Βραχύβια επανάσταση, παντός καιρού σοσιαλδημοκρατία. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Pierre Broué, The German Revolution 1917-1923 (μετάφραση στα αγγλικά: John Archer), Historical Materialism 5, Brill 2005

Είναι η Ελλάδα Βαϊμάρη; Είναι άραγε χωρίς συνέπειες, ή απλά εκτός εποχής (“irrelevant”, στον εικοστό πρώτο αιώνα), οι απαντήσεις στο κλασικό δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση;», του εικοστού;

Ο τρόπος σκέψης του τύπου «όπως τότε, έτσι και τώρα» είναι τυπικός για πολλές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και το πώς αυτές συζητούν την ιστορία. Συμβαίνει, όμως, εδώ και μια δεκαετία, ο τρόπος αυτός να υιοθετείται από χώρους πολύ ευρύτερους. Ιδίως, λοιπόν, μετά το 2008, και με πρωτοβουλία συνήθως «κεντρώων» πολιτευτών και δημοσιογράφων, έχουμε βαλθεί να συζητάμε πόσο μοιάζει, τάχα, η Ελλάδα με τη Γερμανία της περιόδου 1918-1933. Στη συζήτηση αυτή, ωστόσο, μερικές κρίσιμες «λεπτομέρειες» προσπερνιούνται και παραγνωρίζονται.

Η ενασχόληση με τη Βαϊμάρη δίνει έμφαση γενικώς στα «άκρα» της – και στα δικά μας, τα σημερινά. Η μια «λεπτομέρεια» που ξεχνιέται, έτσι, είναι ο ρόλος του Κέντρου στα χρόνια εκείνα: το γεγονός ότι, για να μην αφήσει τη Γερμανία στα χέρια των εξτρεμιστών «μπολσεβίκων» –στον «Σπάρτακο», και σε όσους είχαν αντιταχθεί σθεναρά στη συμμετοχή της Γερμανίας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο–, η γερμανική Σοσιαλδημοκρατία (SPD), με προεξάρχοντες τους Φρίντριχ Έρμπερτ και Γκουσταβ Νόσκε, έφτασε να κινητοποιεί εναντίον τους τα ακροδεξιά στρατιωτικά αποσπάσματα – αυτά που αργότερα θα πρωτοστατούσαν στα ναζιστικά SS και SA.

Σοσιαλδημοκρατία παντός καιρού: Και με τον πόλεμο, το 1914. Και με την επανάσταση κατά της στρατοκρατίας, το 1918. Και, κυρίως, εναντίον της επανάστασης, από το 1917 ως το 1923. Για τους κρίσιμους μήνες λίγο πριν και λίγο μετά την ανατροπή του Κάιζερ, και βεβαίως τον Νοέμβρη του 1918, στο όνομα της αποτροπής του εμφυλίου, οι Σοσιαλδημοκράτες ήταν και με τον αστυφύλαξ (με τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών, όπου συμμετείχαν ενεργά μέλη τους), και με τον χωροφύλαξ (με την κυβέρνηση του πρίγκιπα Μαξ, που βάλθηκε να ξεμπερδέψει, πολιτικά και στρατιωτικά, με την επανάσταση). Αυτός που τους κέρδισε, βεβαίως, ήταν ο χωροφύλακας.

Το σημαντικότερο: κινδυνολογώντας για την πιθανή επανάληψη της Βαϊμάρης στην Ελλάδα, αυτό που ξεχνιέται είναι η ίδια η γερμανική επανάσταση: η Ρόζα, τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών – η επαναστατική ανθοφορία που ταυτίστηκε στη Γερμανία με τους μπολσεβίκους, και γι’ αυτό ακριβώς τρόμαξε τον κόσμο της ιδιοκτησίας στην Ευρώπη.

