Προβολή του νενουάρ του Ζαν Πιέρ Μελβίλ, «Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο»

Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕMΕΣ προβάλλουν ως άνοιγμα του μικρού αφιερώματός τους 100 χρόνια από τη γέννηση του Ζαν Πιέρ Μελβίλ τη Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου στις 21:30 στο θερινό σινεμά ΑΠΟΛΛΩΝ (Σαρανταπόρου 4 - Βασ. Γεωργίου, τηλ. 2310828642) το νεονουάρ του Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο (Γαλλία, 1967, έγχρωμη, 105’). Παίζουν: Αλέν Ντελόν, Ναταλί Ντελόν, Φρανσουά Περιέ.

Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, ενώ στους θεατές θα διανεμηθεί έντυπη ανάλυση του Γιάννη Δεληολάνη. Στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο σεμινάριο για τον κινηματογράφο θα είναι: Η ηθική στάση των ηρώων στις ταινίες του Μελβίλ: Μια σύγκριση με τους Γάλλους Μπρεσόν, Ρομέρ, και τους Αμερικάνους Σκορσέζε και Σρέιντερ.

Ένας επαγγελματίας δολοφόνος, ο οποίος σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια τους φόνους του, κάνει το μοιραίο λάθος και βρίσκεται σε ολοένα πιο δεινή θέση.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Ένας επαγγελματίας δολοφόνος, ο οποίος σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια τους φόνους του, κάνει το μοιραίο λάθος και βρίσκεται σε ολοένα πιο δεινή θέση.

«Δεν θα υπήρχε μεγαλύτερη μοναξιά από του τίγρη στην ζούγκλα, εάν δεν υπήρχε εκείνη του σαμουράι» μας πληροφορεί ο μέγας Μελβίλ στην πιο ελεγειακή -και πιθανότατα καλύτερη (θέμα γούστου, για μένα σίγουρα)- δουλειά του. Πράγματι. Πιο πολύ από κάθε τι άλλο, ο δολοφόνος αυτός είναι μόνος. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τον κανόνα μπορεί να φέρει την καταστροφή του. Και το ξέρει. Το πιο πικρό ερώτημα της ταινίας, κρυμμένο πίσω από το ανέκφραστο πρόσωπο του Ντελόν, είναι αν κρυφά το θέλει – αυτό το ένα λάθος. Δεν υπάρχει απάντηση.

Χρονολογικά ισορροπημένος ανάμεσα στο νουάρ και στο νεονουάρ (αν και γυρίστηκαν πιο ορθόδοξα νουάρ κι αργότερα, με υπόδειγμα το αριστούργημα ονόματι Τσάιναταουν το 1974), ο Σαμουράι – μη μου μιλάτε καν για τον ελληνικό τίτλο, παρατίθεται μόνο για ιστορικούς λόγους – φαντάζει σαν αντίλαλος του πρώτου και πρωτότυπο του δεύτερου ταυτόχρονα.

Από μια άποψη εφαρμογή του νόμου του Μέρφι «ό,τι είναι να πάει στραβά θα πάει» (το χαρακτηριστικό στίγμα των καλύτερων – δηλαδή μαύρων – νουάρ), από μια άλλη ένα σε αργή κίνηση τελετουργικό των σαμουράι, του σεπούκου (γνωστότερου στην χώρα μας ως χαρακίρι), η ταινία του Μελβίλ είναι πάνω από όλα μια εμπειρία. Κι έχω ήδη πει πολλά. Γιατί αυτό είναι ένα έργο που αξίζει να αναζητήσεις με λυσσαλέο πείσμα και να το δεις γνωρίζοντας όσο το δυνατό λιγότερα. Δεν θεωρώ αυτονόητο ότι όλοι οι αναγνώστες τούτου του μικρού κειμένου θα το έχουν δει. Κάθε άλλο. Αποτελεί όμως αναπόσπαστο μέρος αυτού που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «απαραίτητη θέαση» στη ζωή ενός σινεφίλ.

Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο γράφεται αυτό το σημείωμα. Σα μια υπενθύμιση. Ο καλύτερος τρόπος να συναντήσει κανείς το Σαμουράι βρίσκεται στην κατάνυξη της αίθουσας, όπως είχα προσωπικά την τύχη, αλλά για τους νεώτερους… τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.

