Δεκαεφτά σταγόνες τρυφερότητας. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Θόδωρος Φέστας, Ιστορίες με φίδια, Άγρα 2019

Ξεκίνησα να διαβάζω τις Ιστορίες με φίδια με μια διπλή προκατάληψη. Η πρώτη θετική, φυσικά: αυτός που υπογράφει τα δεκαεφτά διηγήματα της συλλογής μού είναι γνώριμος και αγαπημένος, κι όχι μόνο από το πρώτο του βιβλίο, τον Γέρο που φορούσε ένα καπέλο (Άγρα 2016). Δεν μπορώ λοιπόν, και να ήθελα, να είμαι «αντικειμενικός».

Ό,τι εξισορροπεί κάπως αυτή μου την αδυναμία είναι η δεύτερη προκατάληψη: Οι άνθρωποι που ασχολούνται με την πολιτική, όπως ο Φέστας, είναι ασκημένοι σε μια πειθαρχημένη «γλώσσα ευθύνης»: της ευθύνης να μιλούν συγκεκριμένα, για να τους καταλαβαίνουν και να πείθονται ορθολογικά πολλοί και διαφορετικοί. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, συχνά ξεχνούν αυτό που θυμίζει κάπου ο Θανάσης Καράβατος ότι είναι ο άνθρωπος «εκ κατασκευής»: και μυθολογών, και ορθολογών. Δύσκολα, λοιπόν, αφήνονται να μπουν σε άλλα ρούχα, άλλες τροπές, άλλες χρήσεις της γλώσσας. Κι ακόμα πιο δύσκολα, αν πρόκειται για ανθρώπους της αριστερής πολιτικής: στους δικούς μας χώρους, στους τρόπους μας, η γλωσσική «ιδιοπροσωπία» –ο αιφνιδιασμός και το παιχνίδι, ο ελλειπτικός λόγος και η αποφυγή της κυριολεξίας, μια ορισμένη αναίδεια και η άφεση στην αλληγορία και το μύθο– δεν ενθαρρύνονται: ιδίως στην πολιτική, κι όχι βεβαίως παράλογα, όλα τους εγείρουν υποψίες για εκβιασμένη συγκίνηση ή «εστετισμό». Για ό,τι λέμε ειρωνικά «καλλιτεχνική φύση» – ή, λιγότερο εκλεπτυσμένα, απλώς ψώνιο.

Αν πάλι ξέρεις αυτόν τον περιορισμό, και θες να τον προλάβεις, καραδοκεί άλλος κίνδυνος: το φτιασίδωμα, η προσποίηση, ο γλυκανάλατος λυρισμός.

Να γιατί έπιασα να διαβάζω το βιβλίο του Φέστα με το που βγήκε: με ενδιέφερε (ως αναγνώστη, κι όχι ως κάτι που δεν είμαι, δηλαδή ως κριτικό λογοτεχνίας) πώς θα ξεφύγει ο συγγραφέας αυτές τις προβλέψιμες κακοτοπιές.

Και να μην είχα ξεφυλλίσει το πρώτο βιβλίο, ήξερα ήδη τι να περιμένω: οικονομία στις εντάσεις και μέτρο στην έκταση («λόγω αλλεργίας στην πολυλογία και τις συζητήσεις που κρατούν σε μάκρος» [βλ. «Πόλτεργκαϊστ», σ. 90]). Όχι λοιπόν μελό και υπερβολές: αυτά είναι οι τρόποι δύο ηρώων του, του Νίκου και του Ντίνου, όταν ακόμα σπουδάζουν (τρόπος του λέγειν…) στα χρόνια των καταλήψεων για τον ν. 815 ( «Ο Μπόμπυ Σαντς έχει ξεχαστεί»).

Το «κάτι παραπάνω» και το «κάτι λιγότερο», το έκκεντρο και η υπερβολή, είναι οι τρόποι του μισότρελου Ρούλη από το Χαλάνδρι, στα χρόνια της αντιπαροχής («Ο βόας του Χαλανδρίου»). Του ταξιτζή που έγινε διπλάσιος τρώγοντας, γιατί «χωρίς αυτήν ένιωθε μισός» («Τρεισήμισι ανεκπλήρωτοι έρωτες»). Ή του Αντρέα, που ζώντας στα όρια και τις μεγάλες ταχύτητες, έφυγε γρήγορα («Βίβερε περικολοζαμέντε»). Οι περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές του Φέστα «ζού[ν] στην ηλικία της υπερβολής, στην εποχή του βολονταρισμού και το χώρο της υπέρβασης» (σ. 105).

Ο ίδιος, όμως, πώς στέκεται μπροστά τους;

Δεν έχω να αποκαλύψω «την αλήθεια του συγγραφέα» πίσω από τις γραμμές. Διαβάζοντάς τον, εύκολα εντοπίζει κανείς τα κρισιμότερα: Την απομυθοποίηση της δήθεν αθωότητας του ’60. Τη συγκίνηση για τις μικρές και τις μεγάλες στιγμές της μεταπολιτευτικής άκρας Αριστεράς και της διεθνιστικής αλληλεγγύης στον IRA και τους Τούρκους αγωνιστές. Την προσδοκία που γέννησε ο δικός μας Δεκέμβρης. Την ειρωνεία, λεπτή και δηκτική, για τους «ακίνδυνους μικροαστούς» και τους τακτοποιημένους «πρώην». Την πίστη στο παράδειγμα των σεμνών ανθρώπων (το «Κουμπί» ξεχωρίζει εδώ). Την έντιμη παραδοχή της ήττας («αν ηττηθείς, δύσκολα ξανασηκώνεσαι», σ. 89). Μια παραδοχή που, ωστόσο, δεν γίνεται παραίτηση, καθώς τα φίδια καραδοκούν («Πώς βγάζεις το φίδι απ’ την τρύπα»).