Ο ενταφιασμός της επαναστατικής προοπτικής, το 1923, άφησε χωρίς αντίπαλο τον ναζισμό το 1933. Πριν συντριβεί, ωστόσο, η γερμανική επανάσταση υπήρξε, κάνοντας εξαιρετικά πιθανή την εξάπλωση της επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα: ξεκίνησε η Ρωσία, συνέχισε η Φινλανδία, μπήκε στο χορό η Γερμανία, ακολούθησαν Αυστρία, Ιταλία και Ουγγαρία. Ό,τι φαινόταν δυνατό μόνο στη θεωρία, έγινε πιθανό και στη ζωή. Παρόμοια δυνατότητα, αν έχουν νόημα οι συγκρίσεις, είδαμε φευγαλέα μόνο το 1968. Ποτέ ξανά – ή, σωστότερα, ποτέ ως τώρα.

                                                                                             ***

Μοιάζει αντιφατικό: Οι ιδέες της πιο σημαντικής ίσως μορφής της γερμανικής επανάστασης, της Ρόζας Λούξεμπουργκ, είναι προσιτές στο ελληνικό κοινό εδώ και δεκαετίες (χάρη κυρίως στις εκδόσεις των «Νέων Στόχων», του Κοροντζή, της Διεθνούς Βιβλιοθήκης και του Ύψιλον). Η ίδια η γερμανική επανάσταση, ωστόσο, ιδίως αν τη συγκρίνεις με τη ρωσική, είναι σε γενικές γραμμές άγνωστη (1) . Προσπαθώντας να μάθουμε, λοιπόν, τι έγινε και γιατί χάθηκε, φτάνουμε σε έναν αμετάφραστο τίτλο – αμετάφραστο για την ώρα: τη μνημειώδη Γερμανική Επανάσταση 1917-1923, του Γάλλου ιστορικού Πιερ Μπρουέ (1926-2005).

Σε μια μελέτη 991 σελίδων, που πρωτοκυκλοφόρησε στα 1971, ο Μπρουέ αξιοποιεί έναν εντυπωσιακό όγκο υλικού: αρχεία, κομματικά (κοινοβουλευτικά και συνεδριακά) ντοκουμέντα, εφημερίδες, περιοδικά, μπροσούρες και βιβλιογραφία της εποχής, βιογραφίες και απομνημονεύματα, συν τη διαθέσιμη στην εποχή του ακαδημαϊκή έρευνα.

Η εξαντλητική τεκμηρίωση, ωστόσο, δεν είναι το μόνο, ούτε καν το βασικό προσόν του. Το έργο του Μπρουέ, πριν από οτιδήποτε, είναι βιβλίο πολιτικής εκπαίδευσης, για μια περίοδο (1917-1923) που θέτει «πρακτικά» όλη τη βασική ύλη της αριστερής πολιτικής: τον διεθνισμό, τη «διαλεκτική σχέση» επαναστατικής στρατηγικής και δημοκρατικής πλειοψηφίας, τις σχέσεις άμεσης-έμμεσης δημοκρατίας, το ζήτημα της ένοπλης βίας. Ο Μπρουέ δεν γράφει με την ψυχρή, αποστασιοποιημένη ματιά του ακαδημαϊκού. Γράφει με το βλέμμα και την ενσυναίσθηση ενός ερευνητή στρατευμένου στην επαναστατική Αριστερά: ο ίδιος είναι (ήταν) διανοούμενος του τροτσκιστικού ρεύματος («λαμπερτιστής»). Πρόκειται, συνεπώς, για κάποιον που ξέρει τη σημασία της ηγεσίας στην πολιτική, ιδίως σε μια επαναστατική διαδικασία. Αλλά, την ίδια στιγμή, και πως η ιστορία δεν γράφεται (μόνο) από ηγέτες: στις εκατοντάδες σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν πολλές δεκάδες ονόματα συμμετεχόντων στα πράγματα, «μεγάλων» και «μικρότερων» ανθρώπων.

Το κυριότερο: ο Μπρουέ είναι κάποιος που συναισθάνεται τη σημασία ενός στοιχείου που έρχεται και ξανάρχεται στο κείμενό του. Το στοιχείο αυτό είναι η απομόνωση:

* Η μοναξιά των Σπαρτακιστών το 1914, όταν το κόμμα τους, το γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ψηφίζει τις πολεμικές πιστώσεις που βάζουν την Γερμανία σε έναν πόλεμο δήθεν αμυντικό: για να έρθει πιο κοντά ο σοσιαλισμός –έλεγε η συμβατική σοφία των πατριωτών της Σοσιαλδημοκρατίας–, θα έπρεπε να ηττηθεί η Τριπλή Συνεννόηση και ο τσαρικός δεσποτισμός (!).

