Έχω την απάντηση. Έχεις την ερώτηση; Του Χρήστου Λάσκου

Slavoj Žižek, Απαντήσεις δίχως ερωτήματα (μτφρ.: Βασίλης Ντζούνης), Πλέθρον 2018, σσ. 72

 

Το να είμαστε απλώς ανοιχτόμυαλοι δεν είναι αρκετό. Ο σκοπός του ανοιχτού μυαλού, όπως και του ανοιχτού στόματος, είναι να κλείσει ξανά μπροστά στο αδιάσειστο.

Gilbert Keith Chesterton

 

Το βιβλιαράκι που επέλεξα να παρουσιάσω ως πρώτο της στήλης για το 2020 είναι τμήμα μιας συλλογής που εκδόθηκε το 2013 από το Verso, δηλαδή από τον εκδοτικό οίκο του περιοδικού New Left Review, με τον τίτλο The Idea of Communism 2.

Πρόκειται για τον δεύτερο τόμο μιας έκδοσης που έθεσε ως αντικείμενο συζήτησης την «Ιδέα» του Κομμουνισμού, με αφορμή την Κομμουνιστική Υπόθεση του Alain Badiou, βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει το 2009 (για την ελληνική έκδοση, βλ. Πατάκης 2010). Το βιβλίο εκείνο του Μπαντιού ξεκινούσε με ένα προοίμιο, με τίτλο «Τι αποκαλούμε αποτυχία». Το δε κύριο μέρος στην πραγματικότητα αναμετριόταν ακριβώς με την κομμουνιστική υπόθεση και ως υπόθεση κομμουνιστικής αποτυχίας.

Με αυτό ασχολείται και ο Ζίζεκ εντέλει: Το θεμελιώδες ερώτημα πίσω από τα σχόλιά του –έτσι, νομίζω, θα πρέπει να χαρακτηριστούν οι σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου– είναι το ίδιο: γιατί αποτυγχάνουμε; Γιατί, ακόμη κι όταν όλα δείχνουν κατά κάποιο τρόπο ευνοϊκά, οι επαναστάτες δεν τα καταφέρνουν;

Μετά το ξέσπασμα της μεγάλης καπιταλιστικής κρίσης, καθώς και τις πρώτες αντιδράσεις –από τις αραβικές εξεγέρσεις μέχρι τις δυτικές πλατείες–, ο Ζίζεκ είναι σε θέση να αντιληφθεί πως για άλλη μια φορά τα πράγματα δεν πάνε καλά στην ιστορία.

Παρόλο που η κατάσταση είναι εξαιρετικά επείγουσα για το ίδιο το μέλλον της ανθρωπότητας και του πλανήτη –και, από αυτήν την άποψη, ο χρόνος είναι πρόδηλα ελάχιστος–, ο Ζίζεκ τονίζει και ξανατονίζει πως «έχουμε [ακόμη] πολύ δρόμο να διανύσουμε». Πράγμα, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά δυσοίωνο σε ό,τι αφορά την πρόγνωσή του για το μέλλον. Γιατί, αν χρειάζεται πολύς χρόνος την ίδια ώρα που απομένει ελάχιστος, δεν έχουμε παρά την περιγραφή ενός απόλυτου αδιεξόδου για το επαναστατικό κίνημα. Αλλιώς, φαίνεται πως, την ίδια ώρα που ο καπιταλισμός δείχνει διαρκώς τη «γυμνότητά» του, την πλήρη αδυναμία του να επιλύσει τα κρίσιμα για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ο αντικαπιταλισμός εμφανίζεται σε ακόμα χειρότερη θέση.

