Ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Του Χρήστου Λάσκου

Ανεξάρτητη δικαιοσύνη.  Ένα από τα πιο σύντομα ανέκδοτα; 

Η κυβέρνηση, αν κρίνουμε από την αντίδρασή της στη προχθεσινή απόφαση του ΣτΕ –και όχι μόνο, φαίνεται να πίστευε στην διαχρονικώς διαλαλούμενη ανεξαρτησία. Γι’ αυτό, κιόλας, «λάλησε» με τον συγκεκριμένο τρόπο. Γι’ αυτό, δηλαδή, κόντεψε να βάλει τα κλάματα.

Μόνο που ο ανεκδοτολογικός χαρακτήρας αυτής και άλλων «ανεξαρτησιών» είναι κοινός τόπος για τη ριζοσπαστική Αριστερά, από την προμαρξική ήδη περίοδο. Θέλω να πω, δεν χρειάζεται κάποιος να προστρέξει στους κλασσικούς, τον Γκράμσι, τον Αλτουσέρ ή τον Πουλαντζά προς θεωρητική επίρρωση. Αρκεί ο Βίκτωρ Ουγκώ –διατηρώ την γραφή των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Για να μην πω, ο Αλέξανδρος Δουμάς, πατέρας και υιός, και ο σερ Ουώλτερ Σκοτ. 

Καταρχήν, η συνείδηση των δικαστών δεν είναι ανεξάρτητη, όπως κανενός μας η συνείδηση, άλλωστε. Οι ανώτεροι δικαστές είναι μέλη της αστικής τάξης, κέρβεροι, για να θυμηθούμε το Νίκο Πουλαντζά, του σκληρού κατασταλτικού μηχανισμού του καπιταλιστικού κράτους και δεν γίνεται να ίπτανται υπεράνω της τάξης τους. Πράγμα που ισχύει, ακόμη κι αν τους τάζεις νέα εισοδηματικά ή συνταξιοδοτικά προνόμια, εσύ ένας πρωθυπουργός της ταξικής μεροληψίας. 
Πέρα, όμως, από την συνείδηση, υπάρχει και το …ασυνείδητο –με τη διπλή, φροϋδική και ηθική, σημασία που έχει ο όρος. Κι αυτό από μόνο του θα έφθανε να εξηγήσει όλη τους την πορεία στα εφτά χρόνια της ελλαδικής κοινωνικής καταστροφής. 

Οι δικαστές βρήκαν συνταγματικά τα Μνημόνια, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, την δουλοπαροικιοποίηση των εργαζομένων, το PSI, την εξαιτίας του ληστεία των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, των Νοσοκομείων και των Πανεπιστημίων, όπως και την εξόντωση των μικροομολογιούχων. Γιατί κάτι βαθειά μέσα τους τους έλεγε πόσο αναγκαία ήταν όλα αυτά για την σωτηρία του ελληνικού καπιταλισμού από την πληττόμενη λόγω της κρίσης πλέμπα. Κι αν έβγαζαν αντισυνταγματική σχεδόν μόνο τη δική τους περικοπή μισθών, ε, εντάξει άνθρωποι είναι κι αυτοί, δεν είναι τέλειοι. 
Η κυβέρνηση, όμως, ήταν σίγουρη –το διακήρυσσε σε όλους τους τόνους- πως, με την επικουρία των ανεξάρτητων δικαστών θα «τάραζε (τους κακούς) στη νομιμότητα», όντας «κάθε λέξη του Συντάγματος». 

Δεν είναι, όμως, μόνο η «συνείδηση», με τα ασυνείδητα συμπαρομαρτούντα της. 
Κυρίως είναι ο δομικός χαρακτήρας της αστικής «Δικαιοσύνης», που φροντίζει να γίνονται όλα όμορφα και παστρικά. Θέλω να πω, η «Δικαιοσύνη» δεν υπάρχει παρά μόνο σαν υποσύστημα του συστήματος. Ή έτσι ή δημιουργούνται ανεπίτρεπτες δυσλειτουργίες, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την κρατική συνοχή. Πράγμα που δεν συμβαίνει και δεν θα συμβεί. 

