Ζακ Κωστόπουλος: Ο νεκρός που υπονομεύει τα αυτονόητα του δημόσιου βίου

Εάν θελήσει κανείς να μιλήσει για την κοινωνική κατασκευή της είδησης και ειδικότερα της είδησης που αναφέρεται στο έγκλημα, πιστεύω ότι η δημοσιογραφική κάλυψη της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου δεν είναι καλό παράδειγμα γιατί αποκαλύπτει αντί να κρύβει τους μηχανισμούς κατασκευής της πραγματικότητας, αυτούς που καθιστούν αξιόπιστη και, κυρίως, αποτελεσματική την δημοσιογραφική αφήγηση. 

Γράφει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη

Να σημειώσω εισαγωγικά ότι δεν είναι θέμα καλής ή κακής δημοσιογραφίας η απόσταση ανάμεσα στην είδηση και στην πραγματικότητα στην οποία αναφέρεται. Είναι δομικό στοιχείο της δημοσιογραφικής αφήγησης το να αναφέρεται μεν σ’ ένα γεγονός αλλά να μην το καθρεφτίζει, να μην είναι το γεγονός αλλά η αφήγηση μιας ιστορίας γύρω από το γεγονός. Να επιλέγονται τα στοιχεία που θα αναδειχθούν,  η μορφολογία της είδησης, η δημοσιογραφική βαρύτητα, το ιδίωμα, οι εικόνες κ.ο.κ Το τελικό προϊόν, με τις επισημάνσεις ή/και τις εύγλωττες αποσιωπήσεις, κατακερματίζει το γεγονός  και το αναπλάθει σύμφωνα με την πολιτική, την γραμμή κάθε επικοινωνιακού οργανισμού.

Το σημαντικό στοιχείο, ωστόσο, είναι το υπόστρωμα των γεγονότων, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο θα ενταχθούν προκειμένου να παραχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τουτέστιν, να μην απέχουν από την «κοινή λογική», «αυτό που ο καθένας γνωρίζει», τον, κατά τον Stuart Hall, πολιτισμικό χάρτη στον οποίο προϋποτίθεται ότι έχουμε όλοι πρόσβαση και αποδεχόμαστε. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που λέμε κοινωνική συναίνεση γύρω από ορισμούς της πραγματικότητας οι οποίοι έχουν καταστεί κυρίαρχοι διαμέσου της ισχύος των φορέων τους και της επανάληψής τους, έτσι ώστε να  διαβρώνουν την συνείδηση με όρους αυτονόητου. Τα πολιτισμικά δίπολα για παράδειγμα, καλός/κακός, ηθικό/ανήθικο, νόμιμο/παράνομο, εμείς/οι Άλλοι και τα διάφορα στερεότυπα δεν είναι δημιούργημα των ΜΜΕ αλλά τα ΜΜΕ δεν τα υπονομεύουν, αντίθετα τα ενισχύουν και τ’ αναπαράγουν.

Η ισχύς των ΜΜΕ να ορίζουν και να προσδιορίζουν την εικόνα του κόσμου είναι πολύ πιο έντονη σε ζητήματα όπως το έγκλημα, για τα οποία αποτελούν την κύρια εάν όχι και την αποκλειστική πηγή ενημέρωσης του κοινού. Το κοινό δεν έχει άμεση εμπειρία του εγκλήματος όπως έχει, για παράδειγμα, σε ζητήματα της οικονομικής πολιτικής, της εξωτερικής πολιτικής, των κοινωνικών παροχών κλπ. Αυτό που ξέρει το κοινό για κάθε συγκεκριμένο έγκλημα ή για την εγκληματικότητα γενικότερα είναι αυτό που κοινοποιούν τα ΜΜΕ και, κυρίως, το ερμηνευτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσουν τα γεγονότα και το οποίο, συνήθως, με την συνδρομή των «ειδικών» εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητο. 

