απορρίπτει τον κοινοβουλευτισμό του Καντ και την καντιανή θέση για την προτεραιότητα του Καθαρού Λόγου· ο Λόγος, λέει, είναι «παράγωγο του "εν κόσμω είναι" (σ.XLIII). Ο Χάιντεγκερ, με άλλα λόγια, δείχνει για τη φιλοσοφία έναν δρόμο πιο «ενσώματο» από την ουσιοκρατία και το «σκέπτομαι-άρα-υπάρχω» του Καρτέσιου. Και, σε κάθε περίπτωση, ένα δρομολόγιο πιο αυτόνομο από εκείνο που υποδεικνύει για τη φιλοσοφία ο λογικός θετικισμός, που εκείνη την εποχή βρίσκεται σε τροχιά ανόδου. Όχι, η φιλοσοφία δεν (μπορεί να) είναι απλά επιστημολογία – δηλαδή «υποστήριγμα», παρακολούθημα των επιστημών. Η φιλοσοφία πρέπει να ασχολείται με το αρχέγονο.

Ο Χάιντεγκερ εμπνέεται από το Νίτσε, που απεχθάνεται τη φιλοσοφία των σαλονιών· προτιμά, όπως και εκείνος, «να φιλοσοφεί με το σφυρί». Ο Νίτσε τον πείθει: η παραδοσιακή φιλοσοφία και οι έννοιές της δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν «τα προβλήματα της τεχνολογίας, της μαζικής κοινωνίας και της κοινωνικής "ισοπέδωσης"», για τα οποία γράφει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ στην Παρακμή της Δύσης» (σ. 25). Το 1927, λοιπόν, γράφει το Είναι και Χρόνος, τον Απρίλιο του 1933 εκλέγεται πρύτανης στο Φράιμπουργκ και, δέκα μέρες μετά, μπαίνει στο ναζιστικό κόμμα. Ένα χρόνο θα μείνει εκεί: παραιτείται από την πρυτανεία τον Απρίλη του ’34 κιόλας, και το ναζιστικό κόμμα παύει έκτοτε να το παρακολουθεί. Δημόσια αυτοκριτική ωστόσο δεν θα κάνει – ούτε καν το 1967, όταν δηλαδή συναντά στο Μέλανα Δρυμό έναν επιζήσαντα της γενοκτονίας των Εβραίων: τον Εβραίο ποιητή Πάουλ Τσέλαν.

Αν ο Χάιντεγκερ είναι αμετανόητος, μπορεί να θεωρείται σπουδαίος στοχαστής; Αν είναι όντως αμετανόητος, τότε γιατί οι Εβραίοι μαθητές του (για τον Γουόλιν: «από τους ευφυέστερους», σ. 7), κρατούν δεσμούς με τη σκέψη του Δασκάλου; Πώς εξηγείται αυτή η «τεταμένη εγκαρδιότητα μεταξύ μιας ασυνήθιστα ταλαντούχου ομάδας αφομοιωμένων Εβραίων στοχαστών, και ενός φιλοσόφου (σ.σ.: του Χάιντεγκερ) ο οποίος, μέχρι τέλους επέμενε στη βαθύτατα γερμανική φύση του τρόπου σκέψης του» (σ. xv); Κυρίως: όταν λέμε για δεσμούς μεταξύ Δασκάλου και μαθητών, τι εννοούμε; Και ποιες ήταν οι «συνθήκες που καθόρισαν την παγκόσμια διάδοση των ιδεών του Χάιντεγκερ, ιδιαίτερα μεταπολεμικά, όταν του είχε απαγορευθεί η διδασκαλία» (σ. 9).

