Ήταν μία Πέμπτη του Μάρτη στη Θεσσαλονίκη. Έκανε πρεμιέρα η πολυαναμενόμενη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, "Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς". Ξαφνικά τα φώτα άναψαν, οι πόρτες έκλεισαν μετά την πρώτη προβολή κι ο Κινηματογράφος μπήκε σε καραντίνα. Ακολούθησαν δύσκολοι μήνες που όλοι μας δοκιμαστήκαμε λιγότερο ή περισσότερο. Το καλοκαίρι ήρθε να δώσει χρώμα στις ζωές μας με τα θερινά σινεμά ωστόσο η επανάκαμψη ήταν μάλλον παροδική.

Το Νοέμβρη του 1997, το περιοδικό Foreign Affairs πρότεινε τον όρο "ανελεύθερες δημοκρατίες" (illiberal democracies), για να περιγράψει καθεστώτα στα οποία, ενώ γίνονται εκλογές, υπάρχει τυπικά αντιπολίτευση και λειτουργεί ο Τύπος, εντούτοις τα συνταγματικά όρια αποδεικνύονται πολύ ελαστικά, και στην ουσία δεν προστατεύουν από τις αυθαιρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας.

Το πόρισμα της επιτροπής Αλιβιζάτου για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία χαιρετίσθηκε ως «κόλαφος» στην ΕΛ.ΑΣ. Επιτέλους, αναφωνεί η κοινή γνώμη, κάποιος τόλμησε να πει την αλήθεια. Ταυτόχρονα, η αξιωματική αντιπολίτευση συγκρούεται με την κυβέρνηση ως προς την επίρριψη των ευθυνών που προκύπτουν από το πόρισμα χωρίς να καταγγέλλει ένα κομβικό πολιτειακό ζήτημα που εγείρεται από αυτή καθαυτή τη σύνταξη του πορίσματος.

«Στο σπίτι που φλέγεται συνεχίζεις να κάνεις ό,τι έκανες πριν, αλλά δεν μπορείς να αποστρέψεις το βλέμμα σου από αυτό που τόσο απροκάλυπτα σου δείχνουν οι φλόγες. Κάτι έχει αλλάξει όχι σε αυτό που κάνεις, αλλά στον τρόπο που το αποδεσμεύεις στον κόσμο. Ένα ποίημα γραμμένο στο σπίτι που καίγεται είναι πιο δίκαιο και αληθινό, επειδή κανείς δεν θα το ακούσει, επειδή τίποτα δεν εγγυάται ότι θα γλιτώσει από τις φλόγες. Όμως, αν, κατά τύχη, βρει έναν αναγνώστη, αυτός δεν θα μπορέσει να ξεφύγει από την ανήμπορη, ανεξήγητη, βαθιά βοή που τον καλεί».

Στις αστικές δημοκρατίες δυτικού τύπου, η καταστολή νομιμοποιείται στο όνομα της συμβολής της στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης. Αποτελεί μέρος ενός μηχανισμού αποτροπής ή αποκατάστασης της διατάραξης της τάξης εκείνης που, με κοινή συναίνεση, έχουν αποδεχθεί ως πλαίσιο διαβίωσης οι πολίτες μιας χώρας. Σε περίπτωση συγκυριακής ή συστηματικής εκτροπής, όταν δηλαδή η καταστολή εργαλειοποιείται πολιτικά με στόχο την αποδυνάμωση των ιδεολογικών αντιπάλων της εκάστοτε κυβέρνησης, η νομιμοποιητική της βάση απομακρύνεται από το συνταγματικό ιδεώδες αλλά η μετατόπιση αυτή είναι άδηλη.

Η εικόνα σοκαριστική.

Από τη μια μεριά έξι – εφτά αμούστακα αγόρια, δεκατριών(;), δεκατεσσάρων(;), δεκαπέντε(;) χρονών, έφηβοι(;), μπα… παιδιά ακόμη, ανυπεράσπιστα, παραδομένα, με τις βερμούδες τους, τα μακό μπλουζάκια τους, τα αθλητικά τους παπούτσια, τα χέρια σταυρωμένα μπροστά ή αμήχανα κρεμασμένα στο πλάι, τα σακίδια ριγμένα μπροστά στα πόδια τους, ανοιχτά.

Τα τελευταία χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση ακολουθεί μια ολοένα πιο περιοριστική πολιτική απέναντι στους μετανάστες και στους πρόσφυγες. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, του 2008 (που έθετε τους πρώτους φραγμούς σε μαζικές νομιμοποιήσεις μεταναστών και άρχισε να «υψώνει τείχη» με την ενίσχυση των επιστροφών, της φύλαξης των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε), η Κοινή Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας (που αποτέλεσε σοβαρή υπαναχώρηση στο θεσμικό οικοδόμημα και στις πολιτικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης), καθώς και το μνημόνιο της Ιταλίας με τη Λιβύη του 2017 (που ανανεώθηκε νωρίτερα φέτος), δείχνουν μία διαδρομή πολιτικών επιλογών όλων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Η καταδίκη της ΧΑ ως εγκληματική οργάνωση συνεπάγεται την άμεση εξάλειψή της από το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Παρά την εμφάνιση πολλών επώνυμων όψιμων αντιφασιστών – φαινόμενο παρόμοιο με την εμφάνιση όψιμων αντιχουντικών μετά την πτώση της δικτατορίας – και την αναμενόμενη αναδίπλωση τόσο ενός μέρους του πολιτικού φάσματος όσο και πολλών ανώνυμων υποστηρικτών της φασιστικής ιδεολογίας που εκπροσωπούσε η ΧΑ, η ανακούφιση για όλους όσοι υπέφεραν κυριολεκτικά ή νοερά από τη μακρόχρονη δράση των φασιστών δεν μπορεί να είναι υπέρμετρη.

Pages