* Η μειοψηφική θέση των Σπαρτακιστών μετά το τέλος της Δεύτερης διεθνούς, στη διεθνή διάσκεψη των υπέρμαχων της ειρήνης στο Τσίμερβαλντ (Σεπτέμβρης 1915, Ελβετία) – όπου οι Σπαρτακιστές δυσκολεύονται να πείσουν τους ειρηνιστές πως η ειρήνη είναι αδύνατη χωρίς επανάσταση – χωρίς ανατροπή της εξουσίας που οδήγησε στον πόλεμο.

* Η αδυναμία των Σπαρτακιστών να συνεννοηθούν με τη μετριοπαθή πτέρυγα του Ανεξάρτητου Σοσιαλιστικού Κόμματος (USPD), που διασπάστηκε απρόθυμα από το SPD, και που ως το 1918 παρέμενε αφομοιωμένη στον Έμπερτ – αφομοιωμένη, ακόμα κι όταν ο υπουργός του SPD στην κυβέρνηση Μαξ, συμμαχούσε απροκάλυπτα με το στρατιωτικό Γενικό Επιτελείο, γιατί «σιχαινόταν την επανάσταση όπως την πανούκλα».

* Η δυσκολία του Σπάρτακου, από θέσεις μειοψηφικές στο γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα (1919), να πείσει πως η θέληση για επανάσταση είναι αναγκαία, όχι όμως ικανή συνθήκη, για να κερδίσει πολιτικά και στρατιωτικά η επαναστατική διαδικασία.

Από την «πρόοδο» στον πόλεμο…

Ας το πούμε εξαρχής: βιβλία σαν του Μπρουέ δεν «μιλούν» το ίδιο σε οποιονδήποτε. Αυτοί που τα εκτιμούν δεν είναι, ωστόσο, εκείνοι που «έχουν διαβάσει πολύ». Είναι κυρίως όσοι συναισθάνονται ότι τα παλιά διλήμματα, προφανώς σε νέα συμφραζόμενα, μας αφορούν ακόμα. Όσοι κατανοούν, ακόμα περισσότερο, τη σημασία που έχει ο χρόνος (το «νωρίς» για κάποια πράγματα, το «αργά» για άλλα) στην πολιτική.

Το λέει ωραία αυτό κάπου η Λούξεμπουργκ, η ιδρυτική μορφή μιας Αριστεράς που συνδυάζει επανάσταση και δημοκρατία, μιας ελευθεριακής Αριστεράς: Μια μέρα πριν ξεκινήσει μια επανάσταση, δεν υπάρχει τίποτα που να φαίνεται πιο αδιανόητο από το ξέσπασμά της – όταν όμως η ίδια ξεκινά, δεν υπάρχει τίποτα πιο φυσικό από το προχώρημά της. Ισχύει για τις κάθε είδους ανατροπές στην πολιτική: ο πολιτικός χρόνος, η ιστορία, έχει στροφές, επιταχύνσεις, ασυνέχειες, κρίσεις: πάνω σε αυτές είναι που γίνεται ή φαίνεται δυνατό εκείνο που νωρίτερα δείχνει για πάντα άπιαστο. Και η στροφή, ας το πούμε προκαταβολικά, είναι ο πόλεμος και η κρίση.

Για να δείξει αυτή τη «λογική» της ιστορίας, ο Μπρουέ πιάνει το νήμα της γερμανικής επανάστασης από το 1913. Μας δείχνει τις συνέπειες που έχει το γεγονός πως, σε αντίθεση με την αγροτική Ρωσία, η Γερμανία είναι μια καπιταλιστικά αναπτυγμένη χώρα 67,8 εκατομμυρίων στην πρώτη θέση της διεθνούς παραγωγής χάλυβα, πρώτη στη χημική βιομηχανία, δεύτερη στην παραγωγή άνθρακα, και με μια αξιοσημείωτη ικανότητα χρήσης νέων τεχνολογιών (σ. 2). Και πάλι σε αντίθεση με τη Ρωσία, η Γερμανία έχει μια αναπτυγμένη δημόσια ζωή (κόμματα, συνδικάτα, Τύπο), και ένα Σοσιαλιστικό Κόμμα, το SPD, που για τα μέλη του αποτελεί τρόπο ζωής: ένα διεθνές πρότυπο σοσιαλιστικής οργάνωσης.

