Ογδόντα χρόνια πριν ο Τσβι Κόρετς αναλαμβάνει καθήκοντα (1933)

Ο τελευταίος αρχιραββίνος

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

«Αύριον και περί την 11ην μεσημβρινήν ώραν εις την εν τη πόλει μας συναγωγήν “Μπεθ-Σαούλ” θα γίνη η τελετή της εγκαταστάσεως του νέου αρχιραββίνου της ισραηλιτικής κοινότητος κ. Σ. Κόρετς. Η τελετή θα είναι πανηγυρική, εκλήθησαν δε όπως παραστούν εις αυτήν όλαι αι αρχαί της πόλεως»,[1] διαβάζουμε στο «Φως» στις 19.8.1933. Όντως την επομένη η «πανηγυρική» τελετή λαμβάνει χώρα στην προαναφερόμενη συναγωγή. Η Μπεθ Σαούλ βρισκόταν μεταξύ των οδών Σααδή Λεβή, Καλλιδοπούλου και της λεωφόρου Βασ. Όλγας, στον χώρο που σήμερα υπάρχει ένα άδειο οικόπεδο, που χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ, καθώς και σ’ αυτόν της διπλανής οικοδομής στο ισόγειο της οποίας βρίσκεται μια τράπεζα. Η συναγωγή είχε κτιστεί στις αρχές του 20ου αιώνα σε σχέδια του Βιταλιάνο Ποζέλλι με χρήματα της Φακίμα, κόρης του γνωστού τραπεζίτη και κτηματία Σαούλ Μοδιάνο,[2] γι’ αυτό κι έφερε τ’ όνομά του. Μετά την καταστροφή της Μεγάλης Χάβρας (που βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής Στοάς Μοδιάνο) στη διάρκεια της πυρκαγιάς του 1917, η Μπεθ Σαούλ λειτουργούσε ως κεντρική συναγωγή των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Την ανατίναξαν οι ναζί το 1943.[3]

Την επομένη της εγκαθίδρυσης του νέου αρχιραββίνου το ρεπορτάζ μας πληροφορεί πως η «τελετή εγένετο με πάσαν επισημότητα παρισταμένων του αναπληρωτού του Γενικού Διοικητού, του διοικητού του Γ΄ Σ. Στρατού κ. Καμμένου, του επιτελάρχου του Σώματος κ. Κοσμά, του Παναγ. Μητροπολίτου κ. Γενναδίου, του δημάρχου κ. Κοσμοπούλου, του αστυνομικού διευθυντού ως και εκπροσώπων όλων των αρχών της πόλεως. Παρίσταντο ωσαύτως το διοικητικόν συμβούλιον της Ισραηλιτικής Κοινότητος, οι ραβίνοι όλων των συναγωγών και πλήθος κόσμου». Η τελετή ξεκίνησε με τη μουσική και τη χορωδία του συλλόγου Μακαμπή, ενώ ο ίδιος ο Κόρετς εκφώνησε τον πρώτο του λόγο «εις την ελληνικήν γλώσσαν, την ισπανικήν και την αρχαίαν ιουδαϊκήν». Πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτό αποτελούσε μια κάποια επίδειξη γλωσσομάθειας από πλευράς του νέου αρχιραββίνου, καθώς ούτε τα ελληνικά ούτε τα λαντίνο (η «ισπανική» του ρεπορτάζ) ήταν γλώσσες που γνώριζε πριν την εκλογή του. Ειδικά για την πρώτη ο νέος επικεφαλής του ισραηλιτικού ιερατείου δήλωνε: «Αισθάνομαι τον εαυτόν μου ευτυχή, διότι κατόρθωσα να εκφρασθώ εις την αθάνατον ελληνικήν γλώσσαν […] επιδοθείς εις την εκμάθησιν αυτής από 2 μηνών».[4] Κι εδώ γεννιέται το ερώτημα γιατί η Ισραηλιτική Κοινότητα της πόλης μας επέλεξε ένα ιερωμένο όχι μόνο εκτός της ίδιας της πόλης (όπου κατοικούσε σαφώς η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων Εβραίων) αλλά ούτε καν σεφαραδίτη;

Μια κάποια απάντηση βρίσκουμε σε άρθρο του Ισαάκ Καμπελή (γνωστός Ρομανιότης λόγιος που αρθρογραφούσε και στον ελληνόφωνο Τύπο, μέλος του κοινοτικού συμβουλίου στη Θεσσαλονίκη μέχρι την Κατοχή, οπότε και μετακόμισε στην Αθήνα, όπου αναφέρεται πως εξεβίαζε άλλους Εβραίους, ενώ διορίστηκε από τους ναζί πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Αθηνών και γι’ αυτό κατηγορήθηκε για προδοσία, απομονώθηκε και μετανάστευσε στις ΗΠΑ γύρω στο 1950).[5] Το άρθρο δημοσιεύτηκε την ημέρα της ενθρονίσεως του νέου αρχιραββίνου. «Ο δωρ Κόρετζ», μας λέει ο Καμπελή, «είναι νέος, με συγχρόνους ιδέας απηλλαγμένος προκαταλήψεων, βαθύτατα και πολυπλεύρως μορφωμένος, ευρωπαϊκής καταρτίσεως, με ευρυτάτας αντιλήψεις […] Παρελθόν εργώδες, πλήρες εξαιρετικής δράσεως, με πρακτικά αποτελέσματα, εν συνδυασμώ προς επίκτητα και φυσικά χαρίσματα, απετέλεσαν το τεκμήριον της κρίσεως δια την επιτυχή, ομολογουμένως, εκλογήν του».[6] Πράγματι, ο γεννημένος το 1888 στην Πολωνία Κόρετς, ήταν απόφοιτος του Ραββινικού Σεμιναρίου του Βερολίνου και κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη φιλοσοφία και τις σημιτικές γλώσσες του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Μιλούσε ήδη πέντε γλώσσες (εκτός από τις δυο καινούργιες που έμαθε μετά την εκλογή του), θεωρούνταν φορέας νεωτερικών αντιλήψεων και ο διορισμός του, μάλιστα, καθυστέρησε μέχρι να υποσχεθεί πως θα αφήσει γενειάδα σύμφωνα με την ανατολίτικη παράδοση. Πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι η θέση του αρχιραββίνου Θεσσαλονίκης χήρευε για μια δεκαετία, μετά τη μετανάστευση στην Παλαιστίνη στα 1923, του προηγούμενου κατόχου της Μπεντζιόν Ουζιέλ.[7]

Ο ίδιος ο δρ. Κόρετς άρχισε τον ενθρονιστήριο λόγο του με τα λόγια του προφήτη Ησαΐα: «Πνεύμα κυρίου του θεού είνε επ’ εμέ, διότι ο κύριος με έχρισε δια να ευαγγελίζωμαι εις τους πτωχούς, δια να ιατρεύσω τους συντετριμμένους την καρδίαν, δια να παρηγορήσω πάντας τους πενθούντας, να δώσω εις αυτούς ωραιότητα αντί της τέφρας, έλαιον ευφροσύνης αντί του πένθους, στολήν ανέσεως [sic, αινέσεως] αντί του πνεύματος της ακηδίας, δια να ονομάζωνται δένδρα δικαιοσύνης, φύτευμα του θεού εις δόξαν αυτού».[8] Παράλληλα, το προαναφερόμενο άρθρο που τον καλωσόριζε σημείωνε πως «ο δωρ Κόρετζ, θα θέση ασφαλώς την σφραγίδα της προσωπικότητός του επί της εργασίας της πολλής, της ποικίλης, αλλά και της βαρείας, η οποία τον αναμένει εις την εβραϊκήν κοινότητα και θα δώση αναμφιβόλως τον νέον ρυθμόν εις την τόσον δοκιμαζόμενην εβραϊκήν κοινότητα της Θεσσαλονίκης».[9] Το ότι ο νέος αρχιραββίνος έθεσε τη σφραγίδα του στην ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της πόλης είναι αναμφισβήτητο, αλλά –παρά τις όποιες προθέσεις του– όχι με την καλή έννοια.

Βέβαια οι καταστάσεις μπροστά στις οποίες βρέθηκαν όλοι οι Εβραίοι της Ευρώπης ξεπερνούσαν και τους χειρότερους εφιάλτες τους. Τη στιγμή, μάλιστα, της εγκαθιδρύσεως του νέου αρχιραββίνου είχαν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα σύννεφα, καθώς ο Χίτλερ ήταν καγκελάριος της Γερμανίας για πάνω από έξι μήνες. «Εξακολουθεί άγριος διωγμός των Εβραίων εις την Γερμανίαν και των εχόντων ακόμη συζύγους Ισραηλίτιδας», είναι ο τίτλος μονόστηλου που αναφέρει «διαταγή του υπουργού των Εσωτερικών της Πρωσίας όπως ουδείς Γερμανός διατηρηθή εις δημοσίαν υπηρεσίαν εάν έχει νυμφευθή Ισραηλίτιδα» και συνεχίζει λέγοντας πως «το δημοτικόν συμβούλιον του Στράουμπιγκ της Βαυαρίας εξέδωκε διαταγήν απαγορεύουσαν εις τους Εβραίους να λούωνται εις τον Δούναβιν».[10] Ψιλοπράγματα, θα πείτε, ενόψει αυτών που επρόκειτο να ακολουθήσουν αλλά ενδεικτικά της κατάστασης που διαμορφώνονταν στη Γερμανία. Άλλωστε και για τον ίδιο τον νέο αρχιραββίνο ο διορισμός εκτός από «μια μεγάλη προαγωγή» ήταν «και μια ευκαιρία να απομακρυνθεί από το νοσηρό κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή στη ναζιστική Γερμανία».[11] Με την ευκαιρία να σημειώσουμε και την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης στα σχετικά δημοσιεύματα. «Ο Γεν. Γραμματεύς της Γεν. Διοικήσεως εκάλεσε χθες», διαβάζουμε την παραμονή της ενθρόνισης του Κόρετς, «τους διευθυντάς των γαλλοφώνων και μη ισραηλιτικών εφημερίδων της πόλεώς μας και συνέστησεν εις αυτούς την κατάπαυσιν της αρθρογραφίας των κατά της γερμανικής κυβερνήσεως, τονίσας ότι εάν η πολεμική αύτη συνεχισθή η Γενική Διοίκησις θα αναγκασθή να λάβη κατ’ αυτών αυστηρά μέτρα».[12] Έτσι, λοιπόν, η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να επιβάλλει ουσιαστικά λογοκρισία στον εβραϊκό Τύπο της Θεσσαλονίκης προκειμένου να διατηρήσει καλές σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία.

Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη, απ’ την άλλη, μπορεί να μην έχουμε ναζί (ακόμη) αλλά έχουμε τριεψιλίτες. Έχουν ήδη συμπληρωθεί δυο χρόνια από τον εμπρησμό του συνοικισμού Κάμπελ και πάνω από ένα έτος από την απαλλαγή όσων είχαν οδηγηθεί με την κατηγορία της (φυσικής και ηθικής) αυτουργίας ενώπιον του κακουργιοδικείου Βεροίας.[13] Ο Ι. Καμπελή, στο άρθρο του, προσπαθεί να διασκεδάσει τις σχετικές εντυπώσεις κάνοντας –μάλιστα– συγκρίσεις με την «πολιτισμένη» Ευρώπη. «Ο δωρ Σεβή Κόρετζ», γράφει ο αρθρογράφος, «ζήσας εις τας χώρας όπου μία ησφαλμένη αντίληψις, τοποθετεί την πηγήν του πολιτισμού του εικοστού αιώνος αντιληφθείς εξ ιδίων πόσον ευδοκιμεί εκεί το στίγμα του σύγχρονου πολιτισμού, ο αντισημιτισμός […] θα διεπίστωσε με πολλήν χαράν ότι εδώ εις την αιώνιαν και πραγματικήν κοιτίδα του χθεσινού, του σημερινού και του αυριανού πολιτισμού της πραγματικής φιλελευθέρας απόψεως, το αίσχος αυτό δεν υφίσταται, διότι δεν είνε δυνατόν να προσαρμόζητε προς τα ευγενή αισθήματα του ελληνικού λαού. Δεν έλαβε βεβαίως υπ’ όψιν ο νέος αρχιραββίνος μερικάς φωνασκίας που διεκωμώδησαν με τόσην ελαφρότητα την ιδεολογίαν αυτήν και δεν έκρινε το σύνολον από την παθολογικώς εκδηλωθείσαν τελευταίως αναξίαν λόγου αντισημιτικήν εκστρατείαν».[14]

Από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης του Κόρετς στην πόλη εμφανίστηκαν προβλήματα στη σχέση του με τους άλλους προκρίτους αλλά και το ποίμνιο του γενικότερα. Πέρα από τη διαφορά νοοτροπίας (ένας Ασκεναζίμ επικεφαλής μιας αποκλειστικά, σχεδόν, σεφαραδίτικης κοινότητας, αλλά κι ένας προερχόμενος από την Κεντρική Ευρώπη όπου οι Εβραίοι ήταν μειονότητα σε μια πόλη της Ανατολής όπου μέχρι πριν δυο δεκαετίες οι Ισραηλίτες ήταν πλειονότητα), υπήρξε δυσαρέσκεια για τον υψηλό μισθό και την πολυτελή ζωή του αρχιραββίνου, ενώ ο ίδιος άρχισε να ερευνά συναλλαγές που είχαν κάνει μέλη συμβουλίων κάποιων συναγωγών. Παράλληλα, ο Κόρετς εξοικειώθηκε πολύ γρήγορα όχι μόνο με την ελληνική γλώσσα αλλά και γενικά με το κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο της χώρας. Έτσι απέκτησε προσωπικές φιλικές σχέσεις με τον βασιλιά Γεώργιο Β΄ (που επέστρεψε στον θρόνο του μετά το νόθο δημοψήφισμα του Κονδύλη το 1935) και τον πρωθυπουργό Μεταξά (που τον επόμενο χρόνο κήρυξε δικτατορία). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όσο και νάθελαν να τον ξεφορτωθούν οι όποιοι διαφωνούντες, αυτό ήταν πλέον αδύνατον.[15]