Εάν, ωστόσο, για ζητήματα όπως οι απεργίες και οι εργατικές κινητοποιήσεις για παράδειγμα, αντιπαρατίθενται ισχυροί εναλλακτικοί λόγοι, τότε και οι κυρίαρχοι θα πρέπει να είναι ευέλικτοι και να συμπεριλαμβάνουν μέρος αυτού που τους αντιτίθεται προκειμένου να αποκτούν και να συντηρούν ευρύτερη νομιμοποίηση, για το έγκλημα και την ποινή οι εναλλακτικοί λόγοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι ή αποσπασματικοί, άρα ανίσχυροι να εμπεδώσουν τη θέση τους στο κοινωνικό πεδίο. (1)

Εάν, λοιπόν, οι παραπάνω διαδικασίες είναι αδιόρατες για το κοινό γιατί, «όπως ο καθένας γνωρίζει», το έγκλημα εκφράζει την αρνητική όψη της κοινωνικής συναίνεσης και η ποινή είναι η προστατευτική δομή που κρατά τους εγκληματίες μακριά από το κοινωνικό σώμα, στην υπόθεση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου τα ΜΜΕ έμειναν «ακυβέρνητα» γιατί έχασε τη συνοχή και την αξιοπιστία της η βασική πηγή τους, δηλαδή οι διωκτικές αρχές που βιάστηκαν να ορίσουν την κατάσταση ως συνήθη υπόθεση ανάμεσα σε πρεζόνι ληστή και ευυπόληπτο επιχειρηματία, με καθαρούς τους ρόλους θύτη/θύματος.   

Έχει ενδιαφέρον δε το γεγονός ότι την επιφανειακή ανατροπή της αφήγησης την πυροδότησε μια εφημερίδα του επιπέδου του Πρώτου Θέματος, με τα βίντεο που κοινοποίησε και όχι μόνο ανακάτεψε τα χαρτιά της τράπουλας αλλά έκρυψε και μερικά για να παρασύρει τους πάντες σ’ ένα γαϊτανάκι εναλλαγής ρόλων θύτη/θύματος –δηλαδή την πεμπτουσία των λόγων περί εγκλήματος- και να προκύψουν αντιφάσεις και βιαστικά «μαζέματα», ακρότητες και αλληλογρονθοκοπούμενες πληροφορίες, ενώ ταυτόχρονα η αποκάλυψη της ταυτότητας του νεκρού οδήγησε στην συγκρότηση ενός αντιθετικού λόγου που εισέβαλε απειλητικά στον δημόσιο χώρο. 

Στο τοπίο που διαμορφώθηκε, κατά την αντίληψή μου, ο από μηχανής Θεός έγινε η προσφυγή στους θεσμούς. Αυτοδικία ή αυτοάμυνα, τί προβλέπει ο νόμος, ποια είναι τα θεσπισμένα δικαιώματα των πολιτών και πώς μπορεί να υπονομευθεί η ισχύς τους για το ένοχο/θύμα χωρίς να διαταραχθεί η κατεστημένη τάξη πραγμάτων, αμήχανες μετατοπίσεις από την αρχική αφήγηση, της οποίας ωστόσο διατηρούσαν τον πυρήνα –νόμος, τάξη, ασφάλεια-, αναφέροντας τη βία που ασκήθηκε στον Ζακ Κωστόπουλο και συνάμα αμφισβητώντας την ως αιτία του θανάτου του, υπονομεύοντας την εικόνα του με συνεχείς, «αθώες» αναφορές στη ζωή του και την συνεχή απεικόνισή του ως drag queen, εάν είναι να γίνει θύμα τουλάχιστον να εξεικονίζεται η ενοχή του που διάλεξε να είναι με τους Άλλους, επίφοβος έτσι κι αλλιώς μες στην διαφορετικότητά του. 

Άτακτα, τσαπατσούλικα, βγάζοντας λαγούς απ’ το καπέλο, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα ανασυνταχθούν «αυτά που ο καθένας γνωρίζει» γιατί, όπως ανέφερα, οι κυρίαρχοι Λόγοι, για να παραμείνουν κυρίαρχοι, θα πρέπει να έχουν την ελαστικότητα για να ενσωματώνουν  μέρος έστω αυτού που τους αντιτίθεται, ως επιπλέον  επιχείρημα της εγκυρότητάς τους. Εξ άλλου, ο επίφοβος νεκρός δεδικαίωται από της αμαρτίας ή, έστω, αργά ή γρήγορα ξεχνιέται 

(1) Ιδιαίτερα ενδιαφέρον για τα θέματα αυτά είναι το έργο του Stuart Hall και ιδιαίτερα το Stuart Hall, Chas Critcher, Tony Jefferson, John Clarke and Brian Roberts (πρώτη έκδοση 1978), Policing the crisis, THE MACMILLAN PRESS LTD

 Η Αφροδίτη Κουκουτσάκη είναι εγκληματολόγος, επίκουρη καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο