Ο Λεωνίδας Κύρκος και η κυβερνώσα Αριστερά. Του Χρήστου Λάσκου

Πριν από τρία χρόνια, σε άρθρο από την ίδια στήλη και με αφορμή τις δεύτερες εκλογές του 2015, υποστήριζα πως τα τότε επισυμβαίνοντα θα μπορούσαν πολύ περιεκτικά να τιτλοφορηθούν: Η κρύα εκδίκηση του Λεωνίδα Κύρκου.

Σήμερα, από την απόσταση των τριών χρόνων που μεσολάβησαν, τείνω να πιστέψω πως ο Λεωνίδας Κύρκος δεν είχε κανένα λόγο να… εκδικηθεί. Είναι, θέλω να πω, τόσο συντριπτική η νίκη του, που δεν θα είχε λόγο να επιδείξει την παραμικρή μικροψυχία. 

Ο Λεωνίδας Κύρκος, μ’ όλο που δεν πρόκανε να δει τους πολιτικούς οργανισμούς, στους οποίους συμμετείχε, μεγάλους από εκλογική άποψη, είναι, ίσως, το πιο επιδραστικό πρόσωπο στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς –των τελευταίων πενήντα χρόνων, τουλάχιστον. Αν αυτό που μετράει είναι η πράξη, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η βαθειά κουλτούρα της ελληνικής Αριστεράς είναι κυρκική, έως μυελού των οστών. Για να χρησιμοποιήσω μια φράση κλισέ, το DNA της ελληνικής Αριστεράς εμπεριέχει το δικό του αποτύπωμα απείρως περισσότερο από ό,τι οποιουδήποτε άλλου.

Παρ’ όλα όσα φημολογούνται, η ελληνική Αριστερά, στο μεγαλύτερο διάστημα του τελευταίου μισού αιώνα, υπηρέτησε μια στρατηγική στους αντίποδες του «αριστερισμού» και της «διαμαρτυρίας». Το θέμα της διακυβέρνησης υπήρξε πάντοτε κυρίαρχο στις επιδιώξεις της. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, προσπάθησε σταθερά να ασκήσει «προοδευτική πολιτική» δια του κράτους, με εργαλείο και όπλο το κράτος. Το οποίο δεν χρειαζόταν πλέον όχι μόνο να «συντριβεί», αλλά ούτε να υποστεί κάποιον ιδιαίτερα «ριζικό μετασχηματισμό». Και όχι μόνο αυτό: στο πλαίσιο μιας ανάλυσης ευρειών συμμαχιών για την «αλλαγή» -ή και για λιγότερα από αυτήν- ήταν έτοιμη για πλείστες όσες «υπερβάσεις» και «ιστορικούς συμβιβασμούς». 

Ως προς αυτό, βέβαια, ακολουθούσε ένα διεθνές κύμα, στο πλαίσιο του επίσημου κομμουνιστικού ρεύματος, που, από την εποχή των λαϊκών μετώπων, τουλάχιστον, είχε ξεπεράσει τους «σεχταρισμούς». Αν, μάλιστα, αυτό ευνοούσε τους σοβιετικούς σχεδιασμούς, ακόμη καλύτερα. 

Η διαφορά της ελληνικής Αριστεράς, ωστόσο, είναι πως, όπως και σε άλλα ζητήματα, έτσι και στο ζήτημα της «νέας στρατηγικής», κυριολεκτικά, το… τερμάτισε. Και ο Κύρκος υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, ο βασικός σημαιοφόρος αυτής της εξέλιξης, που, στην ελληνική περίπτωση, πήρε πρωτοφανή χαρακτηριστικά.

Αν το 1973 το πράγμα «σώθηκε» λόγω του Πολυτεχνείου και το ΚΚΕ εσωτερικού δεν πρωτοπόρησε διεθνώς, με τη συμμετοχή του στις εκλογές της Χούντας και του Μαρκεζίνη, όπως η «αντισεχταριστική ευρύτητα» του Κύρκου πρότεινε, αν οι «Στόχοι του Έθνους» και η «Εθνική Αντιδικτατορική Ενότητα» πήγαν άπατα μεταπολιτευτικά, αν πολλές φορές φάνηκε να ηττάται αυτή η «φωνή της λογικής», στο τέλος ήρθε η δική της ώρα. 

