«Γνώριζαν για την ψυχολογική κατάσταση του ενός εκ των δύο προσφύγων που αυτοκτόνησαν»

Στην σοβαρή καταγγελία ότι ο ένας εκ των δύο προσφύγων που αυτοκτόνησαν ήταν διαγνωσμένος με ψυχολογικά προβλήματα και έχριζε φαρμακευτικής αγωγής και παρακολούθησης προχώρησε με ανακοίνωση του ο ΣΥΡΙΖΑ του νομού Κιλκίς και η βουλευτής του κόμματος, Ειρήνη Αγαθοπούλου.

Την τραγική είδηση για την αυτοκτονία των δύο προσφύγων στις Μουριές Κιλκίς μετέδωσε την Πέμπτη με ανάρτηση του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το Ελληνικό Φόρουμ Προσφύγων (δείτε περισσότερα εδώ).

Εάν η καταγγελία του ΣΥΡΙΖΑ ισχύει τότε πρόκειται για μια σοβαρή αμέλεια των υπευθύνων. Η τραγική είδηση αναδεικνύει με τον χειρότερο τρόπο τα αδιέξοδα που βιώνουν οι χιλιάδες πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα μας και θέτουν επιτακτικά την ανάγκη υποδοχής και ενσωμάτωσης τους στην ελληνική κοινωνία.

Όπως αναφέρουν σε κοινή τους ανακοίνωση, «στη συγκεκριμένη περίπτωση των δύο αυτόχειρων στις Μουριές, τουλάχιστον ο ένας από τους δύο ήταν διαγνωσμένος με ψυχολογικά προβλήματα και έχριζε φαρμακευτικής αγωγής και παρακολούθησης. Είναι τουλάχιστον ανεύθυνο, εάν όχι εγκληματικό, να μην παρέχεται υγειονομική φροντίδα στους ανθρώπους αυτούς και να μην υπάρχει πρόβλεψη της Πολιτείας και των εμπλεκόμενων ΜΚΟ για παροχή φαρμακευτικής αγωγής και νοσηλείας στους χώρους διαμονής τους».

Παράλληλα καταλογίζουν ευθύνες στην κυβέρνηση Μητσοτάκη για τον αποκλεισμό των προσφύγων από το δημόσιο σύστημα υγείας, ενώ τονίζει ότι «η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη οφείλει επιτέλους να αντιμετωπίσει το προσφυγικό-μεταναστευτικό με τη δέουσα σοβαρότητα και να σταματήσει να εθελοτυφλεί».

Ολόκληρη η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ Κιλκίς:

«Δύο νέοι πρόσφυγες, αφγανικής και ιρακινής καταγωγής, έβαλαν τέλος στη ζωή τους στον χώρο φιλοξενίας των Μουριών, τις προηγούμενες ημέρες. Παρότι τα ζητήματα αυτά δεν ενδείκνυνται για πολιτικές αντιδικίες, οφείλουμε να σημειώσουμε τα ακόλουθα και να ζητήσουμε από την κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της.

Δεν πέρασε ούτε μια εβδομάδα από την κοινή συνέντευξη τύπου των ανθρωπιστικών οργανώσεων (Γιατροί Χωρίς Σύνορα, Διεθνής Αμνηστία, Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες), που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου για τη στέρηση πρόσβασης στο σύστημα υγείας των αιτούντων άσυλο, αλλά και των ατόμων χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, που διαμένουν στην Ελλάδα. Η σημερινή κυβέρνηση εδώ και πέντε μήνες – αφού αφαίρεσε το «μετατραυματικό στρες» από τη λίστα των κατηγοριών ευαλωτότητας – στερεί από τους ανθρώπους αυτούς το αδιαμφισβήτητο και αναφαίρετο δικαίωμα της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας και αρνείται να εξασφαλίσει υγειονομική περίθαλψη σε σχεδόν 50.000 ανθρώπους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση των δύο αυτόχειρων στις Μουριές, τουλάχιστον ο ένας από τους δύο ήταν διαγνωσμένος με ψυχολογικά προβλήματα και έχριζε φαρμακευτικής αγωγής και παρακολούθησης. Είναι τουλάχιστον ανεύθυνο, εάν όχι εγκληματικό, να μην παρέχεται υγειονομική φροντίδα στους ανθρώπους αυτούς και να μην υπάρχει πρόβλεψη της Πολιτείας και των εμπλεκόμενων ΜΚΟ για παροχή φαρμακευτικής αγωγής και νοσηλείας στους χώρους διαμονής τους. Δύο μήνες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για τους αιτούντες άσυλο και πέντε μήνες μετά την κατάργηση του ΑΜΚΑ για τους πληθυσμούς χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, αναμένουμε ακόμη την ΚΥΑ των 5 συναρμόδιων υπουργείων για την έκδοση του Προσωρινού Αριθμού Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού. Τα στατιστικά στοιχεία, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα, δείχνουν πόσο απαραίτητη είναι η υγειονομική κάλυψη των πληθυσμών αυτών τόσο για τη δική τους υγεία και ασφάλεια όσο και για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη οφείλει επιτέλους να αντιμετωπίσει το προσφυγικό-μεταναστευτικό με τη δέουσα σοβαρότητα και να σταματήσει να εθελοτυφλεί. Οι εσωκομματικές φωνές της ΝΔ περί του να κάνουμε την ζωή των μεταναστών δυσκολότερη (Α. Γεωργιάδης) δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής τα διαπιστώνουμε με τον χειρότερο τρόπο. Καμία ζωή δεν είναι λαθραία και δεν υπάρχουν ανθρώπινες ζωές που να αξίζουν λιγότερο από κάποιες άλλες».