Συνέπειες: Στις ευνοϊκές αυτές συνθήκες, ξεχνιέται εύκολα πως ο καπιταλισμός δεν είναι μόνο κοινοβουλευτική ζωή και κράτος δικαίου – είναι, μπορεί να γίνει, φασιστική δικτατορία και τρομοκρατική αστυνόμευση (2).

Το SPD διαθέτει 90 καθημερινές εφημερίδες, 110 βουλευτές, 267 δημοσιογράφους πλήρους απασχόλησης, 1.085.905 μέλη το 1914 – και στις εκλογές του 1912 φτάνει να παίρνει 4.250.000 ψήφους (σ. 14-5). Παρά τις διαφωνίες, οι τάσεις του θέτουν υπεράνω όλων την ενότητα και την κομματική πειθαρχία. Για λόγους δικής της αυτοσυντήρησης, το ίδιο θέλει και μια κάστα επαγγελματικών στελεχών πλήρους απασχόλησης – η ραχοκοκαλιά της κομματικής γραφειοκρατίας. Στο όνομα της κομματικής πειθαρχίας, μια από τις σπουδαιότερες μορφές του «Σπάρτακου», ο αντιμιλιταριστής Καρλ Λίμπκνεχτ, αναγκάζεται να ψηφίσει υπέρ των πολεμικών πιστώσεων το 1914, μαζί με την πλειοψηφία της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD. Προς τι, αλήθεια, τόση πειθαρχία; Οι επαναστάτες θέλουν κρατήσουν την επαφή με την εργατική τάξη, και την επαφή αυτή την εγγυάται σε μαζική κλίμακα το κόμμα: χωρίς τη σύνδεση αυτή, οι επαναστάτες είναι απλά διανοούμενοι – και τις επαναστάσεις δεν τις κάνουν μόνοι τους οι διανοούμενοι.

                                                                                                ***

Η περίοδος των αντισοσιαλιστικών νόμων του Μπίσμαρκ (1878-1891), που υποχρέωναν τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες στην παρανομία, φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το 1898, ένας φίλος του Ένγκελς, ο Έντουαρντ Μπερνστάιν, οργανωτής του παράνομου κομματικού Τύπου ως τότε, προτείνει τώρα την ιδέα πως ο σοσιαλισμός δεν είναι η στρατηγική της εργατικής τάξης, ούτε αναγκαιότητα που προκύπτει από τις οξείες κοινωνικές αντιθέσεις στον καπιταλισμό: στο εξής ο σοσιαλισμός είναι μια «ηθική επιλογή» των ανθρώπων γενικώς, και μαζί, ένα δημοκρατικό κίνημα που δεν ταυτίζεται με την οικονομική και την κοινωνική θέση των συμμετεχόντων. Αυτά δεν είναι ακριβώς «παλιά» συζήτηση…

Ως τον πόλεμο του 1914 (και μέχρι ο ρωσικός Φλεβάρης του ’17 να βγάλει την Ευρώπη από τον πολιτικό λήθαργο), η οικονομική πρόοδος ευνοεί για το SPD μια πολιτική κυρίως κοινοβουλευτική, προσανατολισμένη στις σταδιακές, ειρηνικές μεταρρυθμίσεις, και στην εξασφάλιση των περισσότερων δυνατών ψήφων στις εκλογές. Στο κλίμα αυτό ανατρέφεται η γραφειοκρατία του κόμματος. Η πίστη της, λοιπόν, στην ανεμπόδιστη πρόοδο είναι τόσο κρίσιμη για τον συντηρητισμό της, όσο και η επαγγελματική σχέση της με την πολιτική (σ. 21-22).