Τα πρωτοφανή που συνέβησαν στη χώρα μας είναι ο πιο ισχυρός δείκτης της κατίσχυσής της. 

Προσοχή! Δεν πρόκειται για «ρεφορμισμό», αλλά για κάτι πολύ «πλουσιότερο». Την ιδέα, δηλαδή, πως, σε οποιεσδήποτε συνθήκες, ό,τι κι αν συμβαίνει, πρέπει να είμαστε, με μια πολύ ισχυρή έννοια, «εντός». Και με τον Μαρκεζίνη, ακόμη –για να δημιουργήσουμε «ρωγμές». Ή, αργότερα, με τον Μητσοτάκη, προκειμένου να «καθαρίσει» ο τόπος! Η, σήμερα, συνεπείς εφαρμοστές, σε βαθμό να εισπράττουμε από παντού συχαρίκια, ενός ακραίου νεοφιλελεύθερου προγράμματος, που εξευτελίζει ακόμη και την υποψία πως μπορεί να «υπάρχει εναλλακτική».
Ξαναλέω: αυτά είναι διεθνώς πρωτοφανή πράγματα. 

Και, ταυτόχρονα, εξαιρετικά ισχυρά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Στην περίπτωση του 1989 η σύμπραξη με τον μανιακό εισηγητή του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα έγινε, ένα τέταρτο του αιώνα, αργότερα ανάληψη του ίδιου του νεοφιλελεύθερου εγχειρήματος, στο όνομα της «μη εγκατάλειψης του αγώνα»! Αυτά δεν συνιστούν «ρεφορμισμό», αλλά πραγματική παράκρουση. Και δεν θα ήταν παρά άρες μάρες αν δεν είχαν τόσο αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή της κοινωνικής πλειοψηφίας. Από τη νομιμοποίηση του Μητσοτάκη, άρα και του προγράμματός του, έως τη νομιμοποίηση, δια του «επώδυνου συμβιβασμού», του παρανοϊκού –δικτατορικού- νεοφιλελευθερισμού σήμερα.

Να μην είμαστε «περιθώριο», να μην είμαστε «διαμαρτυρία». Να «κυβερνάμε», να «επηρεάζουμε». Και, προκειμένου γι’ αυτά, να «συμβιβαζόμαστε» -ακόμη και με τους μακεδονομάχους, θυμίζω, μην και θεωρηθούμε «Λακεδαιμόνιοι», έστω κι αν αργότερα άλλαξε το βιολί . 

Αυτή είναι η κληρονομιά του Κύρκου στην ελληνική Αριστερά. Κληρονομιά που η κυβερνώσα, τρία ακριβώς χρόνια μετά την εκλογική της νίκη, σέβεται εμπράκτως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.  

Δεν εκδικήθηκε, λοιπόν, ο Κύρκος, όπως νόμιζα παλιότερα. Δικαιώθηκε! Η ζωή έδειξε πως «ή αυτό ή τίποτε»! 

Δεν πάει να λέει όποιος θέλει πως, για τον κόσμο της εργασίας, στις περισσότερες περιοχές του πλανήτη, τα περισσότερα ωφελήματα προέκυψαν τον «καιρό της αντιπολίτευσης», όταν τα κόμματα και οι οργανώσεις του όχι μόνο δεν ήταν, αλλά αντιμετώπιζαν ως έγκλημα καθοσιώσεως το «εντός». Δεν πάει οι Ιταλοί να κέρδισαν τα πάντα όσο το ΙΚΚ δεν έκανε «ιστορικούς συμβιβασμούς», για να τα χάσουν όλα στη συνέχεια –και το ΙΚΚ. Δεν πάει, στα καθημάς, να κερδήθηκε η κοινωνική πλειοψηφία όταν βούιζαν οι δρόμοι από το «ή εμείς ή αυτοί». 

Το αποτέλεσμα μετράει (sic). Και, ως προς αυτό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία –είναι ο Λεωνίδας Κύρκος που δικαιώθηκε.