Οι καλοί και οι κακοί: Ντίλαν Τόμας

Ένα πρόσωπο που σημάδεψε την ιστορία, σε μια επέτειο που σημάδεψε το ίδιο. Κάθε εβδομάδα, με αφορμή μία επέτειο, παρουσιάζουμε μια προσωπογραφία ενός ανθρώπου που με την παρουσία του επέδρασε στην εποχή του και βοήθησε την ιστορία να κινηθεί προς τα εδώ ή προς τα εκεί.

Του Γιάννη Ανδρουλιδάκη

Το βράδυ της 3ης Νοέμβρη ένας εμφανώς μεθυσμένος γεματούλης δανδής, με μια παράξενη κάπως γοητευτική προφορά στα αγγλικά του, επιστρέφει στο ξενοδοχείο του, το Chelsea Hotel της Νέας Υόρκης, από το μπαρ White Horse όπου είχε περάσει το απόγευμα και ένα μέρος από το βράδυ του. Η φράση που τον άκουσαν να λέει ήταν αρκετά χαρακτηριστική για να μείνει στην ιστορία ως η τελευταία του: «Νομίζω ότι μόλις ήπια 18 διπλά ουίσκι».

Λίγη ώρα αργότερα θα βυθιστεί σε κώμα από το οποίο δεν θα ξυπνήσει ποτέ, μέχρι που έξι μέρες αργότερα, στις 9 Νοεμβρίου θα ανακοινωθεί ο θάνατός του. Η γυναίκα που έχει εσπευσμένα έρθει από το Λονδίνο μόλις πληροφορήθηκε ότι ο άνδρας αυτός βρέθηκε σε κωματώδη κατάσταση, η Κέιτλιν Μακναμάρα, δεν θα αντέξει την είδηση του θανάτου του. Θα πάθει νευρικό αμόκ και θα μεταφερθεί από το δωμάτιό του δεμένη σε ψυχιατρικό μανδύα. Έχει περάσει μαζί του 18 χρόνια, κατά τα οποία η σχέση τους έχει εγγραφεί στη βιβλιοθήκη των μεγάλων και καταραμένων ερώτων: έχουν χωρίσει και επανασυνδεθεί αμέτρητες φορές, έχουν βυθιστεί μαζί στον αλκοολισμό, αυτός έχει υπάρξει παροιμιωδώς άπιστος προς αυτήν και εκείνη του το έχει ανταποδώσει. Ο θάνατός του όμως είναι κάτι άλλο.

Η θρυλική αυτή τελευταία φράση και η μεταφορά της συντρόφου του έξω από το νεκρικό δωμάτιο σε κατάσταση σχιζοφρενικού κλονισμού θα ολοκληρώσουν τον μύθο που αυτός ο άνδρας φιλοτεχνούσε για τον εαυτό του για δύο σχεδόν δεκαετίες. Λίγοι θα σταθούν στην πραγματικότητα: ότι ο νεκρός άνδρας δεν πέθανε από το ποτό, αλλά από μια λάθος ιατρική διάγνωση. Ο γιατρός που θα τον εξετάσει εκείνο το ίδιο βράδυ, θα διαγνώσει υπερκόπωση και θα του κάνει μια ένεση μορφίνης όπως συνηθιζόταν τότε. Η μορφίνη θα λειτουργήσει δολοφονικά στο σώμα του άνδρα που στην πραγματικότητα είχε προσβληθεί από πνευμονία και η ζωή του θα τελειώσει στα 39 του χρόνια. Όμως αυτός δεν είναι ένας θάνατος που θα άρμοζε στον Ντίλαν Τόμας, τον τελευταίο εκπρόσωπο μιας ομάδας που δεν θα περιλάμβανε εκτός από τον ίδιο παρά ελάχιστους ακόμα ποιητές, σαν τον Ρεμπό, τον Λωτρεαμόν ή ίσως τον Μπάιρον. Μα ταυτόχρονα, ο πρώτος εκπρόσωπος μιας ποίησης που αντικρύζει τις μεταπολεμικές μεγαλουπόλεις και χώνεται μέσα τους με ορμή, κάνοντας τους στίχους τους όχι πρώτη ύλη φυγής, αλλά μαζικό φαινόμενο που εκφράζει την κόπωση των ανθρώπων των δυτικών κοινωνιών από την επιβεβλημένη τους κανονικότητα.

