Ρατσιστική επίθεση σε πρόσφυγες το 2010- Δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη, άφησε σημαντική παρακαταθήκη

Μια είδηση που πέρασε στα ψιλά το προηγούμενο διάστημα και καλύφθηκε μόνο από τοπικά μέσα αφορά στην αθώωση στις 30 Νοεμβρίου ατόμου που συνελήφθη τον Νοέμβρη του 2010 κατηγορούμενος για απόπειρα ανθρωποκτονίας κατά συρροή για πυροβολισμούς εναντίον προσφύγων οι οποίοι περπατούσαν στην εθνική οδό Ηγουμενίτσας -Ιωαννίνων.

Στο  Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κέρκυρας δεν παρέστησαν μάρτυρες κατηγορίας για να αναφέρουν τα όσα διαδραματίστηκαν τότε και η αθώωση του συνοδεύτηκε από τους πανηγυρισμούς του δικηγόρου του Α. Κούγια ότι η αθώωση «αποτελεί άλλη μια επιβεβαίωση για το πώς από προκατειλημμένες ενέργειες αστυνομικών και την παραπλάνηση δικαστικών λειτουργών μπορούν αθώοι άνθρωποι να καταστραφούν μέσα σε λίγες ώρες». 

Ο δικηγόρος μάλιστα στις δηλώσεις του έκανε λόγο για στοχοποίηση του πελάτη του «από μια ομάδα που διοργάνωνε λαθρομεταναστεύσεις  στην Ιταλία από την Ηγουμενίτσα» και επειδή (ο κατηγορούμενος) κατήγγειλε τη δράση τους στην αστυνομία,  «το κύκλωμα σε συνεργασία με δικηγόρους από την Θεσσαλονίκη και δυστυχώς με άστοχες και περίεργες ενέργειες δικαστικού λειτουργού του Πρωτοδικείου Ηγουμενίτσας συνελήφθη και, αφού παρέμεινε περίπου έναν χρόνο προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές Ιωαννίνων, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ψυχολογικά και να καταστραφεί  οικονομικά».

Στις 30 Νοεμβρίου του 2010 κούρδοι πρόσφυγες που κρύβονταν σε νταλίκα επιχείρησαν να περάσουν σε άλλο φορτηγό με προορισμό την Ιταλία σε βενζινάδικο κοντά στην Παραμυθιά περίπου 20χλμ.από την Ηγουμενίτσα. Τότε έγιναν αντιληπτοί από τον ιδιοκτήτη του βενζινάδικου και αθωωθέντος κατηγορούμενου στη δική, ο οποίος, σύμφωνα με τις ομάδες αλληλέγγυων της περιοχής,  αφού έδιωξε τους πρόσφυγες επέστρεψε στο βενζινάδικο πήρε ένα όπλο, μπήκε στο αυτοκίνητό του, τους κυνήγησε και τους πυροβόλησε, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό ενός εξ αυτών στα γεννητιικά όργανα. Ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου συνελήφθη. Από τους τέσσερις πρόσφυγες τελικά κατέθεσαν οι τρεις. Στο στάδιο της προανάκρισης προέκυψαν επιβαρυντικά στοιχεία εις βάρος του και ο ιδιοκτήτης των βενζινάδικων προφυλακίστηκε. Λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και της αδυναμίας των προσφύγων να βρουν ασφάλεια δεδομένης της δράσης της ακροδεξιάς που ήταν έντονη και στην περιοχή, άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα και στο μεταξύ ο ιδιοκτήτης του βενζινάδικου αποφυλακίστηκε.  

Το ζήτημα που προκύπτει από την υπόθεση αυτή, ο δικαστικός κύκλος της οποίας έκλεισε, είναι η προστασία των μαρτύρων σε υποθέσεις ρατσιστικών εγκλημάτων και θυμάτων εγκληματικών πράξεων, προστασία που εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε. Όπως εξηγεί μιλώντας στο alterthess.gr  ο Αντώνης Σπάθης, μέλος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που τότε- σε συνεργασία με συλλογικότητες και ομάδες αλληλέγγυων της περιοχής – είχε αναλάβει  τη νομική υποστήριξη των θυμάτων, «η παρουσία των ίδιων των θυμάτων και αυτοπτών μαρτύρων της επίθεσης στο ακροατήριο και η ένορκη κατάθεσή τους ήταν αυτή που θα μπορούσε να κρίνει το αποτέλεσμα της επερχόμενης δίκης».