Κι έπειτα ξέσπασε ο πόλεμος. Μάλιστα, όταν οι δυνάμεις της Βέρμαχτ κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη ο Κόρετς βρισκόταν στην Αθήνα, όπου και συνελήφθη στις 17.5.1941 και στάλθηκε σε φυλακή στη Βιέννη.[16] Η φυλάκισή του κράτησε μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και κατόπιν έμεινε για κάποιο διάστημα σε φίλους του στην ίδια πόλη μέχρι την επιστροφή του στη Θεσσαλονίκη, τον Φεβρουάριο του 1942, οπότε ανέλαβε και πάλι τα καθήκοντά του.[17] Εκείνη την άνοιξη συναντήθηκε με τον πρώτο δωσίλογο πρωθυπουργό Γ. Τσολάκογλου, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη, για να τον ευχαριστήσει για τις δηλώσεις του περί μη υπάρξεως εβραϊκού ζητήματος στην Ελλάδα. Στη συνάντηση αυτή συμμετείχαν επίσης ο νομικός σύμβουλος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Γιομτώβ Γιακοέλ κι ο, διορισμένος από τους ναζί, πρόεδρος της Κοινότητας Σαμπύ Σαλτιέλ[18] (του οποίου βασικό στοιχείο του προπολεμικού βιογραφικού του ήταν η υποψηφιότητά του στις εκλογές του 1936 με το Κόμμα Ελευθεροφρόνων του Ι. Μεταξά).[19] Σ’ αυτή τη συνάντηση θα υπάρξει δημόσιος διαξιφισμός μεταξύ Κόρετς και Σαλτιέλ και δέκα μέρες αργότερα θα έχουμε εκ νέου σύλληψη και φυλάκιση του αρχιραββίνου μαζί με πολλούς χριστιανούς επιφανείς πολίτες.[20]

Ωστόσο στις 11.12.1942 η γερμανική στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης-Αιγαίου τον διόρισε και πρόεδρο του συμβουλίου της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης. Αποδεχόμενος αυτόν τον διορισμό, παρά την αντίθετη γνώμη του κοινοτικού συμβουλίου,[21] ο αρχιραββίνος απόκτησε σχεδόν απόλυτη ισχύ στο εσωτερικό μιας κοινότητας που βρισκόταν στο απόλυτο έλεος φανατικών δολοφόνων. Η στάση που υιοθέτησε ο Κόρετς απέναντι στα συνεχή αντισημιτικά μέτρα των ναζί ήταν αυτή της απόλυτης και ενεργούς υποταγής. Φρόντιζε να εκτελούνται ταχύτατα και με ακρίβεια όλες οι εντολές των Μπρούννερ, Βισλιτσένυ και Μέρτεν. Στις αναμνήσεις των επιζώντων της γενοκτονίας θεωρείται καταλυτική η δράση του στην υποταγή του εβραϊκού πληθυσμού αλλά και στην αποδοχή του παραμυθιού της μετεγκατάστασης στην Κρακοβία.[22]

Η μόνη στιγμή που αντέδρασε ήταν όταν στις 11.4.1943, συναντήθηκε (χωρίς την άδεια των αρχών κατοχής) με τον τελευταίο δωσίλογο πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη (που μόλις είχε αναλάβει καθήκοντα) με τη μεσολάβηση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γενναδίου, σε επίσκεψη του Ράλλη στην πόλη. Σ’ αυτή τη συνάντηση παρακάλεσε τον Ράλλη να κάνει κάτι για να σταματήσει η εκτόπιση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, χωρίς βέβαια κανένα αποτέλεσμα αφού ο νέος κατοχικός πρωθυπουργός προσδοκούσε στη συνεργασία των γερμανικών αρχών για την καταπολέμηση του κομμουνισμού και δεν ενδιαφερόταν για την τύχη «ανεπιθύμητων συμπατριωτών». Το διάβημα αυτό του Κόρετς του κόστισε και τις δύο θέσεις που κατείχε, όχι όμως και τις θέσεις (για τον ίδιο και την οικογένειά του) στο μοναδικό τραίνο που έφυγε από τον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης με Εβραίους και δεν είχε προορισμό το Άουσβιτς. Σ’ αυτό επέβαιναν 367 Ισραηλίτες με ισπανική υπηκοότητα καθώς και 64 (ή 74) Έλληνες Εβραίοι (κυρίως αυτοί που είχαν συνεργαστεί με τις αρχές κατοχής, όπως οι επικεφαλής της πολιτοφυλακής κι άλλοι πρόκριτοι), οι οποίοι οδηγήθηκαν στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, που ήταν μεν στρατόπεδο συγκέντρωσης αλλά όχι στρατόπεδο εξόντωσης. Γι’ αυτό άλλωστε η οικογένεια Κόρετς επιβίωσε, με τον πρώην αρχιραββίνο να πεθαίνει τελικά από τύφο λίγους μήνες μετά την απελευθέρωση του στρατοπέδου.[23]