Λυπάμαι, αλλά αρνούμαι να προσβάλω την τόσο τέλεια ταινία με οποιοδήποτε είδος ιστορικο-κριτικής ανάλυσης. Εξάλλου, ξεφεύγει από τον χρόνο, κι όντας τόσο απόλυτη, ξεπερνά οποιαδήποτε αναγκαιότητα κριτικής. Αυτό ίσως αφήνει εσάς με μια αίσθηση του ανολοκλήρωτου, μα εμένα με αυτό ακριβώς που επιθυμούσα - ένα κρίσιμο κίνητρο, μια σπίθα

για την ποθητή φλόγα της αναζήτησής του. Το νουάρ φτιάχνει μια μεγάλη αλυσίδα, οδηγώντας ως τις μέρες μας, αλλά χωρίς το Σαμουράι είναι αναπόφευκτα σπασμένη. Οι λίγοι όμως, οι οποίοι τυχόν ξέρουν πόσο σπάνια δίνω το απόλυτο της βαθμολόγησης σε ένα φιλμ, ίσως έχουν ένα έρεισμα παραπάνω για να πράξουν το επείγον πρέπον – να βρουν τούτη την ταινία–τίγρη ενός απειλούμενου με εξαφάνιση είδους, εάν όχι ήδη μοναδική. Κι ίσως μετά να δουν και το Ghost Dog του Τζιμ Τζάρμους – που δεν χρειάζεται καν να δηλώσει την επιρροή του Μελβίλ – ένα δίπτυχο βγαλμένο από τον νουάρ παράδεισο. Αν το καταφέρετε, θα καταλάβετε.

Επιλογικά, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ πόσοι, διόλου απαραίτητα επαγγελματίες εκτελεστές, δεν ζουν οι ίδιοι σαν σαμουράι – σε μια αργή τελετουργία απλής (τόσο που να γίνεται άψογη) επανάληψης, περιμένοντας ή επιθυμώντας σιωπηλά το μοιραίο, σωτήριο λάθος. Λίγοι; Πολλοί; Δεν θα το μάθουμε και δεν θα το μάθουν ποτέ, ακριβώς επειδή είναι όλοι το ίδιο – απολύτως μόνοι.»

ΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟΝ «ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΜΕ ΤΟ ΑΓΓΕΛΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ»

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μη χάσετε τον Δολοφόνο με το αγγελικό πρόσωπο είναι:

  1. Για το τσιτάτο εξωτικής μεταφυσικής που χρησιμοποιεί πάντα ο Μελβίλ.
  2. Γιατί μαζί με τον Κύριο Κλάιν είναι ο καλύτερος ρόλος του Αλέν Ντελόν.
  3. Για την εκπληκτική, σημειολογικού τύπου φωτογραφία του Ανρί Ντεκέ, τέλεια υποφωτισμένη, και με τονισμένο το πράσινο για να σημειώνει τη σήψη.
  4. Για την αριστοτεχνική αξιοποίηση των μινιμαλιστικών ντεκόρ, όπως πχ το δωμάτιο του δολοφόνου με το κλουβί του σπουργιτιού.
  5. Για το εξαιρετικό τέλος που παραπέμπει και πάλι στην εξωτική μεταφυσική και ολοκληρώνει τη λογική του πραγματικού τίτλου της ταινίας Ο σαμουράι.
  6. Για την παρατήρηση και αντιπαράθεση δυο διαφορετικών κινηματογραφικών σχολών αισθητική: Ένας Αμερικάνος σκηνοθέτης θα έδινε περισσότερο ρυθμό και δράση ενώ ο Μελβίλ αραιώνει τη δρματουργική ίντριγκα.
  7. Γιατί με αυτή την ταινία θα ανακαλύψουμε τις πραγματικές συγγένειες του Μελβίλ, που δεν είναι τόσο ο Χιούστον και οι Αμερικάνοι κλασικοί του νουάρ όσο ο κορυφαίος Γάλλος δημιουργός Μπρεσόν.
  8. Για να νιώσουμε καλύτερα το νόημα της ταινίας, πρέπει να δούμε και τις δύσκολες ασπρόμαυρες ταινίες Ο εφημέριος και Η σιωπή της θάλασσας, αλλά και τη Μεγάλη στρατιά των αφανών ηρώων.
  9. Τελικά, με αυτή τη σύγκριση θα νιώσουμε πως η ταινία είναι ένας μύθος για την ηθική στάση, τις επιλογές μας και τα διλήμματα από αυτές.
  10. Γιατί η ταινία είτε ενθουσιάζει είτε όχι, τρομάζει με τη λειτουργική καταγραφή της απόλυτης μοναξιάς, που θυμίζει το πένθιμο εμβατήριο.

Υ.Γ. Τη Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου στις 21.30 η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕΜΕΣ προβάλλουν ως κλείσιμο του αφιερώματός τους 100 χρόνια από τη γέννηση του Ζαν Πιέρ Μελβίλ το νεονουάρ του Ο μεγάλος τυχοδιώκτης (1963).