#Το_soundtrack_της_πόλης : Ερωτικό - εορταστικό.

Τέτοια εποχή, όταν ήμουν μικρός, ήταν η καλύτερη μου. Στεκόμουν μπροστά στην τηλεόραση και έβλεπα όλες τις πολεμικές ταινίες. Οι αγαπημένες μου, το Κονσέρτο για Πολυβόλα και η Υπολοχαχός Νατάσα. Ο Καζάκος ή ο Παπαμιχαήλ ήταν ο παππούς μου ο Νίκος και η Καρέζη ή η Βουγιουκλάκη ήταν η γιαγιά μου η Τριανταφυλλιά.

 

Λόγια, επιλογή μουσικής: Μελέτης Κεχαϊδης

Φωτογραφία: Νάσος Αβδαρμάνης

Μου έκανε εντύπωση που οι παππούδες δεν τρελαίνονταν πολύ με αυτές τις ταινίες. Δεν καταλάβαινα τότε, ίσως γιατί η ιστορική αναπαράσταση δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.

Ο παππούς μου ο Νίκος πολέμησε σαν τηλεγραφητής στην Αλβανία. Ένας απλός χωρικός ήταν από ένα χωριό της Χαλκιδικής. Όταν γύρισε , έγιναν "διάφορα" και τελικά τον συνέβαλαν οι Γερμανοί. Φυλακές σε Βάλτα και Πολύγυρο, πήγαινε η γιαγιά μου να παρακαλέσει να μην τον εκτελέσουν. Με ένα γαϊδούρι μέσα στη νύχτα να διασχίζει χιλιόμετρα, για να μην σκοτώσουν τον άντρα της. Φτώχια και σκληρή επιβίωση τότε, αλλά για κάποιο λόγο ο αγώνας για ελευθερία υπερνικούσε κάθε τι. Και όσο αγωνίζονταν για την ελευθερία των πολλών, τόσο οι δύο τους έχαναν τη δικιά τους ελευθερία με φυλακίσεις, στερήσεις δικαιωμάτων και εξορίες.

Ποτέ δεν άκουσα τη γιαγιά μου να παραπονιέται ή να δυσφορεί γι' αυτά, ενώ πέρασε πολλές δυσκολίες μόνη της. Ο παππούς στις φυλακές και οι συγχωριανοί της σπάγαν τις στάμνες με το νερό και σκότωναν την κατσίκα που έδινε το γάλα, το μοναδικό μέσο επιβίωσης τότε. Δεν άντεξε, τους πήρε ένα βράδυ και έφυγε, πάλι με το γαϊδούρι, για τη Θεσσαλονίκη.

Μαλώναν καμιά φορά οι δυο τους, για ασήμαντα πράγματα όμως. Ποτέ δεν μάλωναν γι' αυτά που τους ταλαιπώρησαν πολύ, ακόμα και για το γεγονός ότι μεγάλωναν 2 παιδιά ξεχωριστά, φτωχικά φυσικά, σε μια εποχή που όλα ήταν πολύ δύσκολα, σχεδόν αδύνατα.

Εκτός από την ανάγκη που είχαν και οι δύο για επιβίωση, για το δίκιο, για την ελευθερία είμαι σίγουρος ότι αγαπιόντουσαν. Με ένα βαθύ και ιδιαίτερο τρόπο, που τώρα δύσκολα μπορούμε να κατανοήσουμε.

Έτσι λοιπόν, εγώ ο εγγονός τους σκίζω τώρα το χωροχρόνο με μια κίνηση και πάω εκεί που η γιαγιά, νέα κοπέλα, περιμένει απελπισμένη έξω από τη φυλακή. Να παρακαλέσει να μην εκτελέσουν τον παππού, ο οποίος είναι κλεισμένος σε ένα παγερό μπουντρούμι. Εκεί που όλα δείχνουν ότι τελειώσαν, εκεί που η ελπίδα έχει σβήσει, τους βάζω να ακούσουν αυτό. Η γιαγιά να κοιτάει τον έναστρο ουρανό από έξω και ο παππούς το ίδιο, μέσα από το μικρό παράθυρο με τα χοντρά σίδερα.

Το ακούν και ηρεμούν, γιατί για έναν ανεξήγητο λόγο ξέρουν ότι όλα θα γίνουν καλύτερα. Μπορεί η αγάπη για την ελευθερία να τους έχει χωρίσει, μπορεί ο θάνατος να πλησιάζει όλο και πιο πολύ, αλλά η δικιά τους αγάπη, γι' αυτή που δεν μιλάν ποτέ, θα τους ενώσει κάποτε.

Θα τους ενώσει 75 χρόνια μετά, όταν ο εγγονός τους, παιδί του παιδιού τους, θα τους σκέφτεται ακούγοντας και τραγουδώντας αυτό το τραγούδι:

"Then love, love will tear us apart again

Love, love will tear us apart again"