Φτιάχνοντας τον κόσμο με το νου. Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Roberto Bolaño, Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας (μτφρ.: Κρίτων Ηλιόπουλος), Άγρα 2019

 

«Αγαπητέ καθηγητή, του είπα, είναι ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας. Ο καλός εκείνος άνθρωπος έμεινε συλλογισμένος για λίγο διάστημα. Όμως, Γιαν, μου αποκρίθηκε, αυτά τα πράγματα είναι τόσο μακρινά […] Σεβαστέ μου δάσκαλε, υποστήριξα εγώ, αν εσείς πιστεύετε ότι δεν μπορούμε να γράφουμε για διαπλανητικά ταξίδια, λόγου χάρη, τότε κατά κάποιον τρόπο θα παραμείνουμε εξαρτημένοι στους αιώνες των αιώνων από τα όνειρα –και από τις ηδονές– των άλλων».

Επιστολή του Γιαν Σκρέγια στον Τζέημς Χάουερ (σ. 50)

 

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μπολάνιο που έχουμε στα ελληνικά, και πάλι χάρη στον Κρίτωνα Ηλιόπουλο και την Άγρα, δεν είναι έργο επιστημονικής φαντασίας· είναι μάλλον ένα «μπιτ» μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αστείο και τρυφερό, που μέσα από γράμματα και αφηγήσεις μάς μαθαίνει έργα και συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, άγνωστους και γνωστότερους ως το 1984: μια ορισμένη, έστω μικρή, προηγούμενη τριβή με το είδος βοηθά.

Η σκηνή είναι η Πόλη του Μεξικού της δεκαετίας του ’70, μετά το πραξικόπημα του Πινοτσέτ: στριμώχνοντας τη ζωή τους σε ένα δώμα πολυκατοικίας σε φαιοπράσινο χρώμα, «σαν τη στολή της Βέρμαχτ» (37), οι δύο Χιλιανοί ένοικοι μας μαθαίνουν την πολιτιστική ζωή της μεξικάνικης πρωτεύουσας, τα παιχνίδια πολέμου και τα πρώτα βιντεοπαιχνίδια, κάποια καφέ, τα δημόσια λουτρά. Ο πρώτος ένοικος είναι ο 17χρονος Γιαν Σκρέγια. Ο άλλος, ο Ρέμο Μοράν, εικοσιενός – αυτός που δουλεύει και για τους δυό στο πολιτιστικό ένθετο της Λα Νασιόν και σε ένα «περιοδικό ψευτοϊστορίας», όπου δημοσιεύει με ψευδώνυμο.

Το ένα τρίτο περίπου των εξόδων τους το καλύπτουν οι γονείς τους, νομίζοντας αφελώς ότι ο Γιαν σπουδάζει. Στην πραγματικότητα, ο Γιαν ζει σαν ερημίτης στη σοφίτα, ανάμεσα σε βουνά από σημειωμένα χαρτιά και ανάκατα βιβλία. Βγαίνει το πολύ μέχρι το μπάνιο ή τη ντουζιέρα – άντε και καναδυό τετράγωνα γύρω από τη λεωφόρο Ινσουρχέντες. Ο καιρός περνά αφηγούμενος στον Ρέμο σκηνές από βιβλία επιστημονικής φαντασίας, ή γράφοντας επιστολές:

[…] όλες απευθύνονται σε συγγραφείς έργων επιστημονικής φαντασίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής […] όπως οι Τζέημς Τίπτρη Τζ. [σ.σ.: λογοτεχνικό ψευδώνυμο της συγγραφέα και ψυχολόγου Άλις Σέλντον], Θήοντορ Στέρτζον, Ρέυ Μπράντμπερυ, Ρ.Α. Λάφερτυ, Φριτς Λάιμπερ, Άλφρεντ Μπέστερ (Αχ, αν μπορούσα να επικοινωνήσω με τους νεκρούς θα έγραφα στον Φίλιπ Κ. Ντικ.) Δεν πιστεύω ότι πολλά από τα μηνύματά μου θα φτάσουν στους παραλήπτες τους, αλλά είναι καθήκον μου να το περιμένω αυτό με όλες τις δυνάμεις μου και να συνεχίσω να τους τα στέλνω (175).

Υποτίθεται πιο ρεαλιστής, ο Ρέμο φτιάχνει κι αυτός τον κόσμο με το νου. Μοιράζει το χρόνο ανάμεσα στη δουλειά και το σεμινάριο λογοτεχνίας, και περνά νύχτες ολόκληρες με τον Χοσέ Άρκο, Μεξικανό συγγραφέα, προσπαθώντας να λύσει το μυστήριο: πώς διάβολο έφτασε η Πόλη του Μεξικού να έχει εξακόσια εξήντα περιοδικά ποίησης (92);

Η λογοτεχνία –είτε ως άσκηση φιλόδοξων συγγραφέων, είτε από τη σκοπιά του νεοφώτιστου επαγγελματία κριτικού, είτε, συχνότερα, ως άλλοθι και ευκαιρία για νέες παρέες–, είναι το ένα παράθυρο του Γιαν και του Ρέμο στον κόσμο. Το άλλο είναι τα κορίτσια. Σ’ ένα από τα γράμματα προς την Ούρσουλα Λε Γκεν, γράφει ο Γιαν:

Ποιον πρέπει να φιλήσουμε για να ξυπνήσει και να λύσει τα μάγια; Την Τρέλα ή την Ομορφιά; Την Τρέλα ή την Ομορφιά; (146)

Ψευτοδίλημμα. Ο Ρέμο γνωρίζει τη Λάουρα – κι επειδή η επιθυμία είναι πρώτα επιθυμία για το όνομα, δοκιμάζει, δήθεν, να της το αλλάξει:

«Ξέρεις τι όνομα θα σου έδινα;» είπα όταν κατεβαίναμε τις σκάλες.

