Πάλι ’92; Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

«Οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν πατριωτισμό».

Η δήλωση που έγινε το πρωτοσέλιδο του χτεσινού Φιλελεύθερου, της εφημερίδας που αυτοαποκαλείται «της μεσαίας τάξης», είναι του γραμματέα στρατηγικού σχεδιασμού της ΝΔ, του Τάκη Θεοδωρικάκου. Μπορεί να τη δει κανείς ως παραδοχή, ωμή και ξεκάθαρη, ότι η ΝΔ θα παίξει το «πατριωτικό» χαρτί: ότι θα επιχειρήσει να φτιάξει «λαό» και να εκφράσει αυτόν που κινητοποιείται ήδη για το Μακεδονικό, γιατί αυτό απαιτεί η ατζέντα του Μητσοτάκη.

Όμως οι μεταρρυθμίσεις που εννοεί ο Θεοδωρικάκος δεν είναι μονοπώλιο της ΝΔ: είναι υπόθεση ολόκληρου του πολιτικού-κομματικού συστήματος που, μετά τις αναταραχές της περιόδου 2011-2015, την τελευταία διετία προσπαθεί να ξαναγίνει «κανονικό», να ξανασυνδεθεί με κομμάτια της κοινωνίας που δεν ενδιαφέρονται. Μέχρι και πριν από δυο εβδομάδες, λοιπόν, φαινόταν πως, έστω λόγω ευρωαμερικανισμού, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ θα δέχονταν μια από τις προτάσεις Νίμιτς για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, έχοντας την ανοχή ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού και τη συγκατάθεση των φιλελεύθερων της ΝΔ: αυτή ακριβώς η λογική, της ευθυγράμμισης όλων των δυνάμεων στα βασικά της εξωτερικής πολιτικής, είναι και η λογική του Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Το ότι η εικόνα άλλαξε τόσο μέσα σε δύο εβδομάδες, εξηγεί ο Θεοδωρικάκος, είναι σε μεγάλο βαθμό επιλογή της ΝΔ. Αλλά δεν είναι μόνο δική της.

Ο εθνικισμός είναι (και στο Μακεδονικό) μια συστημική ιδεολογία

Φροντίζοντας κάθε πολιτευτής και κάθε κόμμα για τον εαυτό του, είναι τελικά ένα πολιτικό σύστημα (ευτυχώς, με εξαιρέσεις και αποχρώσεις) που ξαναζωντανεύει το ’92. Αυτό είναι που ξαναβρίσκει στον εθνικισμό αποθέματα συγκίνησης και διαθέσεις κινητοποίησης, σαν αυτές που κανένα κόμμα μόνο του δεν μπορεί σήμερα να δημιουργήσει: ο εθνικισμός είναι ο τρόπος να ξαναγίνει, έστω μια πτυχή της πολιτικής, η εξωτερική πολιτική, «όλων των Ελλήνων». Γι’ αυτό και οι γενικά πειθήνιοι ΑΝΕΛ είδαν στο Μακεδονικό μια σανίδα σωτηρίας: εντάξει μνημονιακοί – αλλά αν γίνουν και «ενδοτικοί», τότε γιατί να υπάρχουν; Γι’ αυτό ο Μητσοτάκης αναβιώνει εποχές Σαμαρά, κάνοντας ένα απόλυτα συνεκτικό υπολογισμό – να ροκανίσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να προλάβει (ή να «κοντύνει» εκ των προτέρων) ένα νέο κόμμα στα δεξιά της ΝΔ· μια «σοβαρή Χρυσή Αυγή» με πιθανό επικεφαλής τον Φράγκο. Γι’ αυτό και ο «φυγόκεντρος» Καραμανλής είχε προϊδεάσει πως θα απέφευγε να δώσει λαβές στην ηγεσία της ΝΔ, να του καταλογίζει φιλοσυριζισμό –εξού και οι διαρροές «κύκλων» του πρώην πρωθυπουργού στη Real News περί «ανύπαρκτου μακεδονικού έθνους». Γι’ αυτό οι βορειοελλαδίτες βουλευτές όλων των κομμάτων, απολύτως αναμενόμενα, βρήκαν την ευκαιρία για λίγο ακόμα πατριδεμπόριο: συνταγή που κερδίζει είκοσι πέντε χρόνια, δεν την αλλάζεις σε έναν μήνα. Χρειάζεται να το πούμε: γι’ αυτό ακριβώς και ο ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε ότι «καταλαβαίνει» τα συλλαλητήρια, όπως ο Αλέξης Τσίπρας «καταλάβαινε» (και στήριζε) το καραμανλικό βέτο του 2008.