Να πώς το θέτει ο Ζίζεκ:

Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο να διανύσουμε και σύντομα θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα πραγματικά δύσκολα ερωτήματα – όχι ερωτήματα για το τι δεν θέλουμε, αλλά ερωτήματα για το τι όντως θέλουμε. Ποια κοινωνική οργάνωση μπορεί να αντικαταστήσει τον υπάρχοντα καπιταλισμό; Τι είδους νέους ηγέτες χρειαζόμαστε; Τι όργανα, συμπεριλαμβανομένων αυτών του ελέγχου και της καταπίεσης; Οι εναλλακτικές του 20ού αιώνα προφανώς δεν λειτούργησαν. Αν και είναι συναρπαστικά να απολαμβάνουμε την «οριζόντια οργάνωση» των διαμαρτυρομένων πληθών με την ισότιμη αλληλεγγύη και τις ανοιχτές, ελεύθερες συζητήσεις, θα πρέπει να σκεφτούμε αυτό που έγραψε ο Gilbert Keith Chesterton [το παραθέτω στην αρχή της παρουσίασής μου. Χ.Λ.]» (σελ. 50).

Ή, ακόμη πιο «απογοητευτικά»:

[Χ]ρειάζεται χρόνος ακόμη για να αναπτυχθεί το νέο περιεχόμενο. Ο,τιδήποτε και να πούμε αυτή τη στιγμή, μπορούν να μας το πάρουν (και να το μεταλλάξουν προς το συμφέρον τους) – μόνο τη σιωπή μας δεν μπορούν να πάρουν. Αυτή η σιωπή, αυτή η απόρριψη του διαλόγου, κάθε μορφής αγκίστρωσης, αποτελεί τον «τρόμο» που μπορούμε να εξαπολύσουμε, δυσοίωνο και απειλητικό, όπως θα έπρεπε να είναι» (σελ. 54).

Η σιωπή, λοιπόν, ως πρόταση. Όπως, για τον Holloway, η κραυγή. Και για τους δύο, πάντως, για ένα μέλλον που διαρκεί πολύ, μ’ όλο που οι ίδιες τους οι προγνώσεις λένε πως, αν δεν «συμβεί» κάτι ριζικό, αυτό το μέλλον πολύ μικρή διάρκεια θα έχει.

Και από το κείμενο του Ζίζεκ, όπως από ένα σύνολο αντίστοιχων παρεμβάσεων εδώ και κάποιο καιρό, πολύ περισσότερο όμως μετά από τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αυτό που απορρέει ως ανάλυση και ως αίσθηση είναι ένας βαθύς πεσιμισμός. Γι’ αυτό, νομίζω, είναι τόσο συχνές και οι μεταστροφές – ψυχολογικές, περισσότερο απ’ ό,τι πολιτικές. Η στάση του Ζίζεκ –και όχι μόνο εκείνου– απέναντι στα ελληνικά γεγονότα είναι πολύ χαρακτηριστική. Υπόδειγμα ανερμάτιστου, ανεξάρτητα από την φάση των πραγμάτων – τόσο στην «άνοδο», όσο και στην «πτώση».  

Παρόλα αυτά το βιβλιαράκι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Γιατί, ενώ δεν έχει να δώσει καμιά απάντηση στην κύρια ερώτηση «περί της αποτυχίας», θέτει καίρια ερωτήματα –και, κάποιες φορές απαντάει και καίρια– για πολλά από όσα προαπαιτεί μια απάντηση στο κύριο.

Αρετές της δουλειάς του είναι, μεταξύ άλλων:

– H ανάλυση του κυνισμού, ως θεμελιώδους δομής αισθήματος (κατά την προσφυή έκφραση του Raymond Williams) της εποχής, «διαταξικά», μάλιστα: «Δεν γελιέμαι. Ξέρω τι κάνω, μα συνεχίζω να το κάνω».

– Η ανάλυση της κοινωνικής σύγκρουσης, με παράδειγμα τις εξεγέρσεις στα προάστια, ως βίαιη αντιπαράθεση στο εσωτερικό των κατώτερων κοινωνικών ομάδων, πολύ περισσότερο απ’ ό, τι ως σύγκρουση με το πραγματικό κεφάλαιο.

