Ένας άλλος Μαρξ; Του Χρήστου Λάσκου

Ετόρε Τσινέλα, Ο άλλος Μαρξ, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελ. 244

Όσοι έχουν διαπαιδαγωγηθεί πολιτικά σε χώρους λενινιστικής κλίσης ξέρουν πως ένα από τα σημαντικότερα έργα του Λένιν, πραγματικό διαμάντι επιστημονικότητας, είναι Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία. Ο μόλις εικοσιοκτάχρονος Ουλιάνοφ δίνει μια εξαιρετική ανάλυση των οικονομικών εξελίξεων στη Ρωσία, ιδίως από το 1861 –έτος νομικής κατάργησης της δουλοπαροικίας, όχι, όμως και πραγματικής–, κι έπειτα και αποδεικνύει πως η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία όχι μόνο είναι δυνατή, αλλά ήδη συντελείται με ραγδαίους ρυθμούς.

Ο Λένιν, όπως πάντοτε, έγραψε το συγκεκριμένο έργο στο πλαίσιο μιας έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντίπαλοί του είναι οι ναρόντνικοι της εποχής, επαναστατικό ρεύμα με μεγάλη παράδοση στη Ρωσία. Οι ναρόντνικοι, στην πραγματικότητα, είναι οι γεννήτορες όλων των κατοπινών επαναστατικών ομάδων και κομμάτων στη Ρωσία. Η ομάδα «Απελευθέρωση της Εργασίας», που θα αποτελέσει τον πρόγονο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, άρα και των Μπολσεβίκων, είναι αποτέλεσμα διάσπασης της βασικής ναρόντνικης οργάνωσης, της Ζέμλια ι Βόλια (Γη και Ελευθερία). Επιπλέον, η πολύ έγκαιρη μετάφραση του μαρξικού έργου –και, κυρίως, του Κεφαλαίου– θα πραγματοποιηθεί από στρατευμένους ναρόντνικους αγωνιστές, με κυριότερο τον Ντάνιελσον. Ο Μαρξ θα διατηρήσει επαφή με τους κύκλους αυτούς για πολλές δεκαετίες. Μάλιστα θα τους εκπροσωπήσει κιόλας στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών, της Α’ Διεθνούς μετά τη διάσπαση, το 1879. Οι Μαρξ και Ένγκελς θα υποστηρίξουν ρητά τη Ναρόντναγια Βόλια (Λαϊκή Βούληση), και όχι τη Τσόρνι Περεντέλ (Μαύρη Διανομή), όπου ανήκαν μεταξύ άλλων οι Γκιόργκι Πλεχάνοφ και Βέρα Ζασούλιτς. Είναι πολύ χαρακτηριστικά –και αναπάντεχα, νομίζω, για πολλούς σημερινούς μαρξιστές– τα λόγια του Μαρξ σε μια επιστολή στο Ζόργκε με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 1880:

Αυτοί [η Τσόρνι Περεντέλ] σχηματίζουν το λεγόμενο κόμμα της προπαγάνδας, σε αντίθεση με τους τρομοκράτες [τη Ναρόντναγια Βόλια], που ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους. Αυτοί οι κύριοι είναι ενάντια σε κάθε πολιτική-επαναστατική δράση.

Ο Μαρξ, μ’ όλη την εικόνα που διαμορφώθηκε αργότερα, ήταν ιδιαίτερα συμπαθών αυτού που ο ίδιος ονόμαζε «κεντρικό τρομοκρατικό κομιτάτο», στο πρόγραμμα του οποίου συνέβαλλε συμβουλευτικά μέσα από την επαφή του στο Λονδίνο με σημαντικά μέλη του, όπως ο Γκάρτμαν.

Τα σημειώνω αυτά γιατί η εδραιωμένη σήμερα εντύπωση είναι πολύ διαφορετική: εμφανίζει τους ναρόντνικους σαν εξαρχής αποσυνάγωγους του «γνήσιου» επαναστατικού κινήματος, με αθεμελίωτες αντιλήψεις, έμπλεους «ρομαντικών» ονειροπολήσεων και απογειωμένους ατομικοί τρομοκράτες. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Οι Μπολσεβίκοι, άλλωστε, με όλη την μαχητική τους απόρριψη του προγράμματος των Σοσιαλεπαναστατών, του κόμματος δηλαδή που κατεξοχήν υπήρξε γέννημα του κύριου ρεύματος του ναροντνικισμού, τους αντιμετώπιζαν ως μέρος του ρωσικού επαναστατικού κινήματος μέχρι και το 1917.

Μ’ όλο, λοιπόν, που το σπουδαίο έργο του Λένιν φαίνεται να κερδίζει στην επιχειρηματολογική διαμάχη σχετικά με τις προοπτικές τόσο του καπιταλισμού όσο και της εργατικής τάξης, άρα και της Επανάστασης, στη Ρωσία, η εντύπωση που κυριάρχησε, δεδομένων των μετέπειτα εξελίξεων, βρίθει αναχρονισμών και διαστρεβλώσεων.

Ο άλλος Μαρξ, του Ετόρε Τσινέλα, με την μετάφρασή του στα ελληνικά από την Άννα Γρίβα, μας δίνει την πολύτιμη δυνατότητα να εντρυφήσουμε σε πλευρές του φαινομένου εντελώς αναπάντεχες βάσει όσων ήταν μέχρι πρόσφατα γνωστά.

Το βιβλίο αποτελεί μια έκκεντρη, αλλά πολύ κατατοπιστική, ιστορία του ναροντνικισμού. Έκκεντρη, γιατί δεν είναι «αυτόνομη», αλλά προσαρμοσμένη πάνω σε επεισόδια της στάσης του Μαρξ απέναντι στη Ρωσία. Κατατοπιστική, ωστόσο, γιατί παρακολουθεί την εξέλιξη του ναροντνικισμού σε σχέση με τις κύριες θεματικές της παρέμβασής του, θεωρητικής και πρακτικής, που αφορούν τη δυνατότητα, τον κοινωνικό χαρακτήρα, τον τύπο και τη μορφή της Ρωσικής Επανάστασης στο 19ο αιώνα. Και μαζί παρακολουθεί –αυτός είναι ο κύριος στόχος του– την εξέλιξη των αντιλήψεων του Μαρξ.

Οι αντιλήψεις αυτές χαρακτηρίζονται εξαρχής, και για πολύ, από ανοιχτή εχθρότητα: η τσαρική Ρωσία αποτελεί τον κατεξοχήν μπάτσο της Ευρώπης, τη χώρα της ύστατης καταφυγής κάθε αντιδραστικής και αντεπαναστατικής δύναμης, τη φάλαγγα που συντρίβει με τον πιο αιματηρό τρόπο όλες τις προσπάθειες του δημοκρατικού και επαναστατικού κινήματος στην ήπειρο. Αυτή η πολιτική στάση του Μαρξ, η οποία πολλές φορές θα πάρει τον χαρακτήρα σχεδόν έμμονου αντισλαβισμού, θα τον οδηγήσει πολλές φορές σε μια περιφρονητική αντιμετώπιση της Ρωσίας. Μια αντιμετώπιση που θα αφήνει αποτύπωμα και στην άποψή του για τις εξελίξεις και το επίπεδο των ρωσικών επαναστατικών ρευμάτων.

Ο Τσινέλα δείχνει με εμπεριστατωμένο τρόπο πώς εξελίχτηκε, διαμορφώθηκε και αναδιαμορφώθηκε η αντίληψη του Μαρξ με την πάροδο του χρόνου. Καταρχάς, μέσα από τη συντροφική επαφή του με πλειάδα Ρώσων και Ρωσίδων επαναστατών. Έπειτα, με το ενδιαφέρον του στο πραγματικά καίριο ζήτημα, που αφορά την περίφημη «ομπτσίνα» (τη ρωσική αγροτική κοινότητα, ένα φαινόμενο αρχέγονο και εξαιρετικά εκτεταμένο ακόμη στα χρόνια αυτά) και το ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η ομπτσίνα στο πλαίσιο μιας Επανάστασης στη Ρωσία.