«Οι μάρτυρες όμως δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Στην πραγματικότητα εδώ και τουλάχιστον τέσσερα χρόνια είχαν εξαφανιστεί τα ίχνη τους έχοντας προφανώς εγκαταλείψει τη χώρα. Απουσία μαρτύρων κατηγορίας δεν ήταν δυνατό με βάση τη νομοθεσία (άρθρο 6 παρ.3 εδ.δ’ Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου) να αναγνωστούν οι προανακριτικές τους καταθέσεις και να αχθεί το δικαστήριο σε καταδικαστική κρίση μόνο με βάση αυτές. Άρα το δικαστήριο που δίκασε δεν είχε δυστυχώς καμία μαρτυρία εις βάρος του κατηγορουμένου ώστε να μπορεί να αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας η πράξη και να τον καταδικάσει και συνεπώς ορθώς τον απάλλαξε. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο παρελθόν η υπόθεση είχε αναβληθεί αρκετές φορές προκειμένου να αναζητηθούν οι εν λόγω μάρτυρες, γι’ αυτό έκανε και 8 χρόνια να δικαστεί» αναφέρει ακόμη.

Και εδώ εγείρεται, σύμφωνα με τον ίδιο, το κρίσιμο ερώτημα: «γιατί δεν προσήλθαν οι μάρτυρες και ποιος ευθύνεται για αυτό. Μπορούμε πραγματικά να καταλογίσουμε στους ίδιους ευθύνες που δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωσή τους να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστηρίου και να υποστηρίξουν την υπόθεση;» 

Ο Αντώνης Σπάθης υπενθυμίζει ότι το 2010 που έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν δεν προβλεπόταν από το νόμο καμία δυνατότητα παροχής καθεστώτος νόμιμης διαμονής σε θύματα ή ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, όπως εν προκειμένω. 

«Ως ΕΕΔΑ προσπαθήσαμε να πετύχουμε βάσει του άρθρου 45 ν.3386/2005 που ίσχυε τότε την έκδοση άδειας διαμονής για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπου ως δημόσιο συμφέρον μεταφράζεται η υποχρέωση μιας ευνομούμενης πολιτείας να διώκει και να φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης δράστες εγκλημάτων. Μάλιστα τις προσπάθειες αυτές συνεπικουρούσε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσπρωτίας, η οποία μας χορήγησε γνωμοδότηση βάσει της οποίας «η παρουσία των μαρτύρων κατηγορίας κρίνεται απαραίτητη ενόψει το ότι είναι οι μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες, ώστε να είναι ευχερής η παρουσία τους σε τυχόν διεξαχθησόμενη δίκη».

Παρόλα αυτά όμως το κράτος δεν εξέδωσε ποτέ άδεια διαμονής στους ανθρώπους αυτούς. Επί δύο τουλάχιστον χρόνια εγείρονταν από τη δημόσια διοίκηση ανυπέρβλητα γραφειοκρατικά προσκόμματα για πάσης φύσεως αφορμές. Για κάθε συναίνεση πολιτικού προϊστάμενου που αποσπούσαμε και για κάθε βήμα που (φαινόταν ότι) κάναμε μπροστά, υπήρχε πάντοτε ένας υπάλληλος – συνήθως μη νομικός – που αρνείτο να την εφαρμόσει, επικαλούμενος δήθεν πληθώρα εγκυκλίων και λοιπών νομοθετημάτων άσχετων με την υπόθεση και στον οποίον εν τέλει παραδιδόταν αμαχητί ολόκληρη η δημόσια διοίκηση. Εξαιτίας των παραπάνω περνούσαν τα χρόνια και οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούσαν να μην έχουν άδεια διαμονής, να μην δύνανται να εργαστούν, να μισθώσουν ένα σπίτι, να έχουν πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, να μην έχουν με λίγα λόγια έστω και τις ελάχιστες εγγυήσεις για μία αξιοπρεπή διαβίωση – έστω και προσωρινή. Και έπραξαν εν τέλει το απολύτως λογικό: έφυγαν, αφού εξαναγκάστηκαν να φύγουν. Άδικα; Και κάπου εκεί κρίθηκε η δίκη» προσθέτει. 

Η υπόθεση αυτή, άφησε όμως μια παρακαταθήκη, επισημαίνει ο κ. Σπάθης καταλήγοντας ότι εξαιτίας της «αναδείχθηκε η προβληματική του νόμου, το ατελές της προστασίας των θυμάτων, όρος sine qua non για ορθή και δίκαιη απονομή δικαιοσύνη εν προκειμένω, κι έτσι η υπόθεση αυτή οδήγησε στη μετέπειτα νομοθετική επίλυση του ζητήματος με την τροποποίηση από τον ν. 4332/2015 του 4251/14, όπου προβλέφθηκε πλέον ρητά άδεια διαμονής για θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων. Αναμφίβολα στην υπόθεση που προπεριγράφηκε δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη. Πράγματι χάθηκε μια ευκαιρία. Όμως στις επόμενες αντίστοιχες υποθέσεις οι μάρτυρες θα είναι παρόντες».

Σταυρούλα Πουλημένη