«Εμένα;» γέλασε καθώς περνούσε από την πόρτα του κυρίου Ρουβαλκάβα.

«Ναι, ναι».

 «Και γιατί σκέφτηκες να δώσεις άλλο όνομα; Δεν σου αρέσει αυτό που έχω;» ρώτησε στο διάδρομο της εισόδου ενώ εγώ άνοιγα την πόρτα.

«Μου αρέσει πολύ το όνομά σου. Εκεί επάνω, ξαφνικά μου κατέβηκε η ιδέα. Αλλά δεν έχει σημασία. Το σβήνω».

«Τώρα πρέπει να μου το πεις».

[…] «Ορκίσου ότι δεν θα θυμώσεις».

[…] «Εξαρτάται. Πες το».

[…] Πριγκήπισσα των Αζτέκων».

Αρκεί καμιά φορά ένα οποιοδήποτε σήμα για να ξετυλιχτεί το νήμα της αυταπάτης· στην περίπτωση του Ρέμο, το σημάδι είναι παραπάνω από οποιοδήποτε. Σε μια από τις εξόδους με τον Χοσέ, η μηχανή του τελευταίου αρχίζει να ρετάρει, και στο συνεργείο ο Ρέμο πέφτει σε μιαν άλλη – όχι οποιαδήποτε. Δεν έχει άδεια οδήγησης, δεν έχει λεφτά – στο δώμα δεν έχουν ούτε τηλέφωνο. «Φυσικά», δεν ξέρει καν να οδηγεί – αλλά αγοράζει τη μηχανή το ίδιο βράδυ, με δόσεις, μόνο γιατί πάνω της διαβάζει την επιγραφή: «Πριγκήπισσα των Αζτέκων». Όταν η ιστορία με τη Λάουρα ξεκινά, σαν φοβισμένος για την τιμωρία μέσα σε τόση ευτυχία, ο Ρέμο της επαναλαμβάνει: «Πρέπει να είμαστε καλοί και φιλάνθρωποι, Λάουρα! Πρέπει να είμαστε ελεήμονες και ανοιχτοχέρηδες!» (194).

Χάρη στην Ανχέλικα βγαίνει από το σπίτι και ο Γιαν – γεγονός που τροφοδοτεί την επιστολογραφία του με νέο υλικό:

Αγαπητέ Φίλιπ Χοσέ Φάρμερ, ο πόλεμος μπορεί να σταματήσει με το σεξ ή με τη θρησκεία […] Προς το παρόν ας απορρίψουμε τη θρησκεία. […] για να προετοιμάσουμε το έδαφος, είναι απαραίτητο να συγκεντρώσουμε σε μια ανθολογία τους δέκα ή είκοσι συγγραφείς που με τρόπο ριζοσπαστικό και με προφανή δική τους απόλαυση έχουν αντιμετωπίσει το θέμα των σαρκικών σχέσεων του μέλλοντος […] Είμαι δεκαεφτά ετών και ίσως κάποια μέρα καταφέρω να γράψω καλά διηγήματα επιστημονικής φαντασίας. Πριν από μια εβδομάδα έχασα την παρθενιά μου. Με την αγάπη μου. Γιαν Σκρέγια, αλλιώς Ρομπέρτο Μπολάνιο (261-3).

***

Το Πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας βρέθηκε μετά το θάνατο του Μπολάνιο, το 2003 και στα 50 του, στη Βαρκελώνη. Ο ίδιος γράφει πως ολοκληρώθηκε στην Μπλάνες της Ισπανίας, το 1984· στο παράρτημα, η έκδοση της Άγρας μάς διαλέγει μερικές από τις χειρόγραφες σημειώσεις και τα σκίτσα του συγγραφέα, εκθέτοντας πόσο συστηματικά μάζευε και δούλευε το υλικό των βιβλίων του.

Ο χρόνος της αφήγησης του βιβλίου συμπίπτει με τη δεύτερη ζωή του Μπολάνιο στο Μεξικό. Η πρώτη ήταν με τη μετακόμιση των γονιών του το 1968, την αποβολή του από το σχολείο, και τα χρόνια της αριστερής πολιτικοποίησης· η δεύτερη θαρθεί μετά τη φυλάκισή του στη Χιλή. Είναι τα χρόνια του «υπορεαλισμού» (infrarrealismo), ενός κινήματος που δυσανασχετεί με την κρατικά επιχορηγούμενη «υψηλή κουλτούρα» από τον Μεξικανό Πρόεδρο Ετσεβερία, διάδοχο του Δίας Ορδάς – του σφαγέα της εξέγερσης του ’68.

Ο Μπολάνιο έχει αφιερώσει στο ‘68 ένα μυθιστόρημά του, το Φυλαχτό: εκεί πρωταγωνιστεί η Αουξίλια Λακατύρ, ψευδώνυμο της Ουρουγουανής διανοούμενης Αλσίρα Σουστ Σκάφο, γνωστής για την παραμονή επί 14 μέρες στα αποχωρητήρια του Πανεπιστημίου της Πόλης του Μεξικού, όταν ο στρατός το εκκένωσε με τη βία. Η Αλσίρα/Αουξίλιο του Φυλαχτού, λοιπόν, εμφανίζεται  πρώτη φορά στο Πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας. Κι ίσως εδώ, μας λέει στην εισαγωγή ο Κρίστοφερ Ντομίνγκεζ Μικαέλ, να βρίσκεται το κλειδί του μεγάλου μυθιστορήματος του Μπολάνιο – του 2666.

Πηγή φωτογραφίας: wikipedia.org