2060. Του Χρήστου Λάσκου

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις, εδώ και καιρό, ένα πράγμα για το οποίο αναρωτιέμαι διαρκώς, όπως και εκατομμύρια άλλοι φαντάζομαι, είναι τι νομίζουν ότι κάνουν αυτοί στην κυβέρνηση. Όχι τι κάνουν. Αυτό, νομίζω, είναι εύκολο να κριθεί πρακτικά –και ως πρώην «υλιστές» φαντάζομαι πως και οι ίδιοι το κατανοούν.

Αυτό που κάνουν είναι να εφαρμόζουν μια ακραία αντιλαϊκή νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Αυτό κάνουν, ακριβώς.

Το ερώτημά μου, ωστόσο, δεν είναι τι κάνουν. Αλλά τι νομίζουν ότι κάνουν. Σφιγμένοι, καταθλιμμένοι, βογκώντας. Υπό το ασήκωτο βάρος των «διεθνών συσχετισμών». Υπό τους όρους, δηλαδή, της ΤΙΝΑ. Η οποία, βεβαίως, είναι απαράδεκτη, αλλά αναπόφευκτη. Αλλιώς πώς θα ήταν ΤΙΝΑ!

Να τι νομίζουν ότι κάνουν. Κερδίζουν χρόνο για «τις ανάγκες των πολλών» αποδεχόμενοι τα πάντα, αναμένουν την αλλαγή των συσχετισμών. Και μέχρι τότε τους ενισχύουν, νομιμοποιώντας το πλαίσιο που διαμορφώνουν οι τελευταίοι.

Θα πει κάποιος: είναι δυνατόν; Αποκλείεται να πιστεύουν τέτοια πράγματα. Είναι προφανές πως μας εξαπατούν συνειδητά. Έχουν αποδεχτεί το ρόλο τους και επιχειρούν να αντλήσουν τα μεγαλύτερα δυνατά για τους ίδιους οφέλη από αυτό. Για όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο. Με όλες τις μεταστροφές που αυτό επιβάλλει.

Ε, λοιπόν, δεν πιστεύω πως αυτή είναι η εξήγηση για το γκροτέσκο θέαμα –με αποχρώσεις φαρσοκωμωδίας- που παρακολουθούμε.

Νομίζω πως αυτό που ερμηνεύει καλύτερα τα πράγματα είναι η τύφλωση ενός μεγάλου μέρους των ασκούντων την κυβερνητική πολιτική. Τύφλωση που προκύπτει από τον ιδρυματισμό. Δεν είναι τόσο η λατρεία της εξουσίας όσο ο εγκλεισμός στην εξουσία που παράγει αυτά τα τρομερά αποτελέσματα. Η επαφή τους με τους παγκόσμιους κυρίαρχους, σε άμεσο επίπεδο και πρόσωπο με πρόσωπο, τους δημιουργεί την εντύπωση πως ξέρουν κάτι περισσότερο από εμάς τους πολλούς και πως, επιπλέον, επηρεάζουν τα πράγματα. Δεδομένου, μάλιστα, πως ελάχιστη δυνατότητα έχουν να σκεφτούν, όταν διαρκώς επιδίδονται στη διαχείριση και δεδομένου, επιπλέον, πως κανένας συλλογικός φορέας δεν κάνει αυτή τη βαθύτερη δουλειά, τα πράγματα είναι λογικό να υποσημειώνουν μια αληθινή αποθέωση της ρηχότητας.

Αν απορρίψουμε τον ιδρυματισμό ως ερμηνεία, τότε είναι αδύνατον να εξηγήσουμε πώς, ένας στοιχειωδώς λογικός άνθρωπος μπορεί, από την θέση του πρωθυπουργού μιας χώρας με κατεστραμμένη, υλικά και ψυχικά, τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, να λέει πως μας περιμένουν πράγματα too good to be true! Μόνο σε ξεφάντωμα δεν μας κάλεσε –πριν από λίγες μόνο μέρες! Γίνεται; Πρόκειται, απλώς, για έφεση στην παπάντζα, αυτό που κάποιοι λένε λαϊκισμό; Δεν μου φτάνει ως εξήγηση. Νομίζω πως τα πιστεύει πράγμα που, αντίθετα με τις διαρκείς εκκλήσεις στον αναγκαστικό ρεαλισμό, δείχνει πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως επαφή με την πραγματικότητα. Άρα η κατάσταση είναι ακόμη πιο επικίνδυνη από όσο νομίζουμε αν δεν πάρουμε υπόψη αυτήν τη διαπίστωση.

Δείτε, για παράδειγμα, το τελευταίο επεισόδιο με τον Σόιμπλε, ο οποίος, βγαίνοντας από τα αριστερά στον Τσίπρα, του καταλόγισε πως είναι αποκλειστικά δική του ευθύνη το γεγονός πως όλα τα βάρη της κρίσης έχουν πέσει στους αδύναμους, αφού, παρόλα όσα έλεγε, δεν έχει κάνει το παραμικρό για να πλήξει τους πλούσιους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους εφοπλιστές. Αντί, λοιπόν, η κυβέρνηση, έστω τώρα, να πάρει την πάσα, για να του πει «έλα, δώσε μας στοιχεία για τους έλληνες πλούσιους και τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια που έχουν και σε γερμανικές τράπεζες, για να τους σκίσουμε, όπως τους πρέπει», αντί να πάρει την αφορμή, για να του επιτεθεί ως υποκριτή, αξιοποιώντας μια αριστερή- ταξική γλώσσα, αφέθηκε, επί του ουσιώδους να καθαρίσουν οι ίδιοι οι εφοπλιστές δια του Βενιάμη!