Χωρίς να είναι μπίτνικ, ο Ντίλαν Τόμας θα προλογίσει τον Άλαν Γκίνσμπεργκ, τον Τζακ Κέρουακ, τον Ουίλιαμ Μπάροουζ, θέτοντας πρώτος αυτός τα λόγια του στην υπηρεσία μιας αγωνίας που πολλαπλασιάζεται και δεν περιορίζεται από την ηρεμία και την ασφάλεια. Χωρίς να είναι ηθοποιός, θα προλογίσει τον Τζέιμς Ντιν, τον Μάρλον Μπράντο ή τον Πολ Νιούμαν, ανθρώπων που έγιναν είδωλα όχι επειδή υπηρέτησαν με ηρωισμό αυτό που τους προσφέρθηκε, αλλά γιατί αγέρωχα το περιφρόνησαν για κάτι άλλο. Χωρίς να είναι μουσικός, θα προλογίσει τη ροκ, όντας ο πρώτος από τις δαιμονικές μοναχικές φιγούρες της, βαπτίζοντας στο όνομά του την πιο χαρισματική ανάμεσά τους, τον Μπομπ Ντίλαν.

                                                                                                                            ...

ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ‘ΧΕΙ ΕΞΟΥΣΙΑ

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
O γυμνός νεκρός άνδρας ένα θα είναι
με τον άνθρωπο στον άνεμο και το φεγγάρι που δύει
Όταν τα κόκκαλά τους ασπρίσουν και τ’ άσπρα κόκκαλα φύγουν
θα έχουν αστέρια στα πόδια και τους αγκώνες
Κι αν τρελαίνονται, συνετοί θα επιστρέψουν
κι αν βυθίζονται στη θάλασσα, ξανά θα αναδύονται
κι αν οι εραστές χάνονται, ο έρωτας θα μένει
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Κάτω από της θάλασσας τον στρόβιλο
όσοι καιρό κείτονται δεν θα χαθούν στη δίνη.
Στις τροχαλίες δεμένοι και με νεύρα κομμένα
δεμένοι στον τροχό, μα δεν θα σπάσουν.
Η πίστη μέσα στα χέρια τους θα γίνει κομμάτια
μονόκεροι δαιμονικοί πάνω τους θα χιμήξουν.
Συντρίμμια όλα θα γίνουν κι ούτε που θα ραγίσουν καν.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία.
Πια δεν θα φτάνουν στα αυτιά τους οι ιαχές των γλάρων
Ούτε τα κύματα θα σπάνε ουρλιάζοντας στις θάλασσες.
Εκεί όπου φύτρωνε λουλούδι, λουλούδι πια δεν θα μπορεί
κεφάλι να σηκώσει στης βροχής τον άνεμο.
Κι αν θα ‘ναι τώρα πλέον τρελοί και πια νεκροί ως τα νύχια
σφυριά οι μαργαρίτες, σημάδια στα κεφάλια τους
στον ήλιο θα επιτίθονται ώσπου ο ήλιος να σβήσει.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία
                                                                                                                        ...

Ο Ντίλαν Τόμας γεννήθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1914 στο Σουόνσι της Ουαλίας. Παραχαϊδεμένος από τη μάνα του, είχε πάντα προτίμηση στον πατέρα του έναν αυστηρό και δυσκίνητο καλλιεργημένο άνθρωπο που του πρότεινε βιβλία και τον μάθαινε να λύνει σταυρόλεξα. Ήταν «ένας από τους χειρότερους μαθητές της Ουαλίας» και τελείωσε το σχολείο με δυσκολία εξαιτίας και των συγκρούσεων που είχε με τους καθηγητές του. Με μοναδικό προσόν την χαρισματική χρήση της γλώσσας, μπόρεσε να εργαστεί ως δημοσιογράφος για να ζήσει. Ο ίδιος όμως κρατούσε τις σημαντικότερες λέξεις του για τα ποιήματά του. Ξεκίνησε από μικρός μποέμικη ζωή, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα επαγγελματικής επιτυχίας: τα μπαρ, οι γυναίκες και οι λέξεις ήταν η ζωή του. Είναι 19 ετών μόλις όταν δημοσιεύει το περίφημο ποίημά του Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία, ταράζοντας τα νερά της βρετανικής λογοτεχνίας. Το 1936 θα γνωρίσει την Κέιτλιν, Ιρλανδή χορεύτρια και συνομήλική του. Είναι ερωμένη του Όγκαστ Τζον, ζωγράφου και φίλου του Τόμας. Θα περάσουν μαζί την πρώτη νύχτα που γνωρίστηκαν και θα μείνουν μαζί μέχρι τον θάνατο του Τόμας. Η σχέση τους έχει απιστία, αλκοόλ και καβγάδες, ενίοτε βίαιους, σε μεγάλες ποσότητες. Αλλά δεν θα τελειώσει ποτέ. Θα αποκτήσουν μαζί τρία παιδιά.

