Στενόχωρη συμφωνία! Του Χρήστου Λάσκου

Κλέβω σήμερα τον εμπνευσμένο (!) κεντρικό τίτλο του αυριανού φύλλου της Εποχής, προκειμένου να διατυπώσω μερικές σκέψεις σχετικά με την … επιτυχή, ως φαίνεται, μετά το χθεσινό γιούρογκρουπ, διεκπεραίωση της 2ης αξιολόγησης.

Οι συντάκτες της Εποχής είναι προφανές πως επέλεξαν τίτλο με αφορμή την σχετική δήλωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου πως η επερχόμενη συμφωνία θα προκαλέσει στενοχώρια στον ελληνικό λαό. Υπό μια έννοια, η δήλωση αυτή, όπως και ο τίτλος της εφημερίδας, θα μπορούσε να εκπορεύεται από μια αυτοκριτική -ή και αυτοσαρκαστική- διάθεση. Δεν είμαι βέβαιος.

Παίρνοντάς την πάντως κατά λέξη, θέλω να πω πως, το λιγότερο, αστοχεί.

Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία δεν «στενοχωριέται» με αυτές τις εξελίξεις. Ξέρει πως πλήττεται δραστικά, με τον πιο υλικό τρόπο, και νιώθει να απειλείται σε μόνιμη βάση. Όχι στενοχώρια, αλλά αίσθηση βαριάς απειλής είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί στον «ελληνικό λαό». Γι’ αυτό και παντού γύρω κυριαρχεί απελπισία.

Η εξόντωση της ελπίδας υπήρξε το κύριο, βαρύτερο και πιο διαρκές αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής. Η στενοχώρια μπορεί να συνδυαστεί με την ελπίδα. Η μόνιμη απειλή, όμως, δεν παράγει παρά απόγνωση. Σε καιρούς κρίσης, η διαμόρφωση αυτού του ψυχισμού στον κόσμο της εργασίας συνιστά το μεγαλύτερο κέρδος για την «ανάπτυξη», στο μέτρο που κάνει τα αφεντικά –τους επενδυτές, ντε- απόλυτα κυρίαρχα, πραγματικά αφεντικά από κάθε άποψη, με τον πιο ολοκληρωτικό τρόπο. Αν, για «ερευνητικούς», έστω, λόγους, οποιοδήποτε κυβερνητικό –η κομματικό (sic)- στέλεχος θέλει να διαπιστώσει τα άλματα, που έχει κάνει ο εργοδοτικός δεσποτισμός και τα τελευταία δύο χρόνια, δεν έχει παρά να μιμηθεί το πείραμα του Γκίντερ Βάλραφ. Να φορέσει, δηλαδή, μουτσούνα και να παραστήσει για ένα χρόνο τον εργάτη σε μια οποιαδήποτε επιχείρηση του καπιταλιστικού τομέα. Θα δει τότε πως οι εργοδότες δεν είναι τόσο στενοχωρημένοι, όσο «απαιτητικοί».

Δεν είμαστε, λοιπόν, στενοχωρημένοι. Απελπισμένοι και, όλο και περισσότερο «αρρωστημένα», οργισμένοι είμαστε. Σε απόγνωση να περάσουμε τον κάβο του κάθε μήνα χωρίς μεγάλες απώλειες και σε απελπισία να καλύψουμε στοιχειώδεις ανάγκες των παιδιών μας πριν καταλήξουν κι αυτά να πιστέψουν πως δεν έχουν κανένα μέλλον και, επομένως, ότι δεν έχει καμιά αξία να προσπαθούν.

Να το ξαναπώ. Δεν πρόκειται για στενοχώρια. Είναι κάτι πολύ βαρύτερο, κάτι σχεδόν υπαρξιακό αυτό που κατατρύχει την κοινωνική πλειοψηφία.

Γι’ αυτό και είναι τόσο εκνευριστικό να ακούμε τον διαρκή κομπασμό του πρωθυπουργού πως, περίπου, θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε άλλη μια επιτυχία! Όπως εκπέμπει από χθες το Μαξίμου, «επετεύχθη ο στόχος για μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο των μέτρων και αντιμέτρων για το 2019 και το 2020»!!!

Μπροστά στην τόση πρόκληση από το πρωθυπουργικό γραφείο, ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι έχουμε.

Αν θέλουμε να το κάνουμε σύντομα αρκεί να σημειώσουμε τις νέες «κόκκινες γραμμές» (έλεος με αυτήν την έκφραση, πια), που παραβιάστηκαν: Επέκταση και διεύρυνση της λιτότητας, εκεί που είχαμε τελειώσει μαζί της οριστικά. Μείωση των κύριων συντάξεων, εκεί που ο γίγας Κατρούγκαλος διαβεβαίωνε πως μόνο αυξήσεις θα είχαμε τα επόμενα χρόνια. Διατήρηση του εξωφρενικού στόχου 3.5% για τα πρωτογενή μετά το 2018, κάνοντας τη λιτότητα αιώνια. Μείωση –δια του αφορολόγητου- του μισθού των 700 ευρώ κατά 8-9%, περίπου αφαίρεση ενός μισθού τον χρόνο. Προνομοθέτηση των μέτρων, η οποία, σύμφωνα με τον Δημήτρη Τζανακόπουλο, μόλις πριν από λίγο καιρό ήταν αντισυνταγματική.