Ο Κάουτσκι, με τον οποίο η Λούξεμπουργκ συγκρούεται από το 1910, επιμένει πως, σε μια σύνθετη κοινωνία όπως η γερμανική, η επαναστατική στρατηγική δεν είναι ρεαλιστική: η Γερμανία δεν είναι Ρωσία. Την ίδια στιγμή, η ριζοσπαστική πτέρυγα του κόμματος υφίσταται διαδοχικές ήττες. Ο πρώτος λόγος: στα κέντρα αποφάσεων του κόμματος, η εκπροσώπηση των βιομηχανικών εργατών είναι δυσανάλογα μικρή σε σχέση με την πραγματική παρουσία τους στο SPD (σ. 24). Ο δεύτερος: η αριστερή πτέρυγα έχει προσωπικότητες: τον Λίμπκνεχτ, την Ρόζα, τον Μέρινγκ, τον Πάνεκοκ. Δεν έχει, όμως, οργάνωση (σ. 28-29).

Τα πράγματα αλλάζουν ριζικά τον Αύγουστο του 1914: Τα συνδικάτα συμφωνούν «ανακωχή» με τους εργοδότες στο όνομα της εθνικής προετοιμασίας για τον πόλεμο: στην ειρήνη ισχύει το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε». Στον πόλεμο οι «προλετάριοι» μπορούν και να αλληλοσφάζονται. Το SPD υπερψηφίζει τις πολεμικές δαπάνες. Μια μέρα νωρίτερα, ο αυτοκράτορας έχει κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας. Η πλειοψηφία του SPD μεταφέρει την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και μέσα στο κόμμα: η έκφραση της αντίθεσης στον πόλεμο καταστέλλεται προληπτικά – οι πρώτες προσπάθειες των αντιφρονούντων θα περιμένουν ως τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς.

Απ’ το Φλεβάρη ως τον Δεκέμβρη του 1916, η Γερμανία φτάνει να μετρά 240.000 απώλειες στρατιωτών. Η τιμή του ψωμιού ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη. Οι πρώτες απεργίες, τον Απρίλη του 1917, ξεκινούν – και παίρνουν όλο και πιο πολιτικό χαρακτήρα (σ. 89-91). Ο Φλεβάρης του ’17, η επαναστατική ανατροπή του τσάρου στη Ρωσία, γίνεται σημείο αναφοράς και έμπνευση για τα πρώτα επαναστατικά σκιρτήματα και στη Γερμανία. Ο στρατός «μολύνεται» από τις κομμουνιστικές ιδέες και στο παιχνίδι μπαίνουν 5.000 ναύτες, που σχηματίζουν παράνομη οργάνωση. Το κίνημα είναι εξωφρενικά απροετοίμαστο και οι πρωταγωνιστές οδηγούνται στο θάνατο. Η αρχή, ωστόσο, έχει γίνει.

Ο απεργιακός Γενάρης του 1918 και τα οδοφράγματα με τους λίγους ένοπλους, τον Σεπτέμβρη του 1918, προλογίζουν τον Νοέμβρη της ανατροπής του αυτοκράτορα. Ο Μπρουέ μας δίνει μια απίστευτα δυνατή εικόνα: από την οροφή ενός μηχανοκίνητου, ο πρώην κρατούμενος Λίμπκνεχτ ανακηρρύσσει τη Γερμανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία. Προτρέπει τους 250.000 συγκεντρωμένους:

"Όσοι από εσάς θέλετε να δείτε την ελεύθερη Γερμανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία, να σηκώσετε το χέρι σας". Σηκώνεται ένα δάσος από όπλα» (σ. 149).

