Όλα όσα δεν συνέβησαν, χάθηκαν; Του Χρήστου Λάσκου

Ροσάνα Ροσάντα, Το κορίτσι του περασμένου αιώνα (μετάφραση Τόνια Τσίτσοβιτς), Θεμέλιο, σελ. 444

Το ερώτημα του σημερινού τίτλου –όλα όσα δεν συνέβησαν, χάθηκαν;- για τη Ροσάνα Ροσάντα δεν αποτελεί ερώτημα. Να τι λέει η ίδια: «Όλα όσα δεν συνέβησαν, χάθηκαν –μα όλα αυτά που συνέβησαν μπορούν να ξανασυμβούν» (σελ. 97).

Διαφωνώ. Και με την πρώτη και με τη δεύτερη περίοδο του παραθέματος. Κυρίως, όμως, για την πρώτη με ενδιαφέρει να πω δυο λόγια.

Αν και ξέρω τι εννοεί η Ροσάντα και σε ποια συμφραζόμενα –αρκετά ιδιωτικά- το κάνει, η πρόταση έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Τοποθετείται πάνω στο κρίσιμο ζήτημα, που αφορά το «τι θα γινόταν, αν». Αφορά, δηλαδή, τις δυνατότητες που περιείχε το παρελθόν και δεν υποστασιοποιήθηκαν. Στην πράξη μας λέει πως ό,τι δεν συνέβη χάθηκε, που σημαίνει πως είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά της στη μεταπολεμική δυνατότητα επανάστασης στην Ιταλία. Δεν έγινε, δεν υπήρξε.

Είναι παράδοξη αυτή η τοποθέτηση για όποιον έχει διαβάσει τα δοκίμιά της από τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Τότε που στο κέντρο της κριτικής της βρίσκονταν κατεξοχήν ο νομοτελειακός τρόπος ανάγνωσης της ιστορίας –και της συγκυρίας- από το παραδοσιακό κομμουνιστικό ρεύμα –και, ιδίως, από το χιλιοτραγουδισμένο, έκτοτε, Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Στο οποίο, όπως πολλές φορές γίνεται και στο βιβλίο, καταμαρτυρά ένα «ρεαλισμό», που πάντοτε, κατά σατανική σύμπτωση, την κρίσιμη στιγμή σήμαινε «συντεταγμένη υποχώρηση» -«προωθητικό συμβιβασμό» το λέει η εδώ παράδοση του υπερδεξιού ευρωκομμουνισμού, που της έλαχε η τύχη να γίνει και κυβέρνηση. Πράγμα που, από μόνο του, για κάποιους πολιτικούς επιστήμονες, που απασχολούνται «αποστασιοποιημένα» με το «φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ», αποτελεί κάποιο είδος δικαίωσης επιλογών, στροφών, κολοτουμπών και «πραξικοπημάτων». Για τη Ροσάντα δεν θα ήταν έτσι τότε –τώρα δεν ξέρω. Τότε, πάντως, σίγουρα δεν θα την «κάλυπτε» η «κυβερνητική επιτυχία».

Το γράφει πολύ χαρακτηριστικά, στην ενότητα του βιβλίου που αφορά τη στάση του ΙΚΚ μπροστά στο τρομερό εξεγερσιακό κύμα του 1968: «Δεν ξέρω τι ήθελε να μου πει ο Ράιχλιν όταν μου ψιθύριζε: δεν είμαστε μόνο ένα κόμμα αγώνα, μα και διακυβέρνησης» (σελ. 362). Η Ροσάντα ήξερε τι ήθελε να πει ο Ράιχλιν –και βάσιμα υποψιάζονταν πως επρόκειτο για «τρίχες». Υποψιάζονταν, δηλαδή, πως όλα τα πολύ «στρατηγικά και βαθυστόχαστα» δεν ήταν, τελικά, παρά τακτικίστικες φιοριτούρες μιας ηγεσίας, που αποδείχτηκε όχι μόνο κατώτερη των περιστάσεων, αλλά σχεδόν καρικατούρα του ίδιου της του εαυτού. Με τραγικά, βεβαίως, αποτελέσματα. Να πώς σχολιάζει την στάση του κόμματος μπροστά στο 1968: «Αυτό δεν μας ένοιαζε; Δεν είχαμε περάσει χρόνια δουλεύοντας για να κινηθούν οι νέοι; Τώρα κινούνταν, κι εμείς τους εξετάζαμε εξονυχιστικά όλο καχυποψία για να βρούμε το πιθανό τους λάθος; Ποτέ, ποτέ δεν είχε συμβεί αυτό στη μεταπολεμική Ιταλία –ούτε με την κόκκινη Αντίσταση, με κάποια ακραία παρακλάδια του Βορρά, που ήταν μοιραία μειοψηφικά. Αυτό ήταν κάθε άλλο παρά μειοψηφικό» (σελ. 402).