Όπως προαναφέραμε στις αναμνήσεις των επιζώντων η μορφή του τελευταίου αρχιραββίνου χαρακτηρίζεται με πολύ μελανά χρώματα, καθώς του προσάπτεται ακόμη και η κατηγορία του ενσυνείδητου προδότη, που ήξερε ακριβώς ποια τύχη περιμένει το ποίμνιο του. «Ο Κόρετς ήταν προδότης. Ήταν κι αυτός ένα είδους Γερμανού», αναφέρει μια επιζήσασα∙ «εκείνος ήξερε, να είστε βέβαιη», συμπληρώνει μια άλλη.[24] Παρομοίως αρνητική είναι κι η εικόνα του Κόρετς στις περισσότερες γραπτές πηγές, σύγχρονες ή μεταγενέστερες. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως στο ρεύμα του αναθεωρητισμού των τελευταίων δεκαετιών εντάσσεται και η προσπάθεια μιας κάποιας αποκατάστασης του Τσβι Κόρετς. Μάλιστα «αποκατάσταση» είναι ο υπότιτλος που αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του ιστορικού μυθιστορήματος της Michele Kahn, “Le Rabbin de Salonique – Rehabilitation du Grand Rabbin de Salonique”, δηλ. «Ο ραββίνος της Θεσσαλονίκης – Αποκατάσταση του αρχιραββίνου της Θεσσαλονίκης» που κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον Οκτώβριο του 2010 (Edition du Rocher) κι έχει ως θέμα τη ζωή του Κόρετς. Βέβαια, σύμφωνα με τον Ραφαήλ Μωυσή, ο χαρακτηρισμός αυτός «δύσκολα συνάδει με το περιεχόμενο του βιβλίου», ενώ δεν αποτέλεσε επιλογή της συγγραφέως αλλά του εκδότη.[25] Επίσης υπήρξε κι ένα συνέδριο στο Τελ Αβίβ που χαρακτηρίζεται ως προσπάθεια απάλυνσης της κακής γνώμης που έχει σχηματιστεί για τον αρχιραββίνο.[26]

Σίγουρα, όμως, η πιο σημαντική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση είναι το μακροσκελές κι ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο της καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ Minna Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past: The Political Career of Tzevi Koretz (1933-43)” [«Εβραίοι κι Έλληνες θυμούνται το παρελθόν τους: Η πολιτική καριέρα του Τσβι Κόρετς (1933-43)»] που δημοσιεύτηκε το φθινόπωρο του 2005 και το οποίο αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης πολιτικής βιογραφίας του Κόρετς. Βασικό συμπέρασμα της συγγραφέως είναι ότι ο Κόρετς «έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος» γιατί αποτέλεσε τον αποδιοπομπαίο τράγο που, για διαφορετικούς λόγους, χρειάζονταν μεταπολεμικά τόσο η ισραηλινή όσο κι η ελληνική κοινωνία.[27] Με βάση αυτό το άρθρο η γνωστή ιστορικός Ρένα Μόλχο υποστηρίζει πως «εγώ τουλάχιστον έχω πειστεί ότι ο Κόρετς  έκανε με τον τρόπο και την αντίληψή του ότι μπορούσε για να ανασταλούν οι εκτοπίσεις και ότι παρότι τιμωρήθηκε για αυτό από τους Γερμανούς, χρησιμοποιήθηκε ως εξιλαστήριο θύμα από τους επιζήσαντες εβραίους που δεν είχαν άλλον τρόπο να εξηγήσουν το κακό που τους βρήκε». Η άποψη αυτή καταγράφεται σε άρθρο που έχει ως κύριο στόχο να αντιπαρατεθεί σε μύθους όπως «ότι η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης οφειλόταν αποκλειστικά στον προδοτικό ρόλο του αρχιραβίνου της κοινότητας τους Τσβί Κόρετς, ότι οι Χριστιανοί φέρθηκαν υποδειγματικά και ότι δεν υπήρχε αντισημιτισμός στην Ελλάδα».[28]

Το ότι η ιστορική μνήμη είναι μια κοινωνική κατασκευή κι επίσης ότι στην Ελλάδα, κι ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, το ζήτημα τη γενοκτονίας των Εβραίων δεν έχει μελετηθεί και συζητηθεί εκτενώς (εκτός του πλαισίου των άμεσα θιγομένων), ακόμη κι ότι είναι βολικό για την εθνική ιστοριογραφία να φορτώσει όλες τις ευθύνες σε κάποιον που ήταν «δυο φορές ξένος», είναι πράγματα που δεν θα αμφισβητήσουμε. Όσο για την ένταση του αντισημιτισμού στη μεσοπολεμική Θεσσαλονίκη υπάρχουν πολλές αναφορές στα σημειώματα του αφιερώματος στην ιστορία της πόλης στο alterthess. Αλλά πως αυτές οι παρατηρήσεις «αθωώνουν» τον Κόρετς είναι κάτι δυσεξήγητο. Πράγματι, είναι δύσκολο ο αρχιραββίνος να ήξερε για τους θαλάμους αερίων αλλά –όπως δέχεται κι η ίδια η Rozen– «ήξερε σίγουρα ότι τα τρένα δεν τους πήγαιναν σε μια γη που έρρεε μέλι και γάλα αλλά σ’ έναν τόπο οδύνης και θλίψης. Προσπάθησε να χρονοτριβήσει και να προτείνει άλλες λύσεις, αλλά όταν αυτές οι απόπειρες απέτυχαν, υποστήριξε την καρτερικότητα, όχι την ανυπακοή».[29] Όπως προαναφέραμε οι μαρτυρίες και οι πηγές δεν μιλάνε για προσπάθειες καθυστέρησης από πλευράς του Κόρετς, αλλά τονίζουν την επιμονή του στην έγκαιρη συμμόρφωση με τις διαταγές των ναζί καθώς και την από μέρους του –με συνέπεια– διάδοση της ιστορίας περί μετεγκατάστασης στην Κρακοβία.[30]

