Δύο «ναι» για την Καταλονία. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Μέχρι τη βία που θύμισε μέρες Φράνκο στην Καταλονία, είχε κανείς την αίσθηση πως, με την εξαίρεση του Κυπριακού, ο χάρτης της Ευρώπης είχε παγιωθεί με το τέλος της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Υπήρχε, βεβαίως, το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας του 2014. Και φυσικά τα γεγονότα στην Ουκρανία. Όμως η μεν ήττα του σκωτσέζικου εθνικισμού έδειχνε να αποθαρρύνει ανάλογες προσπάθειες σε ορατό μέλλον· η δε αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ υποστηρίζεται ως τώρα μόνο από τη Ρωσία – και με πολύ προσεκτικούς χειρισμούς.

Τα «εθνικά» φαίνονταν, έτσι, να αφορούν περισσότερο την Ανατολή – με πρώτο το Κουρδιστάν. Κι όμως, το καταλανικό δημοψήφισμα, οι εκατοντάδες τραυματίες και το κλείσιμο δεκάδων εκλογικών τμημάτων από την αστυνομία –και βέβαια το ηχηρό «Ναι» στην ανεξαρτησία: ένα «Ναι» διακομματικό και διαταξικό– έδειξαν ότι κανένας χάρτης δεν είναι ποτέ οριστικός. Κι ότι εθνικισμός από εθνικισμό διαφέρει.

Προλαβαίνω και, εν μέρει, συμμερίζομαι τον αντίλογο: το να ξεχωρίζει εθνικισμούς είναι συνήθως το σπορ μιας πατριωτικής και, τελικά, σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς: το διεθνιστικό ένστικτο, αντίθετα, λέει πως για την Αριστερά και την αντιεξουσία, για την παράταξη δηλαδή του «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε», δεν (γίνεται να) υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» εθνικισμοί. Είναι όμως πάντα τόσο απλό; Και στην περίπτωση της Καταλονίας, της σύγκρουσης μεταξύ του δεξιού Ραχόι και του δεξιού Πουτζδεμόν, είναι μήπως μόνο η βία της ισπανικής κυβέρνησης αυτή που δημιουργεί κάποια συμπάθεια για την καταλανική πλευρά;

Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, οι λόγοι που, πέρα από την (προφανή) καταγγελία της βίας του ισπανικού κράτους, χρειάζεται να στηρίξουμε το ίδιο το αίτημα της καταλανικής αυτοδιάθεσης. Οι λόγοι αυτοί δεν βρίσκονται στην «μακραίωνη» παράδοση του καταλανικού εθνικισμού, τη γλώσσα και τον πολιτισμό: ο εθνικισμός, η ιδεολογία και το κίνημα που «απαιτούν» εθνικό κράτος, είναι υπόθεση του 19ου αιώνα· είναι από τότε που οι εθνικιστές, είτε με προοδευτική είτε με συντηρητική ατζέντα, επινοούν παραδόσεις και πολιτικοποιούν στοιχεία (τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό), ανάλογα με τις επιδιώξεις τους.

Ο πρώτος λόγος, λοιπόν, υπέρ του καταλανικού «Ναι» αφορά την κλασική «μέθοδο» της Αριστεράς στο εθνικό ζήτημα. Ο Μαρξ, λέει ο Μικαέλ Λεβί, δεν είχε θεωρία για το έθνος: δεν ασχολήθηκε με τον προσδιορισμό του βάσει της γλώσσας ή της θρησκείας· αντίθετα, πίστευε πως η καπιταλιστική ανάπτυξη θα εξάλειφε σιγά σιγά τις εθνικές διαφορές. Μην έχοντας λοιπόν τέτοια θεωρία, το κύριο ήταν πάντα η πολιτική: ποιοι συγκρούονται σε κάθε αίτημα για εθνική αυτοδιάθεση και τι συμφέρει τον αγώνα της Αριστεράς[1]. Τι σχέση έχουν αυτά με την Καταλονία, το εξηγεί ο  καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης (UB) Αντόνιο Γκόμεθ Βιλιάρ:

«Το Procés (σ.σ.: η διαδικασία της ανεξαρτητοποίησης) γεννιέται ως ιδιοποίηση από την κυβέρνηση ενός αιτήματος της κοινωνίας. Η CiU (σ.σ.: το ηγετικό συντηρητικό κόμμα του Κάρλες Πουτζδεμόν) έγινε όψιμα αυτονομιστική και το Procés στην ουσία έσωσε την CiU […] Η βιομηχανική αναδιάρθρωση της καταλανικής οικονομίας ακολούθησε κατά πόδας το χρηματοοικονομικό-κατασκευαστικό μοντέλο της υπόλοιπης οικονομίας των μεσογειακών περιοχών της Ισπανίας. Η μετατροπή τούτη είχε ως επακόλουθο τη σταδιακή αποδιάρθρωση των ‘μεσαίων τάξεων’, αυξάνοντας την προσωρινή εργασία και την καταστροφή των ποιοτικών επιπέδων της εργατικής δύναμης.  Γι’ αυτό γελιέται όποιος πιστεύει πως οι μεγάλες στιγμές της έκφρασης του καταλανικού Procés ανταποκρίνονται απλώς στην απαλλοτρίωσή τους από την καταλανική δεξιά και τις ελίτ.  Η διεύρυνση στο πολιτικό πεδίο της ιδέας της ανεξαρτησίας είναι αποτέλεσμα της κατάστασης της φτωχοποίησης, των ελαστικών μορφών και της προσωρινής εργασίας, της κατάργησης του κράτους πρόνοιας»[2].

Το ζήτημα της αυτονομίας, λοιπόν, είναι τα τελευταία χρόνια υπόθεση πρώτα της καταλανικής Αριστεράς, κι έπειτα «σημαία ευκαιρίας» για την καταλανική Δεξιά: στην Ισπανία, την ίδια στιγμή, είναι ενώνει την εθνικοφιλελεύθερη Δεξιά του Λαϊκού Κόμματος και το νεοφιλελεύθερο Κέντρο των Ciudadinos. Και μαζί, τις ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που στην περίπτωση του Ραχόι (και του «ισχυρού» ισπανικού κράτους) σπεύδουν να στηρίξουν έναν δικό τους άνθρωπο.

Ο δεύτερος λόγος, λοιπόν, αφορά ακριβώς την Ευρώπη. Παίρνοντας το παράδειγμα του νοτιοϊταλικού Μετσοτζόρνο και της Ανατολικής Γερμανίας μετά την επανενοποίηση, ο Γερμανός οικονομολόγος Βόλφγκανγκ Στρέεκ παρατηρεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργεί σήμερα ένα πρόβλημα δυνατότητας διακυβέρνησης: ένας υπερβολικός τοπικός έλεγχος των οικονομικών ροών, εξηγεί, μπορεί να ευνοεί την κατανάλωση αντί των επενδύσεων· όμως και ένας υπερβολικός κεντρικός έλεγχος, σαν αυτόν που εγγυώνται η γραφειοκρατία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα ισχυρά συγκεντρωτικά εθνικά κράτη, «αυξάνει τον κίνδυνο οι τοπικές συνθήκες να μη ληφθούν επαρκώς υπόψη».

Τι πρέπει να γίνει; «Η δημοκρατία στην Ευρώπη», λέει, «δεν μπορεί να είναι ένα πρόγραμμα για θεσμική ομογενοποίηση· αντίθετα από τον νεοφιλελευθερισμό, δεν γίνεται να αποφεύγει να λάβει υπόψη της τις πολύπλευρες ιστορικά ριζωμένες διαφορές μεταξύ κα στο εσωτερικό των λαών της Ευρώπης […] Στον πραγματικό κόσμο, ένα ενιαίο ιακωβίνειο σύνταγμα για ένα δημοκρατικό ευρωπαϊκό κράτος είναι ασύλληπτο. Καμιά ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν μπορεί να αναπτυχθεί δίχως ομοσπονδιακή διαίρεση και εκτεταμένα δικαιώματα τοπικής αυτονομίας, δίχως ομάδες με ξεχωριστά δικαιώματα που θα προστατεύουν τις πολλές ταυτότητες της Ευρώπης και τις κοινότητες με συγκεκριμένη χωρική βάση»[3].