Με αυτά ασχολείται ο Αμερικανός καθηγητής Ιστορίας Ρίτσαρντ Γουόλιν στα Παιδιά του Χάιντεγκερ. Πρόκειται για το τρίτο βιβλίο του που αφορά τον συγγραφέα του Είναι και χρόνος, μετά δηλαδή το Πολιτική του είναι και την Αντιδικία για τον Χάιντεγκερ. Στα ελληνικά έχουμε μεταφρασμένη μόνο τη Γοητεία του ανορθολογισμού (μτφρ.: Μαρία Φιλιππακοπούλου, Πόλις 2007), που κι αυτή όμως διασταυρώνεται με τον Χάιντεγκερ. Δείχνοντας τις συμπτώσεις γύρω από τον ανορθολογισμό, στο τωρινό βιβλίο ο Γουόλιν εξηγεί:

[Ο ίδιος ο Χάιντεγκερ] συχνά αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί το αρχέγονο καθ’ αυτό ήταν πολύτιμο ή γιατί ήταν εγγενώς ανώτερο από τις πιο σύγχρονες φιλοσοφικές προσεγγίσεις, τις οποίες θεωρούσε πλανημένες. Δεν ήταν ποτέ δυνατό σημείο του Χάιντεγκερ να παρέχει «λογικές εξηγήσεις» για τις θέσεις και τις προτιμήσεις του (σ. 28).

***

Τι συνδέει, λοιπόν, τους Άρεντ, Γιόνας, Λέβιτ και Μαρκούζε; Καταρχάς, ότι όλοι ανήκουν στην γερμανική πολιτισμική σφαίρα και στην ίδια γενιά (γεννήθηκαν μεταξύ 1887 και 1906)· έπειτα, ότι όλοι «έχουν επιδείξει ουσιαστική δέσμευση στον υπαρξιακό προσανατολισμό της πρώιμης φιλοσοφίας του Χάιντεγκερ» (σ. XXVII). Αυτό που κυρίως, όμως, συνδέει τους τέσσερις μεταξύ τους, και όλους μαζί με τον Χάιντεγκερ, είναι ότι οι Άρεντ, Γιόνας, Λέβιτ και Μαρκούζε

δέχθηκαν, θέλοντας και μη, μια σειρά βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις που αφορούν στη φύση του πολιτικά νεωτερικού –στη δημοκρατία, στον φιλελευθερισμό, στα ατομικά δικαιώματα κ.ο.κ–, πράγμα που δυσχέραινε πολύ την προσπάθειά τους να αρθρώσουν μια ουσιαστική θεωρητική οπτική που να έχει νόημα στον μεταπολεμικό κόσμο (σ. 11).

Τη δυσχέραινε όμως στ’ αλήθεια; Ο ίδιος ο Γουόλιν βρίσκει την Άρεντ «πιθανότατα [τ]η σπουδαιότερη από τους πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα» (σ. 7). Ο «χαϊντεγκεριανισμός» της, έτσι, όπως και των τεσσάρων μαθητών του Χάιντεγκερ, φαίνεται πως για τον Γουόλιν έχει να κάνει με την κριτική της (καπιταλιστικής) νεωτερικότητας και την αμφισβήτηση της καντιανής «καθαρότητας» του Λόγου. Το πρόβλημα με τον «χαϊντεγκεριανισμό» των τεσσάρων δεν είναι, προφανώς, ο αντισημιτισμός: Εβραίοι ήταν και οι τέσσερις. Άλλες πτυχές αφορά η κριτική. Παραθέτοντας, για παράδειγμα, αποσπάσματα από τον Γιόνας και την Άρεντ, όπου οι δυο τους ανησυχούν για την ορμή της νεωτερικής τεχνολογίας, ο Γουόλιν σχολιάζει:

Σε τελική ανάλυση, η Άρεντ και ο Γιόνας δεν θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει ένα πιο αντιπροσωπευτικό χαϊντεγκεριανό θέμα από τις αλλοτριωτικές επιπτώσεις της «πλανητικής τεχνολογίας» στη νεωτερική κοινωνία (σ. 20).