Αυτά μπορεί να μην τα ξέρει ο «σκληρός πυρήνας» της κυβέρνησης και της επικρατείας. Οι διαχρονικοί, όμως, μαρξιστές που ακουμπούν τον «σκληρό πυρήνα»; Πώς κατάφεραν να ξεχάσουν πως η «Δικαιοσύνη» είναι, πέραν της «ανεξαρτησίας» της, και τομέας του κατεξοχήν κόμματος της αστικής τάξης, δηλαδή του καπιταλιστικού κράτους; Πώς κατάφεραν να ξεχάσουν  την αλφαβήτα της πουλαντζιανής προβληματικής, που τόσο οι ίδιοι θεράπευσαν επί δεκαετίες; 

Μια εξήγηση είναι πως η λήθη των «βασικών» οφείλεται στο γεγονός πως είναι οι ίδιοι, πλέον, Κυβέρνηση. Αν δεν ξεχνούσαν, λοιπόν, θα … θυμόταν πως και η Κυβέρνηση τομέας του ίδιου κόμματος, του καπιταλιστικού κράτους, δηλαδή, είναι. Γι’ αυτό, άλλωστε, ο Νίκος Πουλαντζάς –να μην πω για τον Αλτουσέρ, τον Λένιν ή τον Μαρξ- παραπέμποντας, στον τόσο κακοποιημένο τα δυό τελευταία χρόνια Γκράμσι, επέμενε και ξαναεπέμενε πως δεν υπάρχει τίποτε «εντός του κράτους» χωρίς την επένδυση στην «επέκταση της άμεσης δημοκρατίας και της μεγάλης διάχυσης αυτοδιαχειριστικών εστιών [εκτός και εναντίον του κράτους]». 

Η κυβέρνηση, όμως, επέλεξε να «μας ταράξει στη νομιμότητα». Έτσι έφερε το νόμο για τα τηλεοπτικά, ο οποίος, αντί να ενισχύσει τις «αυτοδιαχειριστικές εστίες» στην επικράτεια των ΜΜΕ ή έστω να τους δώσει λίγο χώρο, έδωσε άδειες εκτός από τον Παναθηναϊκό και στον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ, «παίρνοντάς» τους τα και «τσακίζοντας τη διαπλοκή».

Σώσον Κύριε!

Και, τελικά, αντιλήφθηκε πως η «Δικαιοσύνη» όχι μόνο δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά είναι και ανάλγητη. Διότι κόβει το δεκατιανό των πεινασμένων παιδιών, χιλιάδες θέσεις στους παιδικούς σταθμούς για τη «λαϊκή οικογένεια», 4000 νοσηλευτές και άλλα θαύματα του κόσμου, που θα γίνονταν με τα 25 ετήσια εκατομμύρια από τις άδειες. Ακόμη και σε αυτήν τη στιγμή, η δημαγωγία και το «τρεις λαλούν και δυό χορεύουν» φαίνεται να είναι η μόνη απάντηση αυτών που «δεν εγκατέλειψαν τη μάχη» για το λαό και τον τόπο, σε αντίθεση με τους ριψάσπιδες του καλοκαιριού του 2015.  

Μήπως, όμως, είμαι μεροληπτικός ή δογματικός; Μήπως, έστω και τώρα, αυτή η «βίαιη ωρίμανση» της κυβέρνησης, που, επιτέλους, η ζωή της έδωσε να καταλάβει –καλύτερα να ξαναθυμηθεί- τις σκληρές αστικές πραγματικότητες ανοίγει νέες δυνατότητες; Δυστυχώς, δεν το βλέπω. Το κυβερνητικό ψευδοκράτος δεν είναι παρά ράκη ατάκτως ερριμμένα απέναντι στο πραγματικό κράτος, έστω και στη failed σημερινή εκδοχή του.  Μακάρι κάτι να άλλαζε. Το βλέπετε σε ο,τιδήποτε λέγεται και πράττεται από την κυβέρνηση;  
Δυστυχώς όλα αυτά καταλήγουν στην αναβάπτιση όλων των ψόφιων συστατικών του συστήματος: από τους απαξιωμένους και δακτυλοδεικτούμενους μεγαλοδημοσιογράφους μέχρι τους ευτελισμένους, στη συνείδηση –εδώ ταιριάζει η λέξη- του 90% του ελληνικού λαού, πολιτευτές του παλιού δικομματισμού. Αυτή είναι –μαζί με τις μνημονιακές υπηρεσίες- η μεγάλη και θαυματουργή προσφορά αυτής της κυβέρνησης: και νεκρούς ανασταίνει.

ΥΓ. Νομίζω πως είναι τεράστιο λάθος να επιχαίρει κανείς γι’ αυτές τις εξελίξεις. Έτσι –κι ελπίζω να τους αδικώ λόγω της τηλεοπτικής παρουσίασης της δήλωσής τους- είναι εντελώς άστοχο, κατά τη γνώμη μου, να λέγεται από τον Αλέκο Αλαβάνο ή τον Μανώλη Γλέζο πως η ήττα της κυβέρνησης είναι νίκη της συνταγματικής τάξης. Για μας, για τον απλό κόσμο, μόνο ήττες υπάρχουν, προς το παρόν. Θέλω να πω, σιγά μην πάω με τους «ανεξάρτητους δικαστές», για να δείξω την αντιπάθειά μου προς τις κυβερνητικές πρακτικές. Φανερά, έτσι αριστερή δουλειά δεν γίνεται.