Κι εκεί το κόμμα συνειδητοποίησε πως δεν ήταν «μόνο κόμμα αγώνα, αλλά και διακυβέρνησης», δηλαδή κόμμα σοβαρό. Και εγκατέλειψε το Μάη και πήγε για πουρνάρια. Συνεχίζοντας, εμπράκτως, τη «λαμπρή» του μεταπολεμική παράδοση. «Στα 1977 ο Εουτζένιο Σκάλφαρι θα έπαιρνε συνέντευξη από τον Γκουίντο Κάρλι, το διοικητή της Τράπεζας της Ιταλίας, στην οποία βρήκα πολλές απαντήσεις στα ερωτήματα που με τυραννούσαν τη δεκαετία του ’60. Εκείνος ο έξυπνος και κυνικός άνθρωπος θα επιβεβαίωνε πως οι κομμουνιστές δεν του δημιουργούσαν ποτέ προβλήματα. Ούτε είχαν πρόβλημα οι προκάτοχοί του» (σελ. 365). Έτσι αφηγείται η Ροσάντα την μεταπολεμική ιστορία του ΙΚΚ, κυρίως, ως «του κόμματος που δεν δημιουργούσε προβλήματα», αλλά και –μαζί και ταυτοχρόνως- του σταλινικού και δυσκίνητου οργανισμού, που δεν ορρωδούσε, «γενικώς».

Το «κόμμα διακυβέρνησης», λοιπόν, που τόσο καινοτομικό φαίνεται στους πολιτικούς μας επιστήμονες, αποκαλύπτεται ως «το κόμμα που δεν δημιουργούσε προβλήματα». Και που «δεν ήξερε και πολλά», παρά τους θρύλους που το ακολουθούν. Δεν ήξερε τον Γκράμσι («από τον Γκράμσι ήξεραν μόνο το όνομά του» (σελ. 106)), δεν αναφέρονταν ποτέ στο «Κεφάλαιο», δεν είχε άποψη για τα συμβαίνοντα στον «υπαρκτό» και άλλα θαυμαστά ων ουκ έστι αριθμός.

Το κορίτσι του περασμένου αιώνα περιγράφει γλαφυρά την ιστορία αυτού του κόμματος, από τα τέλη του Δεύτερου Πολέμου μέχρι τις αρχές τις δεκαετίες του ’70, παρμένη από τις μνήμες μιας γυναίκας, που την έζησε στα ζεστά. Και μαζί μέρος της ιστορίας μιας τάξης, της εργατικής, των ελπίδων, δηλαδή και της απογοήτευσης «εκείνων που τρώνε πάντα ξύλο, όπως και να πάει η ιστορία –και πόσο ξύλο πρέπει να φάνε ακόμη;» (σελ. 156). Που, όποτε προσπάθησαν, και με την ευγενή συνδρομή του κόμματος, κατέληξαν «με την ουρά στα σκέλια και με μια πικρή γεύση στο στόμα». Ήδη από το 1948 «[β]λέπαμε το τέλος μιας εποχής και το αφεντικό που ξαναγινόταν αφεντικό». Κι ενώ τόσα έχουν ειπωθεί για το σπουδαίο κατόρθωμα του μεταπολεμικού Συντάγματος, με το «βαθύ αποτύπωμα των κομμουνιστών», να και «[η] πολύ νόμιμη βία του αφεντικού: υπολογίστηκε έγραψε ο Ινγκράο, ότι από το 1948 έως το 1950 η δικαστική καταστολή των εργατικών κινημάτων, όπου ριχνόταν καμιά πέτρα, ήταν μεγαλύτερη από την φασιστική εποχή. Ειδικά στην ειρηνική Εμίλια οι δυνάμεις καταστολής πυροβολούσαν. Σταματήσαμε σιγά σιγά να ελπίζουμε πως θα πετύχουμε κάτι περισσότερο, το θέμα ήταν να κρατήσουμε τις θέσεις μας και τίποτε άλλο. Δεν ήξερα τότε ότι οι εργαζόμενοι, η εργατική τάξη, είναι πάντα εκεί –ό, τι και να λένε- αλλά κινούνται και διαδηλώνουν μόνο όταν νιώθουν πως είναι ενωμένοι και σε θέση, αν όχι να νικήσουν, να προχωρήσουν. Δεν κάνουν κέφι την ανυπακοή, έχουν πολύ σοβαρότερα πράγματα για να τους δώσουν προτεραιότητα, για παράδειγμα πώς να ζήσουν. Μπορεί και άσχημα, αλλά να ζήσουν. Εκείνα τα χρόνια τους έβλεπα να κατεβαίνουν και να ανεβαίνουν στα τραμ και να διασχίζουν την πόλη κάτω από τα μάτια των φυλάκων, μας χαιρετούσαν από μακριά, εγκλωβισμένοι μέσα σε ένα μεροκάματο που μπορούσαν να χάσουν, με ελάχιστη όρεξη ακόμη και για το πικρό χιούμορ που βρίσκεται εδώ και αιώνες στο βάθος του λομβαρδικού χιούμορ –που λίγα γνωρίζει για τις στιγμές ελευθερίας. Αφού αν δεν είσαι αφέντης των άλλων δεν είσαι ούτε του εαυτού σου» (σελ. 172).