Θα περάσει όλη την υπόλοιπη δεκαετία του 1930 γράφοντας ώρες ατελείωτες. Παρόλα αυτά δεν θα μείνει αδιάφορος σε όσα συμβαίνουν γύρω του αυτή την ταραγμένη εποχή. Θα συνδεθεί με κινήματα της άκρας αριστεράς και θα συμμετάσχει σε κινήσεις ενάντια στον φασισμό που δυναμώνει. Στον πόλεμο δεν θα πάει λόγω άσθματος. Θα συμμετάσχει όμως στον αντιφασιστικό αγώνα με εκπομπές στο ραδιόφωνο και η χαρακτηριστική φωνή του θα γίνει κομμάτι του θρύλου του.

Το 1950 θα τον ανακαλύψει η Αμερική. Θα βρεθεί στη Νέα Υόρκη και θα ταιριάξει μαζί της όπως η βροχή με το χώμα. Θα γίνει ο αγαπημένος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής αμερικανικής γενιάς, θα ζει στις παμπ και τα μπαρ της, θα φλερτάρει και θα πίνει ασταμάτητα. Θα γυρνά κάθε τόσο στην Ουαλία για να αντιμετωπίσει τον αλκοολισμό του, αλλά η Νέα Υόρκη θα γίνει η πόλη του και θα τον καλεί πίσω. Θα επιστρέφει, θα γράφει και θα αλλάζει ερωτικές συντρόφους. Η αναγνώρισή του εκεί έχει μεγέθη μητροπολιτικά και ο ίδιος την απολαμβάνει. Στα τέλη του 1951 θα δημοσιεύσει το ποίημα Μην πηγαίνεις ήσυχος στη νύχτα την καλή μια λυρική αναφορά στα γηρατειά και τον θάνατο κι ένα κάλεσμα για να ζει κανείς τα πάντα με ένταση.

Η ένταση αυτή θα χτυπήσει τον ίδιο. Η υγεία του θα χειροτερεύει διαρκώς και ο οργανισμός του θα υποχωρεί μπροστά σε κάθε μικρόβιο. Το τελευταίο αυτό της πνευμονίας θα τον σκοτώσει σε ηλικία 39 ετών και λίγων ημερών. Ο θάνατός του θα μεγαλώσει τον μύθο του και τη δεκαετία του ’60 η αγάπη για την ποίησή του θα απογειωθεί ανάμεσα στους φοιτητές που επαναστατούν ενάντια στον «αμερικανικό τρόπο ζωής» και τη νέα διανόηση που αναδύεται.

Ο Τόμας δεν θα προλάβει να ζήσει αυτή την εποχή της οποίας τις αγωνίες και τις αντιφάσεις προφητικά περιέγραψε στην ποίησή του. Θα έχει ήδη μετατραπεί σε ένα μνημείο της, έχοντας διαβεί ανήσυχος τον δρόμο για την καλή νύχτα, όπως ακριβώς έγραψε ότι άξιζε τον κόπο να γίνει.

                                                                                                                       ....

ΜΗΝ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ ΗΣΥΧΟΣ ΣΤΗΝ ΝΥΧΤΑ ΤΗΝ ΚΑΛΗ

Μην πηγαίνεις ήσυχος στην νύχτα την καλή

Πρέπει να καίγονται, να ουρλιάζουν στο κλείσιμο της μέρας τα χρόνια τα παλιά

Μίσος, μίσος για του φωτός τον θάνατο.
 

Κι αν ξέρουν οι σοφοί στο τέλος τους πως είναι το σκοτάδι δίκαιο

Γιατί διχάλωσαν οι λέξεις τους χωρίς να φωτίσουν

Μην πηγαίνεις ήσυχος στην νύχτα την καλή.
 

Άνδρες καλοί στο τελευταίο τους κύμα θρηνούν με λάμψη

Κάποτε οι πράξεις τους οι αδύναμες χόρευαν σε κόλπους πράσινους

Μίσος, μίσος για του φωτός τον θάνατο.
 

Άγριοι άνδρες τον ήλιο που έπιασαν πετώντας με τραγούδια

Κι αργά πολύ μάθανε του δρόμου του τη θλίψη

Μην πηγαίνεις ήσυχος στην νύχτα την καλή.
 

Του τάφου άνθρωποι στον θάνατο δίπλα βλέπουν τη θέα την τυφλή

Μάτια τυφλά που ανάβουν τη χαρά σα μετεωρίτες

Μίσος, μίσος για του φωτός τον θάνατο.
 

Κι εσύ πατέρα εκεί, στα υψώματα της θλίψης

Κατάρα ρίξε και ευχή, προσεύχομαι, με τα άγριά σου δάκρυα

Μην πηγαίνεις ήσυχος στην νύχτα την καλή

Μίσος, μίσος για του φωτός τον θάνατο.

                                              --

Η μετάφραση των ποιημάτων έγινε από τον Γιάννη Ανδρουλιδάκη