Στο ζήτημα αναφέρονται εκτενώς και οι Κ. Λάμψα και Ι. Σιμπή στο πρόσφατο βιβλίο τους «Η Διάσωση», ένα εξαιρετικά λεπτομερές κι ολοκληρωμένο έργο για την ιστορία των Ελλήνων Εβραίων στην Κατοχή. Ο Κόρετς, λένε οι συγγραφείς, «έγινε δέκτης τόσο ασφυκτικών πιέσεων, που δεν ήταν εκ των πραγμάτων σε θέση να επεξεργαστεί οποιοδήποτε σχέδιο διάσωσης, εάν υποθέσουμε πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν. Επίσης, δεν ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να συσπειρώσει γύρω του τα άλλα ηγετικά στελέχη της κοινότητας, ούτε εκείνος που θα ενθάρρυνε οποιαδήποτε πράξη αντίστασης ή εξέγερσης. Αντίπαλοί του στην κοινότητα όπως ο Μικαέλ Μόλχο, έγιναν από τους σφοδρότερους επικριτές του κι ένα άλλο ηγετικό στέλεχος, ο Γιομτώβ Γιακοέλ, τον κατηγόρησε για τυφλή εκτέλεση των γερμανικών εντολών. Αξίζει όμως να σημειώσουμε πως ούτε τα άλλα ηγετικά στελέχη της κοινότητας προέβησαν σε ενέργειες αντίστασης» (κατά πόσο ισχύει το τελευταίο θα το δούμε παρακάτω). Συμπληρώνουν, όμως, λίγες σελίδες παρακάτω: «Όπως επεδίωκαν οι Γερμανοί στην τελική φάση της επιχείρησης, της κοινότητας ηγήθηκε ένας μόνο άνδρας, ο Τσβι Κόρετς».[31]

Προσπάθεια αμφισβήτησης των «μαρτύρων κατηγορίας» έχουμε και στο άρθρο της Rozen, που καταλήγει, μεν, αναφέροντας πως «η ιστορία ασχολείται με αφηγήσεις, όχι με ηθικά διδάγματα»,[32] αφού όμως προηγουμένως έχει γράψει πως: «Μια χωρίς συναισθηματισμούς ανάγνωση των απομνημονευμάτων του Γιακοέλ αποκαλύπτει έναν έξυπνο πολιτικό (ή «πολιτικάντη» όπως επίσης μπορεί να μεταφραστεί ο όρος “politician”) που βρέθηκε σε φοβερά δύσκολη θέση∙ δεν τόλμησε να γίνει ο ίδιος ηγέτης, για να μην διακινδυνεύσει το καλό του όνομα κι πιθανόν και τη ζωή του, αλλά επίσης αισθανόταν ότι μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα απ’ αυτούς που καθοδηγούσαν. Έτσι προσέφερε συμβουλές. Όταν αυτές απορρίπτονταν ή αγνοούνταν θύμωνε πολύ. Μέσα στην τραγωδία, είχε ήδη κατανοήσει ότι οι επόμενες γενιές θα ελέγξουν αυστηρά τις πράξεις της ηγεσίας, περιλαμβανομένου του εαυτού του, και γι’ αυτό έσπευσε να καταγράψει τη δική του εκδοχή των γεγονότων».[33] Δεν χρειάζεται να έχει κανείς προσωπικούς λόγους να υπερασπιστεί τη μνήμη του Γιακοέλ (όπως ο Ρ. Μωυσής που έγραψε σχετική απάντηση το 2011)[34] για να εξοργιστεί.