                                                                                                        ***

Ένα χρόνο νωρίτερα, η αριστερή αντιπολίτευση στο SPD έχει αποφασίσει, επιτέλους, να συντονιστεί. Δεν θέλει τη διάσπαση. Όμως, για την ηγεσία του κόμματος, το κοινό συνέδριο των διαφωνούντων είναι αιτία διάσπασης. Κάπως έτσι, τρία χρόνια μετά τον πόλεμο, το Πάσχα του 1917, δημιουργείται το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (USPD), που αριθμεί 100.000 μέλη, έναντι 120.000 των Σοσιαλδημοκρατών της Πλειοψηφίας, του εναπομείνατος SPD. Μέλη των Ανεξάρτητων είναι και οι Σπαρτακιστές της Ρόζας, του Γιόγκισες και του Λίμπκνεχτ. Προς απογοήτευση της υπεραριστερής τάσης του κινήματος, δεν αποφασίζουν να συγκροτήσουν δικό τους κόμμα. Δεν σχηματίζουν, όμως, καν δική τους τάση μέσα στους Ανεξάρτητους. Δεν θέλουν να γίνουν σέκτα. Όμως, αυτό έχει συνέπειες την κρίσιμη στιγμή, όταν οι ώρες και οι αποφάσεις στην επαναστατική διαδικασία κρίνουν την ιστορία: εκείνες τις ώρες, «η μεγάλη μειοψηφία των στελεχών της εργατικής τάξης βρέθηκαν παγιδευμένοι στο κόμμα του Χάσε» (σ. 195), στους διαιρεμένους Ανεξάρτητους.

Η αριστερή πτέρυγα των Ανεξάρτητων, οι «Σπαρτακιστές», θεωρούν πως ο εμφύλιος είναι το άλλο όνομα της ταξικής πάλης: η Ρόζα, με όλη την κριτική στον Λένιν, γράφει πως το δίλημμα για τη Γερμανία δεν είναι δημοκρατία ή δικτατορία, αλλά σοσιαλιστική ή αστική δημοκρατία: δεν είναι η υποταγή στην πλειοψηφία αυτή που οδηγεί στην επανάσταση, αλλά η επαναστατική τακτική που φέρνει την πλειοψηφία, λέει στα κείμενα της για τη ρωσική επανάσταση. Ο εμφύλιος, γράφει η Κόκκινη Σημαία, η εφημερίδα των Σπαρτακιστών, είναι ένα άλλο όνομα για την ταξική πάλη. Η ίδια η Ρόζα, ωστόσο, όπως και οι Σπαρτακιστές, συμμετέχουν μέχρι τέλους σε ένα κόμμα που τον κρίσιμο Νοέμβρη του 1918 έχει συνάψει κεντρική συμφωνία με το SPD για ίση εκπροσώπηση στα 10.000 εργατικά συμβούλια της χώρας: το USPD την τηρεί, το SPD που ευνοείται, όπου μπορεί την ακυρώνει. Ο Σπάρτακος, λόγω και έργω με την επανάσταση, θεωρεί την οργάνωση που ενοποιεί τη θέληση για επανάσταση κυρίως φορέα εκπαίδευσης για την εργατική τάξη: ο εξοπλισμός, η ανάληψη πρωτοβουλιών, η συγκέντρωση δυνάμεων, αφήνονται για αργότερα, για στιγμές που δεν είναι δυνατό να επιτευχθούν. Η τακτική αλλάζει, στο βαθμό που η επανάσταση είναι υπόθεση των πολλών – ή δεν υπάρχει: Κατά της Συντακτικής Συνέλευσης, και με τα συμβούλια, όταν η επαναστατική διαδικασία αναβαθμίζεται. Υπέρ της, υπό όρους, για να μην αποκοπούν οι επαναστάτες από την κίνηση των μαζών, όταν αυτή πισωπατά.

Γιατί έχασε η γερμανική επανάσταση;

Τα βήματα, άλλοτε υπερβολικά μπροστά κι άλλοτε πάρα πολύ πίσω, συνεχίζονται για τους Γερμανούς κομμουνιστές τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ.