– Μια αποενοχοποιημένη «κοινωνιολογία», που δεν θεωρεί υποχρέωση να λατρεύει το «λαϊκό», ούτε να αναβαθμίζει το «λαϊκιστικό» πατώντας σταθερά στους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Γάλλους χωρικούς του Μαρξ της 18ης Μπρυμαίρ: “η μεγάλη μάζα του γαλλικού έθνους σχηματίζεται με την απλή άθροιση από ομώνυμα ποσά, ακριβώς όπως ένα σακί πατάτες κάνει ένα σακί πατάτες”[1].

– Η σαφής επίγνωση πως ο αυταρχικός, σε βαθμού παροξυσμού, καπιταλισμός, είναι το μέλλον σε ό,τι απομείνει – με την Κίνα να αποτελεί το μοντέλο που δείχνει σε όλους τι θα ακολουθήσει παντού.

– Κυρίως, με τη βοήθεια του πολύ σπουδαίου Fredric Jameson[2], η αποδόμηση της ιδέας –τόσο προσφιλούς στους κύκλους μιας ορισμένης Αριστεράς, μέσα στην απόγνωση– πως η αναφορά στην εκμετάλλευση είναι πια παρωχημένη και μόνο η κυριαρχία μιλάει για την κατάστασή μας. Όπως το θέτει – και συμφωνώ απολύτως:

Η σημασία αυτής της έμφασης στην εκμετάλλευση γίνεται ξεκάθαρη όταν την αντιπαραβάλλουμε με την κυριαρχία, το αγαπημένο θέμα των διάφορων εκδοχών της μεταμοντέρνας «μικροπολιτικής της εξουσίας». Εν ολίγοις, ο Foucault και ο Agamben είναι ανεπαρκείς: όλες οι λεπτομερείς διεργασίες των ρυθμιστικών εξουσιαστικών μηχανισμών της κυριαρχίας, όλος ο πλούτος εννοιών, όπως οι αποκλεισμένοι, η γυμνή ζωή, ο homo sacer κ.ο.κ, πρέπει να βασιστούν (ή να διαμεσολαβηθούν από τον) κεντρικό ρόλο της εκμετάλλευσης. Χωρίς αυτήν την αναφορά στο οικονομικό πεδίο, η πάλη ενάντια στην κυριαρχία παραμένει «μια ουσιαστικά ηθική ή δεοντολογική πάλη που οδηγεί σε συνεπείς εξεγέρσεις και πράξεις αντίστασης αντί να οδηγήσει στη μεταμόρφωση του τρόπου παραγωγής καθαυτόν» -το θετικό πρόγραμμα των ιδεολογιών της «εξουσίας» εν γένει είναι κάποιου τύπου «άμεση» δημοκρατία. Το αποτέλεσμα της έμφασης στην κυριαρχία είναι ένα δημοκρατικό πρόγραμμα, ενώ το αποτέλεσμα της έμφασης στην εκμετάλλευση είναι ένα κομμουνιστικό πρόγραμμα (σελ. 42).

– Η τολμηρή υιοθέτηση της πεποίθησης του Μπαντιού «ότι, στις μέρες μας, το όνομα του απόλυτου εχθρού δεν είναι καπιταλισμός […] αλλά «δημοκρατία»: η «δημοκρατική ψευδαίσθηση», η αποδοχή των δημοκρατικών μηχανισμών ως έσχατου ορίζοντα κάθε αλλαγής είναι που αποτρέπει τη ριζική αλλαγή των καπιταλιστικών σχέσεων» (σελ. 60).

Το βιβλίο αξίζει οπωσδηποτε την προσοχή. Και μας αποζημιώνει τόσο ως γραφή όσο και ως μετάφραση.       

 

[1] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Θεμέλιο, σελ. 156

[2] Fredric Jameson, Valences of the Dialectic, London: Verso, 2008