Ακόμα και αν εκσυγχρονιστές, κυβερνητικοί ή εξωκοινοβουλευτικοί αριστεροί δείχνουν στα συλλαλητήρια το Λαό, είναι ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» που μιμείται ξανά την παράδοση της γειτονικής Τουρκίας: που ανεβάζει τους τόνους στην εξωτερική πολιτική μόνο για να φτιάξει συσχετισμό στο εσωτερικό τοπίο. Αλλά αυτή η στρατηγική, ακριβώς γιατί βλέπει κυρίως προς τα μέσα, δεν απειλεί άλλο παρά τον «εσωτερικό εχθρό»: την Αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο.

Θέλει, λοιπόν, προσπάθεια, στα όρια της νοσηρής φαντασίας, να ψάχνεις αριστερά επιχειρήματα για ένα ακροδεξιό συλλαλητήριο που «κοινωνικοποιεί» τον εθνικισμό. Γιατί, προφανώς, όσοι κατέβηκαν την περασμένη εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη δεν είναι φασίστες – όπως κάποιος που παρενοχλεί σεξουαλικά δεν θα γίνει νομοτελειακά βιαστής. Όπως όμως ο κόσμος που θεωρεί κανονική τη σεξουαλική παρενόχληση, εκκολάπτει βιαστές, έτσι ακριβώς, το να κατεβαίνεις σε μια διαδήλωση με ναζιστική γραμμή στην εξωτερική πολιτική, δίπλα στους ναζί που δέρνουν και καίνε, σημαίνει να φτιάχνεις πολιτικό κλίμα που εκκολάπτει ναζισμό. Τα άλλα, ότι δήθεν το συλλαλητήριο για το σκοπιανό (sic) είναι κάτι σαν τις πλατείες του 2011 (ενώ τις πλατείες τις κατήγγειλε και δεν τις καταδέχτηκε ποτέ η Χρυσή Αυγή), είναι μια άθλια ψηφοθηρία και μια τεμπέλικη πολιτική: «Oι τάξεις», λέει ο Aμερικανός μαρξιστής Φρίντρικ Τζέιμσον, είναι λίγες [και] ακόμα και μετά την εμφάνισή τους φαίνεται να κρατούν διαρκώς τις αποστάσεις τους από τον ίδιο τους τον εαυτό. Χρειάζεται, λοιπόν, πολλή δουλειά για να επιβεβαιωθεί το γεγονός της ύπαρξής τους». Δουλειά, αντί να επινοούμε τάξεις εκεί που απλώς πραγματοποιείται η φαντασίωση του εθνικισμού να τελειώνει με ό,τι διαιρεί το έθνος – άρα πρώτα τις τάξεις.

Όχι, δεν ήταν όλοι φασίστες στο συλλαλητήριο: αλλά το να κατεβαίνουν ενάντια στην κυβέρνηση «όλοι μαζί οι έλληνες πολίτες», όπως θέλει ο εθνικισμός, σημαίνει όλοι, μα όλοι μαζί, χωρίς αποκλεισμούς: οι ναζί, οι φασίστες μητροπολίτες, οι δημοκράτες πατριώτες της Πλεύσης, ο Ιβάν με την κουστωδία των χουλιγκάνων του, η ΝΔ και οι ΑΝΕΛ, μνημονιακοί και αντιμνημονιακοί, η παρθένα και ο Σατανάς. Αυτό είναι το πρόβλημά μας με τον εθνικισμό: ότι εξαφανίζει τις πολιτικές διαφορές και το κοινωνικό ζήτημα, ότι πάει την κυβέρνηση δεξιά μετά το μνημόνιο και στα εθνικά – ότι, όπως το σκιτσάρισε ο Τάσος Αναστασίου, ο γραφικός Μακεδονομάχος μπροστά απ’ το Διογένη τού κρύβει το μνημόνιο.

Γι’ αυτό και δεν είναι καλή ιδέα να βάψουμε τον εθνικισμό κόκκινο – αλλά και για έναν ακόμα λόγο: στις καλύτερες στιγμές της, και στα ζητήματα που χώριζαν δύο γειτονικές χώρες, η Αριστερά της μιας φρόντιζε να συνεννοείται με την Αριστερά της άλλης πλευράς – γιατί και οι δύο θέλαν να φτιάξουν τον κόσμο μαζί. Αναρωτιέμαι: οι εκδοχές της ελληνικής Αριστεράς που μιλούν ακόμα για «τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων», που δεν λένε κουβέντα για το όνομα, το έθνος, τη μειονότητα, τους πρόσφυγες, που νιώθουν πολύ αυτάρκεις για να καταδεχτούν να διαβάσουν τι γράφουν 25 χρόνια τώρα για τη Μακεδονία ο Τάσος Κωστόπουλος, ο Σπύρος Καράβας, ο Λάμπρος Μπαλτσιώτης, η Αθηνά Σκουλαρίκη, και που ψάχνουν εμβριθώς να βρουν καταπιεσμένους δίπλα στους Μεγαλέξανδρους, για να τους εκπροσωπήσουν (sic): ενδιαφέρονται ακόμα να ξαναφτιάξουν τον κόσμο; Κι αν ναι, νομίζουν ότι μπορούν να τον φτιάξουν από μόνες τους;