Δεν μπορούμε, έτσι, να αντισταθούμε στον πειρασμό της σύγκρισης μεταξύ των δύο αυτών μορφών της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, αφήνοντας κατά μέρος τα προπολεμικά χρόνια (αν και οι προσωπικές φιλικές σχέσεις μ’ ένα σφετεριστή βασιλιά κι ένα φασίστα δικτάτορα δεν νομίζω ότι μπορεί ν’ αποτελούν τίτλους τιμής). Ο Γιακοέλ συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις με τις αρχές κατοχής το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1942, αρνήθηκε την προεδρία της Ισραηλιτικής Κοινότητας που του πρότειναν οι ναζί, όταν άρχισαν να φεύγουν τα τρένα του θανάτου διέφυγε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου (εκτός από την καταγραφή των γεγονότων της Θεσσαλονίκης) δραστηριοποιήθηκε για τη διάσωση των Εβραίων της πόλης. Συγκεκριμένα συμμετείχε στη σύσκεψη που αποφάσισε την εκούσια απαγωγή του ραββίνου Μπαρτζιλάι από το ΕΑΜ, πήγε μαζί με τον Άσερ Μωυσή στον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ενώ μαζί με άλλους επισκέφθηκε τους Σιακί και Καμπελή (τοποθετημένους από τους ναζί επικεφαλής της κοινότητας της Αθήνας μετά τη διαφυγή του Μπαρτζιλάι) καλώντας τους να σταματήσουν τη συνεργασία με τις αρχές κατοχής, μέχρι που συνελήφθη μετά από προδοσία, βασανίστηκε και στάλθηκε στο Άουσβιτς όπου και θανατώθηκε, αφού για ένα διάστημα δούλεψε στα κρεματόρια.[35] Τις δραστηριότητες του Γιακοέλ στην Αθήνα αναφέρουν εκτενώς οι Λάμψα και Σιμπή. Άραγε αυτές δεν αποτελούν «ενέργειες αντίστασης»; Ο Κόρετς, από την άλλη, αποδέχθηκε την προεδρία της κοινότητας (παρότι ήταν ήδη ο επικεφαλής θρησκευτικός λειτουργός και παρά την αντίθετη γνώμη του συμβουλίου της κοινότητας), προπαγάνδισε και προώθησε την άμεση και άνευ όρων υποταγή στα κελεύσματα των φονιάδων και δεν στάλθηκε στο Άουσβιτς αλλά στο Μπέργκεν-Μπέλσεν (που, προφανώς, δεν ήταν κανένα θέρετρο, αλλά ούτε και στρατόπεδο εξόντωσης). Αν σταθούμε ειδικά στην ανάληψη της προεδρίας της κοινότητας (που δημιούργησε συνθήκες «ενός ανδρός αρχής», κάτι που οι συγγραφείς της «Διάσωσης» εκτιμούν ότι «επεδίωκαν οι Γερμανοί»), τότε η άποψη της Ρ. Μόλχο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Γιακοέλ (που αρνήθηκε να αναλάβει αυτή τη θέση) ήταν –τουλάχιστον– ευθυνόφοβος, κατηγορία που σαφώς διατυπώνει η M. Rozen.

 

Μπορεί σε «κανονικές» ιστορικές συνθήκες να υπάρχει η δυνατότητα να διάγεις έναν ήσυχο βίο χωρίς να πάρεις μεγάλες αποφάσεις για πολιτικά ζητήματα, ακόμα κι αν κατέχεις ηγετική θέση σε μια ομάδα. Σε κρίσιμες όμως ιστορικές στιγμές, κι αυτό μπορούμε να το νιώσουμε κάπως καλύτερα στη σημερινή Ελλάδα, εμφανίζεται πολύ έντονα το δίλημμα «ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θ’ αφήσεις», αν δηλ. με τις πράξεις και τις παραλείψεις σου θα ενταχθείς στην κατηγορία των ηρώων ή των καθαρμάτων, είτε όπως το θέτει κι ένα σύνθημα πορειών (που προσθέτει ακόμη μία κατηγορία) αν θα επιλέξεις να είσαι στους «εξεγερμένους» ή στους «ρουφιάνους» και τους «προσκυνημένους». Εντέλει, δε, η υποταγή στην εξουσία είναι καταστροφική για τους εξουσιαζόμενους, τόσο μάλιστα όσο πιο απόλυτη είναι, κι η υποταγή κι η εξουσία.

 

Παραπομπές:

[1] Το Φως, 19.8.1933.

[2] Για περισσότερα για τον Σαούλ Μοδιάνο, βλ. και Γιάννης Γκλαρνέτατζης, Στιγμές Σαλονίκης χειμερινές, alterthess, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 45-47.

[3] Βασίλης Κολώνας, Λένα Παπαματθαιάκη, Ο αρχιτέκτονας Vitaliano Poselli: Το έργο του στη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα, 2η έκδ., Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 78∙ Βασίλης Δημητριάδης, Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της τουρκοκρατίας 1430-1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών – Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 372.

[4] Το Φως, 21.8.1933.

[5] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, «Η εικόνα του Εβραίου στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης, 1912-1970», Σύγχρονα Θέματα, τεύχ. 57, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1995, σ. 75∙ Καρίνα Λάμψα, Ιακώβ Σιμπή, Η Διάσωση: Η σιωπή του κόσμου, η αντίσταση στα γκέτο και τα στρατόπεδα, οι Έλληνες Εβραίοι στα χρόνια της Κατοχής, Καπόν, Αθήνα 2012, σ. 387.