Για τους ναρόντνικους ήταν δεδομένο πως η ρωσική αγροτική κοινότητα έπρεπε να διαφυλαχθεί, να προστατευθεί από την επέλαση του καπιταλισμού, και να αποτελέσει, αναμορφωμένη, τη βάση της μετεπαναστατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η Ρωσία, κατά την άποψή τους, είχε το προνόμιο (ακριβώς λόγω της διατήρησης της κοινοτικής βάσης της γεωργίας), να αποφύγει τα τρομερά δεινά που έφερνε ο καπιταλισμός μαζί του, τις οδύνες, το αίμα, την εκτεταμένη εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Οι ναρόντνικοι ήταν αντικαπιταλιστές με όλη τους τη ψυχή: δεν απέδιδαν καμιά θετική διάσταση στο απόγειο της εξέλιξης των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχηματισμών, που αποτελούσε, ακριβώς, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Απεχθάνονταν τον καπιταλισμό ως κοινωνική θέσμιση σε όλες του τις διαστάσεις, μην αναγνωρίζοντάς του κανενός είδους «προοδευτικό» ρόλο. Και το κάνουν όντας οι ίδιοι ανυποχώρητα ρασιοναλιστές και οπαδοί της προόδου, λάτρεις του επιστημονικού στοχασμού και της εφαρμογής της επιστήμης για τη μέγιστη δυνατή βελτίωση της ζωής.

Ο Μαρξ, όπως είναι αναμενόμενο, στην αρχή θα απορρίψει αυτές τις θέσεις ως ολοκληρωτικά εκτός λογικής. Πιστεύει πως ο «φυσικός νόμος της κοινωνικής εξέλιξης» εξαναγκάζει όλες τις χώρες να περάσουν τα ίδια στάδια στην πορεία τους προς τον κομμουνισμό –η Αγγλία, ως γνωστόν, «δείχνει σε όλους το μέλλον που τους περιμένει», αναπόφευκτα. Πιστεύει ακόμα πως η μόνη κοινωνική ομάδα που μπορεί να αναλάβει το έργο της Επανάστασης είναι το προλεταριάτο. Οι δύο αυτές θέσεις κάνουν τη στάση του μονόδρομο.

Μόνο που, κατά την άποψη του Τσινέλα, ο Μαρξ δεν θα μείνει μέχρι τέλους σε αυτήν την ιδέα. Πράγμα, που, όπως γίνεται κατανοητό, δεν αφορά μόνο το «ρωσικό ζήτημα» του 19ου αιώνα, αλλά συνολικά την προβληματική σχετικά με την Επανάσταση και την επαναστατική στρατηγική. Επιπλέον, αφορά και τη γενική αντίληψη για την ιστορική εξέλιξη, το ρόλο και την παρουσία των κοινοτικών θεσμών στην ιστορία, αλλά και σήμερα. Και, εμφανώς, θέτει υπό σοβαρή επερώτηση μια ορισμένη «Φιλοσοφία της Ιστορίας» που, ακόμη κι αν δεν θα έπρεπε να αποδοθεί στο Μαρξ, δεν είναι ψέμα πως εμφιλοχωρεί σε πολλές διατυπώσεις του: μια «Φιλοσοφία της Ιστορίας», η οποία υπακούει σε ένα σχήμα αναπόφευκτης, «φυσικής» πορείας των πραγμάτων, από τη δουλοκτησία στη φεουδαρχία, κι από εκεί στον καπιταλισμό, η επαναστατική υπέρβαση του οποίου οδηγεί στην αταξική κοινωνία.

Ο Άλλος Μαρξ μας βάζει σε αυτούς τους επίκαιρους προβληματισμούς και δημιουργεί τους όρους μιας πολύ παραγωγικής νοοθύελλας.

Δεδομένου πως τα Diamat σταλινικά σχήματα καθορίζουν υπόγεια τις αντιλήψεις μεγάλου τμήματος των αριστερών, η ανάγνωση τέτοιων βιβλίων βοηθάει στο να μην είμαστε, τουλάχιστον, ανυποψίαστοι.