Γίνεται αυτό; Είναι δυνατόν; Κι όμως είναι. Το θέμα τώρα, όπως ομοθυμαδόν έκρωξαν τα κανάλια, είναι να προστατέψουμε τον ελληνικό εφοπλισμό, από την… ιμπεριαλιστική επίθεση, από τη γερμανική μπότα! Τρεις λαλούν και δυο χορεύουν; Μάλλον χειρότερα είναι τα πράγματα.

Απόδειξη τα όσα γίνονται με το χρέος, δηλαδή με το κιου ι, δηλαδή με την έξοδο στις αγορές, δηλαδή με τον ανοιχτό διάδρομο, δηλαδή με τις επενδύσεις, δηλαδή με το χρέος, δηλαδή με το κιου ι,…. Όπου φταίει ο Σόιμπλε, όχι, μάλλον, το ΔΝΤ. Ή, μήπως, ο Σόιμπλε. Μπα, το ΔΝΤ, το ΔΝΤ… Αλλά εμείς έχουμε τον άξονα του Νότου…

Βγαίνει νόημα;

Από αυτά όχι. Από όσα, όμως, διέρρευσαν από το τελευταίο Γιούρογκρουπ, δυστυχώς, βγαίνει. Και είναι τρομακτικό. Αυτό, λοιπόν, που ενώνει κατεξοχήν τους εταίρους μας είναι η μεταξύ τους συμφωνία πως οι υποχρεώσεις μας –βαριές σε όλες τους τις εκδοχές- εκτείνονται τουλάχιστον ως το 2060!

Οι «αισιόδοξοι» Ευρωπαίοι προβλέπουν, μετά τα 3.5% πλεονάσματα μέχρι το 2022, μεγέθυνση στο 1.3% και πρωτογενή πλεονάσματα 2.6% μέχρι το 2060, ενώ οι πεσιμιστές του ΔΝΤ, αντίστοιχα, 1% και 1.5%.

Με δυό λόγια, η ελληνική οικονομία προβλέπεται πως θα έχει ρυθμούς υποσαχάριας Αφρικής για 40 χρόνια και μαζί πως θα αποπληρώνει τις υποχρεώσεις, απείραχτες στο διηνεκές! Όλα τα σενάρια συμφωνούν σε αυτό. Κι εμείς διαπραγματευόμαστε…  

Απίστευτο κι όμως αληθινό! So incredible to be true!

***

Όπως λέει κι ο ποιητής, «υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη».

Και τώρα; Η απάντηση είναι προφανής, νομίζω. Η ανταγωνιστική αριστερά είναι υποχρεωμένη να ενωθεί, αφήνοντας στην άκρη διάφορες πολυτελείς ασυναρτησίες. Να ενωθεί, για να εκφράσει την κοινωνική ανάγκη για αντίσταση στους κανίβαλους, ντόπιους και ξένους. Να οξύνει την αντιπαράθεση , επιλέγοντας συγκρουσιακές μορφές, που μπορούν, ίσως, με όλη την καταστροφή που σήμανε το 2015, να αναπτερώσουν την πίστη των κατώτερων τάξεων και των φτωχών πως αξίζει να ξανακινηθούν. Από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τη ΛΑΕ, μέχρι τις πολλές ακόμη αριστερές και αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες, πρέπει να επιδιωχτεί κοινός βηματισμός με το μεγαλύτερο δυνατό βάθος. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες μπροστά σε αυτό το καθήκον. Ας βρούμε συντομότατα τη διαδρομή για να το πετύχουμε. Ο χρόνος έχει εξαντληθεί.

Χωρίς παπάντζες και δημαγωγίες. Χωρίς υποσχέσεις και εφησυχασμούς. Με δεδομένο πως όλα από δω και πέρα είναι δύσκολα. Υπάρχουν, ωστόσο, επιλογές που μπορούν να ξαναχτίσουν την ελπίδα.

Το 2012 ήδη, μεταξύ των δύο φοβερών εκλογών που διέλυσαν το πάγιο πολιτικό σύστημα, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος έγραφε: «Όχι άλλες ψευδαισθήσεις. «Επιστροφή» δεν θα υπάρξει. Το καλύτερο που μπορούμε να ελπίσουμε είναι να μοιράσουμε  τουλάχιστον δίκαια τη φτώχια μας. Είναι η μεγαλύτερη, η ουσιαστική, επανάσταση που απαιτείται σήμερα από όποια πραγματική ή δυνητική αριστερά, η οποία οφείλει να προετοιμάσει τον κόσμο για τον κακοτράχαλο, αλλά μοναδικό δρόμο που ανοίγεται μπροστά του […] Όποιοι πάνε να πουλήσουν άλλες ελπίδες, όποιοι υπόσχονται μια επιστροφή στην παλιά «ευημερία» (για ποιους; και για πόσους;) είτε εθελοτυφλούν είτε ναρκοθετούν συνειδητά το πρώτιστο μέλημα, την άρση της συστημικής αδικίας»[1].

Ας κινηθούμε σε αυτό το δρόμο. Είναι συγκεκριμένα αντικαπιταλιστικός και εξαιρετικά συνεκτικός. Και, λογικά, συμφωνούμε.

 

[1] σημειώσεις, Ιούνιος 2012, σελ. 3