[6] Το Φως, 20.8.1933.

[7] Minna Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past: The Political Career of Tzevi Koretz (1933-1943)”, Jewish Social Studies 12, no. 1, (Fall 2005), σ. 115, 133 (ευχαριστώ τη Ρίκα Μπενβενίστε που μου έστειλε αυτό το άρθρο)∙ Κ. Λάμψα, Ι. Σιμπή, Η Διάσωση.., ό.π., σ. 227.

[8] Το Φως, 21.8.1933.

[9] Το Φως, 20.8.1933.

[10] Το Φως, 14.8.1933.

[11] Κ. Λάμψα, Ι. Σιμπή, Η Διάσωση.., ό.π., σ. 227.

[12] Το Φως, 19.8.1933.

[13] Σχετικά βλ. και Γιάννης Γκλαρνέτατζης, Στιγμές Σαλονίκης εαρινές, alterthess, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 113-135.

[14] Το Φως, 20.8.1933.

[15] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 133-137.

[16] Μίκαελ Μόλχο, Ιωσήφ Νεχαμά, In Memoriam: Αφιέρωμα εις μνήμην των Ισραηλιτών θυμάτων του ναζισμού εν Ελλάδι, μτφρ. Γ. Ζωγραφάκης, Ισραηλιτική Κοινότης Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 54.

[17] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 140.

[18] Μ. Μόλχο, Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 56.

[19] Δημοσθένης Δώδος, Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στις εκλογές του ελληνικού κράτους 1915-1936, Σαββάλας, Αθήνα 2005, σ. 203.

[20] Γιομτώβ Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, Ίδρυμα Έτς Αχάιμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 55.

[21] Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 91∙ Μ. Μόλχο, Ι. Νεχαμά, In Memoriam, ό.π., σ. 81∙ M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 116.

[22] Βλ. Έρικα Κούνιο-Αμαρίλιο, Αλμπέρτος Ναρ, Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων της Θεσσαλονίκης για το Ολοκαύτωμα, Ίδρυμα Έτς Αχάιμ – Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1998∙ Μ. Μόλχο, Ι. Νεχαμά, In Memoriam, ό.π., σ. 126.

[23] Μ. Μόλχο, Ι. Νεχαμά, In Memoriam…, ό.π., σ. 119-120, 123-124∙ M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 116-117.

[24] Έρ. Κούνιο-Αμαρίλιο, Αλ. Ναρ, Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων …, ό.π., σ. 55, 62.

[25] Ραφαήλ Μωυσής, «Τσεβί Κορέτς και Γιομτώβ Γιακοέλ: Μια Αντι-Αποκατάσταση», Χρονικά, Έκδοση του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, τόμ. 34, νο. 232, Απρίλιος-Ιούνιος 2011, σ. 10.

[26] Ανδρέας Σεφιχά, Αναμνήσεις μια ζωής και ενός κόσμου, 2η έκδ., Ιανός, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 62.

[27] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 130.

[28] Ρένα Μόλχο, «Μύθοι και πραγματικότητα για την εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης», http://www.cohen.gr/newsite/index.php?option=com_content&view=article&id=2677:2013-03-06-08-41-08&catid=35:jewdaism&Itemid=59.

[29] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 142, η μετάφραση αυτού όπως και των παρακάτω αποσπασμάτων είναι δική μου.

[30] Βλ. Μ. Μόλχο, Ι. Νεχαμά, In Memoriam, ό.π. και Έρ. Κούνιο-Αμαρίλιο, Αλ. Ναρ, Προφορικές μαρτυρίες Εβραίων …, ό.π.

[31] Κ. Λάμψα, Ι. Σιμπή, Η Διάσωση.., ό.π., σ. 228, 245.

[32] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 144.

[33] M. Rozen, “Jews and Greeks Remember Their Past…”, ό.π., σ. 120.

[34] Ραφαήλ Μωυσής, «Τσεβί Κορέτς και Γιομτώβ Γιακοέλ: Μια Αντι-Αποκατάσταση», ό.π., σ. 10-12. Να σημειώσω ότι η φωτογραφία του Κόρετς που κοσμεί το άρθρο του Ρ. Μωυσή και αναφέρει στη λεζάντα ότι έχει τραβηχτεί στις 20.1.1935, είναι ακριβώς ίδια μ’ αυτή που είχε δημοσιευτεί στο Φως στις 20.8.1933, στο σχετικό άρθρο του Ι. Καμπελή, όπου φαίνεται και η φίρμα του φωτογραφείου (που δεν μπορώ, όμως, να διαβάσω). Πρόκειται, μάλλον, για φωτογραφία που έδινε ο ίδιος ο αρχιραββίνος στους ενδιαφερόμενους.

[35] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Εισαγωγή στο Γ. Γιακοέλ, Απομνημονεύματα 1941-1943, ό.π., σ. 14-21∙ Κ. Λάμψα, Ι. Σιμπή, Η Διάσωση.., ό.π., σ. 294-296.