Ένα μόνο από αυτά να συνέβαινε επί σαμαροβενιζέλων, ο Τσίπρας θα μιμούταν στεντορείως τη φωνή του Ανδρέα για μια σαρακοστή.

Να, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα. Τα μνημόνια θα συνεχιστούν για πολύ πολύ καιρό ακόμη και τα πράγματα για τον κόσμο της εργασίας θα γίνονται όλο και χειρότερα. Όπως σωστά επισημαίνει ο Πάνος Κοσμάς στην Εργατική Αριστερά (5 Απριλίου):

«Ο ισχυρισμός ότι από το 2019 η Ελλάδα βγαίνει από το μνημόνιο είναι σε κάθε περίπτωση παραπλανητικός, για δύο επιπλέον λόγους:

Πρώτο, διότι είναι χώρα υπό διεθνή-ιμπεριαλιστικό οικονομικό έλεγχο μιας ντεφάκτο χρεοκοπίας. Αυτός είναι ο δεύτερος μηχανισμός πειθάρχησης στη σκληρή λιτότητα, «κλειδωμένος» μεταξύ άλλων στην πρόβλεψη του ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμφώνου για παραμονή σε καθεστώς επιτήρησης μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του υπερβάλλοντος χρέους σε σχέση με το στόχο του Μάαστριχτ (που είναι 60% του ΑΕΠ!). Και αν όλοι κάνουν ή είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα «στραβά μάτια» ακόμη και για το χρέος της Ιταλίας που είναι 132% του ΑΕΠ, για την Ελλάδα όπου οι εκθέσεις του ΔΝΤ μιλούν για μείωση του χρέους κάτω από 140% το… 2060 υπό ευνοϊκές προϋποθέσεις (!!!) οι περιβόητες «αγορές» δεν πρόκειται να κάνουν τα «στραβά μάτια».

Δεύτερο, η έξοδος στις αγορές σημαίνει απλά ότι το ελληνικό Δημόσιο θα δανείζεται πιο ακριβά, δηλαδή ότι το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους θα αυξηθεί. Το επιτόκιο που θα δώσουν οι αγορές θα είναι στην καλύτερη περίπτωση 5%, όταν τα σημερινά δάνεια από τους δανειστές έχουν μέσο επιτόκιο περί το 2,5%. Για να μην αυξηθούν απαγορευτικά τα επιτόκια με τα οποία οι αγορές θα δανείζουν το ελληνικό Δημόσιο, θα πρέπει να υπάρχει «οικειοθελής» πολιτική σκληρής λιτότητας – αλλιώς, ξανά έξοδος από τις αγορές και επιστροφή στο «κλασικό» μνημόνιο.»

Με δυό λόγια, με το που θα πέσουν οι υπογραφές –μέχρι τις επόμενες και χειρότερες-, η Ελλάδα θα είναι, εκτός των άλλων, και ο απόλυτος μαλάκας σε παγκόσμιο επίπεδο, στο μέτρο που όλοι οι άλλοι που πέρασαν από μνημόνια έχουν την υποχρέωση του ελλείμματος 3%, ενώ εμείς χρωστάμε της ευρωπαϊκής Μιχαλούς να πετυχαίνουμε πλεονάσματα 3.5%.

Αυτό, απλώς, δεν υπάρχει!

Τούτων δοθέντων (sic), κανείς δεν είναι, πλέον, αθώος του αίματος.

Ούτε οι οργανώσεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς απαλλάσσονται.

Είναι καθήκον άμεσο, από τη «βάση», τη «μέση» και την «κορυφή» να ενώσουν τις δυνάμεις τους απέναντι σε μια από τις πιο βάρβαρες ταξικές επιθέσεις, που έχει υποστεί ποτέ ο εργαζόμενος κόσμος. Στη «δράση» και στο «πρόγραμμα». Πρόσφατα, με πρωτοβουλία της «Δικτύωσης για τη Ριζοσπαστική Αριστερά», ένα τέτοιο ενδεχόμενο εμφανίστηκε ως πολύ πιθανό.

Θα είναι ασυγχώρητο να μην βρεθεί κοινός βηματισμός, απέναντι στη νεοφιλελεύθερη παράταξη, «πρόθυμη» ή «εξαναγκασμένη».

Και είναι εύκολο να γίνει. Αρκεί να λειτουργήσει η αίσθηση ταξικού καθήκοντος και η στοιχειώδης ορθολογικότητα.