Δεν μένει σε αυτά, ωστόσο, το βιβλίο. Οι δυνατότερες στιγμές του αφορούν όσα ξεπερνούν τους ανθρώπους. Όσα συναντιούνται ίσως, αλλά δεν εξαντλούνται, στην επικράτεια της πολιτικής. Το «εράν εκ του οράν», για παράδειγμα («Φράου Ντόκτορ»), όπως το θέτει ο Φέστας με την πληθωριστική περιπαικτική χρήση αρχαίων και καθαρεύουσας: έρωτες βιωμένους, έρωτες από δειλία ανεκπλήρωτους. Η αγάπη των λαϊκών ανθρώπων για έναν από αυτούς, τον Στέλιο Καζαντζίδη. Αλλά και οι διαδρομές στη Θεσσαλονίκη, που «είναι πολλών», και γι’ αυτό πολλές μαζί.

Από τα σπουδαιότερα της συλλογής, το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» μας περπατάει στον «Άρχοντα» και το Κουλέ-Καφέ, στην παλιά τουρκική κρήνη Τσιρ-Τσιρ, στον Ντορέ και το «Άσυλο». Είναι εδώ, πιο πολύ κι από τον «Μπόμπι Σαντς» (αυτή την έξοχη αποτύπωση της ελαφρότητας της φοιτητικής ζωής…), που πείθομαι για τον συγγραφέα, όσο έχω πειστεί νωρίτερα για τον άνθρωπο της Αριστεράς.

Αν στα πρώτα διηγήματα της συλλογής ο Φέστας εξασκεί το βλέμμα της ωριμότητας σε περασμένους και περασμένα, δοκιμάζοντας «αναγνωριστικές», χαμηλές πτήσεις –μια γραφή μάλλον «εγκεφαλική», ακόμα και τη στιγμή της λαϊκότητας και του αστείου, μ' έναν ρυθμό χωρίς εναλλαγές–, εντέλει το στοίχημα είναι, απ' τη σκοπιά της γλώσσας, της αγωνίας και της συγκίνησης, κερδισμένο. Ο ίδιος το ξέρει: «η ωριμότητα πολλές φορές φέρνει μαζί της την κούραση και το συντηρητισμό» (σ. 115). Σαρκάζει λοιπόν τους ανθρώπους του αιώνιου μέτρου («Δυο κανονικοί άνθρωποι»). Κοιτάζει στην αρχή προς τα μέσα, αλλά σαν καλός οδηγός –ή σαν τον «εσω-εξωστρεφή» ήρωά του, τον Νέστορα Τσελεπή– στρέφει το βλέμμα πέρα από το τιμόνι, προς τα έξω. Αφήνεται στους τρόπους του μύθου και γράφει πράγματα που μας αφορούν, που μας παίρνουν από το χέρι και μας συγκινούν, χωρίς να γίνονται μελάτα. Μας πείθει εντέλει για την αρχική ειδοποίηση: οι ήρωες των διηγημάτων είναι, «ως επί το πλείστον» (άρα όχι όλοι και σε όλα τους…), φανταστικοί. Μόνο έτσι εξηγείται τόση τρυφερότητα.

                         ***

Ξεκινώντας να γράψω, έπεσα πάνω σε μια κριτική του πρώτου βιβλίου του Φέστα στα «Νέα». Διαμαρτύρεται εκεί ο Θανάσης Νιάρχος, γιατί  στον Γέρο που φορούσε ένα καπέλο (το γέρο που συναντάμε για δεύτερη φορά στις Ιστορίες με φίδια), «νομιμοποιούνται λέξεις όπως "κωλοφεράντζα", "ντούζικο", "τσάκνο", "σασιρμάς", "ζορμπαλίκι", "σακουλεύτηκε", που μάλλον γραφικότητα μυρίζουν παρά ιθαγένεια» («Μικρές μνήμες επικών διαστάσεων», 7.10.2016).

Ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου, ο Φέστας αγνόησε την κριτική αυτή. Με την εξάσκηση της δικής του μνήμης, ως συμβολή στη συλλογική, οι νεότεροι είχαμε κίνητρο να μάθουμε τα ντρίλινα παντελόνια, τη Γκασμαδία, το κομπόστ, το αμορτί, τον τζιλά, το πέλετ, τον Ριπ Βαν Ουίκλ και τη Lancia Flaminia. Αλλά και τον στρατηγό Μοροζόφ, θεωρούμενο πατέρα των ελεύθερων σκοπευτών, που έγραψε το εκπληκτικό:

Οι γυναίκες είναι καλύτεροι σκοπευτές από τους άνδρες, γιατί διαθέτουν υπομονή πολύ μεγαλύτερη απ’ αυτούς, λεπτά δάχτυλα και σταθερό χέρι (σ. 208).

[Φωτογραφία: Ο Μπόμπι Σαντς, που δεν ξεχάστηκε]