Στο βαθμό που, προφανώς, δεν υιοθετούσαν τον φιλοναζισμό του Δασκάλου, οι τέσσερις επικρίνονοται ως κριτικοί του αστικού πολιτισμού. Είναι όμως θεμιτό να βγάζει κανείς συμπεράσματα για τον δάσκαλο από τον μαθητή; Ο Γουόλιν δεν προβληματίζεται για τα όρια της δεοντολογίας. Η αντίληψή του για την ιστορία των ιδεών γίνεται, ενίοτε, απλά αστυνομική:

[Υ]πάρχουν ορισμένα κρίσιμα έγγραφα και χειρόγραφα που παραμένουν απροσπέλαστα για τους εξειδικευμένους ερευνητές. Όλες αυτές οι αποκαλύψεις γεννούν την υποψία ότι πολλά έχουν συγκαλυφθεί επειδή οι υπέρμαχοι του Χάιντεγκερ έχουν πολλά να κρύψουν (σ. LVII, η υπογράμμιση δική μου).

Καθώς το ναζιστικό παρελθόν του Χάιντεγκερ είναι παγκοίνως γνωστό, τι θέλουν άραγε «να κρύψουν» οι υπέρμαχοι; Δεν είναι η μόνη στιγμή που ο Γουόλιν υπονομεύει το εγχείρημά του. Αλλού γράφει:

Δεδομένης της δεσπόζουσας θέσης του Είναι και χρόνος στο διανοητικό αφήγημα που ακολουθεί (σ.σ.: τι είναι ένα «διανοητικό αφήγημα»;) […] έχω αποφασίσει να συμπεριλάβω μια Excursus που να ανασκοπεί τα αρχικά κίνητρα που οδήγησαν τον Χάιντεγκερ στη συγγραφή του. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι περιρρέουσες συνθήκες της σύλληψής του ήταν κάθε άλλο παρά ξεκάθαρες. Αντίθετα, η σύνθεσή του ήταν υπερπροσδιορισμένη από πολυάριθμες περιστασιακές μεταβλητές –βιογραφικές, ομολογιακές, πολιτισμικές και ιστορικές, η σημασία των οποίων μόλις πρόσφατα ήρθε στο φως (σ. 24, η υπογράμμιση δική μου).

Η πεποίθηση ότι η σκέψη «υπερπροσδιορίζεται» από «μεταβλητές» βιογραφικού τύπου ωθεί την κριτική του Γουόλιν σε έναν ιδιότυπο ...χαϊντεγκεριανισμό («Δεν διακρίνω μεταξύ της επιστημονικής, θεωρητικής ζωής και της ζωής κάποιου ανθρώπου», έλεγε ο Χάιντεγκερ, σ. 304), και πάντως πολύ πέρα από τα ίδια τα κείμενα του Χάιντεγκερ, μεταξύ βιογραφισμού και κουτσομπολιού. 

Η Άρεντ δεν είχε μόνον εβραϊκό πρόβλημα, είχε επίσης ένα «χαϊντεγκεριανό πρόβλημα». Από πολλές απόψεις, τα δύο προβλήματα ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Η ερωτική σχέση μεταξύ Χάιντεγκερ και Άρεντ τη δεκαετία του 1920 είναι, εδώ και πολλά χρόνια παγκοίνως γνωστή. Το περίγραμμα της σχέσης τους, ωστόσο, παραμένει αντικείμενο εικασιών […] Ο Χάιντεγκερ είχε ήδη αποκτήσει αξιόλογη φήμη, σύμφωνα με τη σωκρατική παράδοση, ότι ξελόγιαζε τους νέους. Η σύζυγός του, Ελφρίντε, ήταν διαβόητη για τη ζηλοτυπία της, ιδιαίτερα σε σχέση με την κουστωδία των υπνωτισμένων από τα μάγια του Χάιντεγκερ φοιτητών […] Μέχρι τέλους πάντως, η Άρεντ παρέμεινε υποδουλωμένη στον Χάιντεγκερ (σ. 47, 49, 53).