Ξέρουμε, εκ των υστέρων, πως η ήττα της γερμανικής επανάστασης έγινε αιτία να θεωρητικοποιηθεί στη Ρωσία του Στάλιν το δόγμα ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να επικρατήσει σε μια χώρα: αιτία να γίνει η ανάγκη, η απομόνωση της σοβιετικής Ρωσίας, αρετή. Ξέρουμε πόσο διευκόλυνε τον Χίτλερ η συντριβή του γερμανικού κομμουνισμού. Το δυσκολότερο, αυτό που φωτίζει ο Μπρουέ, είναι άλλο: μπορούσε να κερδίσει, με τόσα μπρος-πίσω, η γερμανική επανάσταση;

Ανατρέχοντας στην αποτίμηση του Τρότσκι για τον τελευταίο επαναστατικό σπασμό στη Γερμανία, το 1923, ο Μπρουέ δείχνει να συμμερίζεται την οπτική του: οι Γερμανοί επαναστάτες κινήθηκαν μεταξύ φαταλισμού («η επανάσταση θα αναπτυχθεί από μόνη της, ανεξάρτητα από τη θέληση της ηγεσίας») και διστακτικότητας (μιας τέλειας έλλειψης αποφασιστικότητας, μπροστά σε πραγματικούς κινδύνους, που ωστόσο διείδε και εκμεταλλεύτηκε η απέναντι πλευρά) (σ. 902-3).

Είναι θέμα συζήτησης ακόμα αν η ευθύνη της κομμουνιστικής ηγεσίας στη δεδομένη στιγμή ήταν πράγματι κρισιμότερη – σε σχέση, για παράδειγμα, με ολιγωρίες ετών, αλλά και τις διαθέσεις πλειοψηφικών τμημάτων της γερμανικής εργατικής τάξης: το 1914, το 1918-9 (με την αυτοκτονία των συμβουλίων), και βέβαια την περίοδο 1920-1923. Στα κρίσιμα διλήμματα δεν ενδείκνυνται εξηγήσεις της μιας αιτίας. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η πολιτική που δίνει νόημα στην προσπάθεια να επικαιροποιηθούν απαντήσεις: η πολιτική που παίρνει τα «παλιά» διλήμματα ακόμα τοις μετρητοίς. Η πολιτική που, παρά την ήττα –αν αν όχι ακριβώς εξαιτίας της–επιμένει πως η ήττα δεν είχε, δεν έχει, τίποτα το νομοτελειακό.

_____________________

Σημειώσεις

(1) Εξαίρεση αποτελεί το βιβλίο του Κρις Χάρμαν «Η χαμένη επανάσταση. Γερμανία 1918-1923» (μτφρ. Λ. Μπόλαρης, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο)· δευτερευόντως –στο βαθμό που μένουν στη διετία 1918-19–, το «Σπάρτακος. Η Κομμούνα του Βερολίνου», του Γάλλου αναρχικού Αντρέ Προυντομό (μτφρ.: Ελεάνα Β., Βασίλης Σπυρόπουλος, Διεθνής Βιβλιοθήκη) και το «Η επανάσταση του Νοέμβρη 1918 στη Γερμανία», του Βόλφγκανγκ Ρούγκε (μτφρ.: Γεωργία Αλατάκη, Σύγχρονη Εποχή). Εξαιρετικά βοηθητικό, για την περίοδο 1922-1923, είναι το πρόσφατο «Σημειώσεις από τη Γερμανική Επανάσταση», του ελευθεριακού Βικτόρ Σερζ (Red Marks). Για μια εκτεταμένη παρουσίασή του βιβλίου του Πιερ Μπρουέ για τη γερμανική επανάσταση, από τον Τοντ Κρετιέν, μεαφρασμένη στα ελληνικά από το περιοδικό ISR, βλ. τεύχος 11 του περιοδικού "Κόκκινο" [https://rproject.gr/article/i-germaniki-epanastasi-1917-1923]. Αρχείο άρθρων του Μπρουέ μπορεί να βρει κανείς στο Μarxists' Internet Archive [https://www.marxists.org/archive/broue/index.htm]. Για την πολιτική ιστορία της Γερμανίας ολόκληρης της περιόδου 1918-1933, βλ. Χάινριχ Βίνκλερ, Βαϊμάρη. Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933 (μτφρ.: Άντζη Σαλταμπάση, Πόλις).

(2) Βλ. Norman Geras, «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», στο αφιέρωμα του παλιότερου ενθέτου «Εντός Εποχής» (19.4.2009), που επιμελήθηκε ο Χρήστος Λάσκος [https://entosepoxhs.files.wordpress.com/2009/11/entosepohis_44_19-4-09.pdf].