Το κορίτσι του περασμένου αιώνα περιγράφει, ακόμη, μαζί με τους εργάτες –και τις εργάτριες, «βιαστικές πάντα και με το παγωμένο περμανάντ»- όλα τα πρόσωπα του δράματος, όλες τις «θρυλικές» μορφές, που αποδεικνύονται τόσο «λίγοι» ώστε το μόνο που μένει είναι η απορία. Δεν θα αναφέρω ονόματα –διαβάστε και θαυμάστε!

Δεν μπορώ, όμως, να μην αναφερθώ σε μια απρέπεια, που φαίνεται να μην έχει σχέση ίσως, άλλα έχει και παραέχει. Πριν από λίγες μέρες, η Λουτσιάνα Καστελίνα, υποψήφια ευρωβουλεύτρια της «Προοδευτικής Συμμαχίας» (sic), συνομήλικη περίπου της Ροσάντα (άνω των 90) και με παρόμοιες, πολιτικά τουλάχιστον, εμπειρίες, είπε πως όσοι αποχωρήσαμε από το κυβερνητικό κόμμα το καλοκαίρι του 2015 είμαστε κρετίνοι. Κρετίνοι. Όχι αριστεριστές, ούτε «φευγάτοι». Κρετίνοι. Αυτό το είπε κάποια που τη δεκαετία του 1970 εμπόδιζε το ΙΚΚ να γίνει κυβέρνηση κατεβαίνοντας στις εκλογές με την Προλετάρια Ντεμοκράτσια –και καλά έκανε. Για να επανέλθει και να ξαναφύγει και ξανά μανά. Από την πλευρά μιας ιταλικής αριστεράς, που αποτελεί την μεγαλύτερη αποτυχία στην ιστορία –πολλές φορές και τη μεγαλύτερη ντροπή. Τα συγκεκριμένα λόγια της Καστελίνα είναι «τρίχες». Σαν κι αυτές του Ράιχλιν, στις οποίες αναφέρεται η Ροσάντα. Όποιος θέλει να τις ερμηνεύσει αυτές τις «τρίχες» έχει ένα πολύ καλό εργαλείο: Το κορίτσι του περασμένου αιώνα.

                                       ***

Το βιβλίο της Ροσάντα είναι, όμως, και μια ιστορία ενηλικίωσης, η ιστορία ενός παιδιού που γίνεται γυναίκα ακολουθώντας τον αιώνα της, από το μεσοπόλεμο μέχρι το τέλος των τριάντα «ένδοξων μεταπολεμικών χρόνων». Και είναι και σαν τέτοιο πολύ ενδιαφέρον: οι παραστάσεις και τα συναισθήματα του κοριτσιού και της γυναίκας μας ανοίγουν πολλά παράθυρα για να δούμε την εποχή, την Ιταλία, τον κομμουνισμό, τον έρωτα και τη ζωή.

Πρόκειται για βιβλίο ζοφερό. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να είναι, άλλωστε, αφού αφηγείται μια τρομερή, σπαρακτική ιστορία αποτυχίας, ήττας και ταπείνωσης, όπου άλλοι απέτυχαν, άλλοι ηττήθηκαν και άλλοι ταπεινώθηκαν -οι τελευταίοι, οι «μη επώνυμοι», η «ανθρώπινη σκόνη» έχουν το προνόμιο διαχρονικά. Και, μάλιστα, όταν αυτή που το αφηγείται έτσι αφηγείται όλη της τη ζωή, την ενηλικίωση, τον έρωτα, το σεξ («που δεν του έδινε και τόση σημασία»).

Πρόκειται για βιβλίο πολύ συγκινητικό. Γραμμένο από μία άνθρωπο, όπως θα έλεγε και η δικιά μας Ζωή Καρέλλη.

ΥΓ. Προτείνω πριν πάρετε το βιβλίο από την αρχή, να διαβάσετε τις σελίδες 387-390. Περιγράφεται εκεί η γνωριμία της Ροσάντα, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Κούβα, με τον Φιντέλ και την ηγεσία της Αβάνας ευρύτερα. Ένα μάτσο χαϊβάνια, σταλινικοί και υποκριτές. Ή η Ροσάντα τα έχει χάσει ή τα πράγματα ήταν τόσο ανέλπιδα εξαρχής, που κακώς ελπίσαμε σε ο,τιδήποτε! Είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, η νοσταλγία είναι προς θάνατον και ο κομμουνισμός είναι υποχρεωμένος να τελειώνει «στρατηγικά» μαζί της. Διαβάστε! Δεν θα τα πιστεύετε, όσο και υποψιασμένοι κι αν είστε.