Αντίθετα με ό,τι νομίζει ο ίδιος, το βιβλίο δεν είναι μια «ερμηνευτική μέση οδός» (σ. ΧΧΙΧ), μεταξύ εξιδανίκευσης του Χάιντεγκερ, και απόρριψής του ως διανοητή λόγω των πολιτικών θέσεών του. Ο Γουόλιν δεν σταματά να υποβάλει στο αναγνωστικό κοινό ηθικές και αισθητικές κρίσεις: η πληθωριστική χρήση του «ενοχλητικός/ή/ό» (σ. ΧΧΧΙΙ, LVII, 12), όταν πρόκειται για σκέψεις του Χάιντεγκερ, είναι ενδεικτική. Ο ίδιος φτάνει να αφήνει υπονοούμενα για καιροσκοπισμό όσον αφορά το πώς διαχειρίστηκαν την εβραϊκή ταυτότητά τους οι μαθητές του Χάιντεγκερ – περίπου ως αριβίστες και προδότες:

Εφόσον οι προσωπικότητες αυτές ενηλικιώθηκαν διανοητικά στον Μεσοπόλεμο υπό την ισχυρή καθοδήγηση του Χάιντεγκερ, τα όνειρα ανεμπόδιστης κοινωνικής αποδοχής παρέμεναν κατά βάση ακέραια μέχρι το απερίσκεπτο και ατιμωτικό τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (σ. XVII).

Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται, οι ίδιοι

ήταν Εβραίοι διόλου εβραϊκοί, που θεωρούσαν τον εαυτό τους ως τους «γερμανούς εβραϊκής καταγωγής» του συρμού (σ. 7).

Η ελαφρότητα τέτοιων κρίσεων έχει κάτι από τη Γοητεία του ανορθολογισμού, όπου μεταξύ άλλων ο ακαδημαϊκός Γουόλιν αποφαίνεται, ότι «ο Νίτσε ήταν και θύμα της μεγαλομανίας του» (σ. 69).

Γιατί να ασχοληθεί τότε κανείς με τα Παιδιά του Χάιντεγκερ; Γιατί, όπως στη Γοητεία του ανορθολογισμού, ο Γουόλιν κάνει και εδώ ό,τι μπορεί για να αναδείξει φιλοσοφικές «συγγένειες» μεταξύ Αριστεράς (μεταμοντέρνας/πολιτισμικής και νεωτερικής), από τη  μια, και του φασισμού από την άλλη. Στη Γοητεία λέει ρητά ότι «τα άκρα συναντώνται» (σ. 12) και μιλά ρητά για «αριστερό φασισμό» (σ. 257 κ.ε). Στα Παιδιά του Χάιντεγκερ το θέμα είναι, μεταξύ άλλων, ο «αριστερός χαϊντεγκεριανισμός» (σ. 233 κ.ε.) του «διαβόητου», όπως τον χαρακτηρίζει (σ. 8), Μαρκούζε, και η σύγκλιση Μαρξ-Χάιντεγκερ-Λούκατς στο έδαφος της ριζοσπαστικής πράξης (σ. 187 κ.ε.) και της ρομαντικής αντικαπιταλιστικής κριτικής. Την ίδια στιγμή που τιμά την «χαϊντεγκεριανή» Άρεντ ως τη «σπουδαιότερη» του 20ού αιώνα, ο Γουόλιν σκέφτεται πως στη θέση της θα μπορούσαν να είναι ο Καρλ Σμιτ ή ο Αντόνιο Γκράμσι – έστω και αν «η σκέψη [τους] έχει δυσφημιστεί εξ αιτίας της συνάφειας με τον δεξιό και αριστερό πολιτικό εξτρεμισμό (σ. 334). Θυμάμαι το άρθρο «Γκράμσι: ο ολοκληρωτισμός με ανθρώπινο πρόσωπο», του καθηγητή φιλοσοφίας Περικλή Βαλλιάνου που υπογράφει την «επιστημονική επιμέλεια» στα Παιδιά του Χάιντεγκερ (1). Νομίζω πως είναι η ώρα να αφήσω το βιβλίο στην άκρη. Αν χρειάζεται μια κριτική στον Χάιντεγκερ, αυτή του Γουόλιν σίγουρα είναι η λιγότερη σοβαρή.

___________________________

1.  Athens Review of Books, Ιούλιος 2017. Για μια κριτική: «Η εποχή των τερατολόγων», RedNotebook, 2.8.2017 [https://rednotebook.gr/2017/08/epochi-ton-teratologon-tou-dimostheni-papadatou-anagnostopoulou/]