Θέτοντας το ζήτημα «ποιος αποφασίζει», άρα και σε ποια κλίμακα, ο καταλανικός εθνικισμός είναι ένα παράδειγμα ότι η «μετα-εθνική» Ευρώπη δεν είναι υποχρεωτικά η Ευρώπη του κοινού νομίσματος, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή του αυριανού ενιαίου δημοσιονομικού χώρου. Μπορεί να είναι και η Ευρώπη των πολλαπλών πολιτικών οντοτήτων – εθνικών, περιφερειακών ή υβριδικών, τυπικά «ευρωπαϊκών» και ευρύτερα μεσογειακών και βαλκανικών.

Δεν είναι όμως πιθανό, ιδίως η ανεξαρτητοποίηση της Καταλονίας ν’ ανοίξει τους ασκούς για ανάλογα αποσχιστικά κινήματα στην Ευρώπη; Και δεν θα ήταν αυτό ένας τέλειος εθνικιστικός αντιπερισπασμός – ακριβώς τη στιγμή που η κρίση πρέπει να αντιμετωπιστεί με όρους ταξικής, και όχι εθνικής ενότητας; Πρόκειται για ένα εύλογο ερώτημα. Όμως το όργιο (εθνικιστικής κρατικής) βίας της ισπανικής κυβέρνησης, η συστράτευση μοναρχίας, εκκλησίας, αστυνομίας, δικαστικής εξουσίας και ακροδεξιάς, δείχνει ότι τα μεγάλα εθνικά κράτη και τα συνταγματικά τους δικαστήρια -και δη υπό τη σιδηρά αιγίδα εθνικών και υπερεθνικών ελίτ-, δεν είναι ακριβώς φορείς προόδου ή λίκνα του ωραίου αγώνα για την αδελφοσύνη των λαών…

[Φωτογραφία: Γκράφιτι εφαρμοσμένης φασιστικής γλωσσολογίας, με το πορτραίτο του Φράνκο: «Αν είσαι Ισπανός, μίλα ισπανικά»]

 

[1] Το 1848 οι Μαρξ και Ένγκελς βρίσκονται να υποστηρίζουν την επανάσταση της φιλελεύθερης γερμανικης αστικής τάξης – επανάσταση την οποία υπονομεύουν, κατά την εκτίμησή τους, τα εθνικά κινήματα των σλαβικών λαών. Στην περίπτωση πάλι της Ιρλανδίας, το μείζον γι’ αυτούς είναι η ενότητα της εργατικής τάξης εναντίον των βρετανών καπιταλιστών: η εκμετάλλευση των εθνικών διαφορών, γράφουν, ενισχύει τους αντιπάλους των εργατών. Βλ. Μικαέλ Λεβί, Το εθνικό ζήτημα από τον Μαρξ μέχρι σήμερα (μτφρ.: Μαριάννα Τζιαντζή), Στάχυ 1993.

[2] «Αντόνιο Γκόμεθ Βιλιάρ: Έτσι οδηγηθήκαμε στο καταλανικό δημοψήφισμα», AΠΕ-ΜΠΕ, 30.9.2017 [αναδημοσίευση στο Ποντίκι: http://www.topontiki.gr/article/239946/antonio-gkometh-viliar-etsi-odigi...

[3] Βόλφγκανγκ Στρέεκ, Κερδίζοντας χρόνο (μτφρ.: Μαρίνα Τουλγαρίδου), Τόπος 2016