Ο καταγγέλων

Γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης

Μόλις είδε τους μπάτσους η Μαρία και συνειδητοποίησε γιατί είχαν έρθει, πήδηξε από τ’ παράθυρο έξαλλη. Στο ακριανό τραπέζι καθόμασταν, στη βιτρίνα του εστιατόριου και ήτανε η τζαμαρία ορθάνοιχτη, τέλη Οκτώβρη, αλλά η ζέστη ακόμη μεγάλη, σαν καλοκαιρινή ήταν η Κυριακή. Οι μπάτσοι κατάφτασαν με τρεις μηχανές, η μια πίσω απ’ την άλλη και σταμάτησαν μες στη μέση του στενού δρόμου, ακριβώς εμπρός στο τραπέζι μας. Κοιτούσαν κιόλας κατά το μέρος μας. Δεν είχαμε καταλάβει τι συνέβαινε, ψαχνόμασταν απορημένοι, ώσπου ο ένας ξεκαβάλησε και βάδισε προς την είσοδο της διπλανής πολυκατοικίας, αριστερά μας. Έσκυψε η Μαρία και έβγαλε το κεφάλι της από τη τζαμαρία. Τον είδε τότε να συνομιλεί με έναν άστεγο, που καθόταν εκεί στα σκαλιά της εισόδου, τον άκουσε κιόλας που του έλεγε με ύφος αυστηρό να φύγει από κει διότι ενοχλεί τους ενοίκους η παρουσία του και εμποδίζει την πρόσβαση στην οικοδομή. Τότε ήταν που πήδηξε η Μαρία φουντωμένη στο πεζοδρόμιο.

Την παρακολουθούσα διακριτικά. Σηκώθηκα αργά, βγήκα κι εγώ, από την πόρτα, κανονικά, και πλησίασα στην σκηνή. Ο άστεγος, ένας ταλαιπωρημένος και αναμαλλιασμένος γέροντας με μούσια είχε σηκωθεί από τα σκαλιά και παρακαλούσε τα όργανα της τάξης να τον αφήσουν ήσυχο, η Μαρία ζητούσε τον λόγο με έντονο ύφος από τον επικεφαλής και απαιτούσε να μάθει για ποιον λόγο ήρθαν έξι αστυνομικοί για έναν ακίνδυνο άνθρωπο και για ποιον κυρίως λόγο κρίνεται ως παράνομο να κάθεται κάποιος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, ο αρχηγός τους ξεκαβαλίκεψε κι αυτός από την μεσαία μηχανή, ήρθε κοντά και προσπαθούσε να της εξηγήσει με γλώσσα υπηρεσιακή ότι είχε κάνει καταγγελία κάποιος ένοικος και ότι ο κύριος εκεί εμπόδιζε την ελεύθερη πρόσβαση στον ιδιωτικό χώρο, ένας άλλος μπάτσος πήρε το λόγο μετά, αγανακτισμένος κάπως, καβάλα συνοδηγός στην τελευταία μηχανή αυτός, και με γλώσσα πιο λαϊκή έπιασε να της λέει να μην τα βάζει μαζί τους διότι κι αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να έρθουν αφού έγινε καταγγελία και ότι δεν είχαν καμιά όρεξη να σηκωθούν από τον καφέ και να τρέχουν σε περιστατικό, έδειξε κιόλας, για του λόγου του το αληθές, το πλαστικό ποτήρι με τον καφέ, που το βαστούσε χωμένο ανάμεσα στην κοιλιά του και στην πλάτη του οδηγού, και τον ρουφούσε στα κλεφτά πότε πότε μέσα απ’ το κράνος, η Μαρία μ’ αυτά και μ’ αυτά γινόταν ολοένα πιο έξαλλη, εγώ παρακολουθούσα από δίπλα φαινομενικά αμέτοχος και ο καταγγέλων στεκόταν στο μπαλκόνι του στον πρώτο όροφο της οικοδομής και απολάμβανε την κυριακάτικη λαϊκή απογευματινή, που είχε σκηνοθετήσει από κάτω.

Μη στεναχωριέσαι κυρία, λέει σε μια στιγμή ο άστεγος στην Μαρία, άστους κυρία, μην τους μιλάς άλλο, δεν τα βγάζεις πέρα με την αστυνομία, φεύγω, της είπε και στάθηκε παρακεί, να μην ενοχλεί την πολυκατοικία. Η Μαρία γύρισε και τον κοίταξε σχεδόν εκστασιασμένη. Μη στεναχωριέσαι κυρία, της ξαναείπε τότε εκείνος και είχε η φωνή του μια ισοπεδωμένη τρυφεράδα και ευγένεια, έτεινε το χέρι του και την προσκάλεσε να βγει από το σκηνικό, να δώσει τέλος στην ιστορία και να αφήσει τα όργανα, που είχαν ήδη καβαλήσει πάλι τις μηχανές τους, να φύγουν.

Ο άλλος, από το σκοτεινό του μπαλκόνι κοιτούσε και μάλλον θα ένιωθε ικανοποιημένος με την εξέλιξη της υπόθεσης.

Σε λίγο ησύχασε πάλι η γειτονιά, μπήκαν οι περίοικοι στα σπίτια τους,συγκεντρώθηκαν πάλι στα τραπέζια τους οι θαμώνες των γύρω μαγαζιών. Γιάννη τον λέγανε τον άνθρωπο αυτόν, τέσσερα χρόνια είμαι στον δρόμο, μου είπε, στον Άγιο Δημήτρη, έξω από την εκκλησία κοιμόμουνα, αλλά με έδιωξαν από κει οι παπάδες και τώρα κοιμάμαι όπου βρω, αλλά μη στεναχωριέστε, είπε πάλι και μου ‘ρθε να τον αγκαλιάσω αλλά δεν το ‘κανα, αύριο θα πάω στο νοσοκομείο, συνέχισε, μου είπε ένας γιατρός ότι στο ΑΧΕΠΑ τους δέχονται τους άστεγους, θα τρώω και θα κοιμάμαι εκεί από αύριο. Τον ρώτησα πώς έγινε και βγήκε στο δρόμο, αν έχει οικογένεια, μου διηγήθηκε πως πέθανε η γυναίκα του και πως η εφορία του πήρε τα πάντα διότι είχε μια επιχείρηση, πλεκτές φανέλες έφτιαχνε, αλλά χρεοκόπησε, μου είπε πως έχει δυο παιδιά στην Αμερική και πως του έστελναν κάποτε λεφτά, αλλά τώρα δεν θέλει πια να ξέρουν τίποτα γι’ αυτόν, μάλλον ντρέπεται για την κατάντια του, έτσι συμπέρανα,΄τώρα έχω να φάω από χτες, μου είπε, σήμερα όλη μέρα δεν έχω βάλει τίποτα στο στόμα μου, πού και πού κανένας φούρναρης μου δίνει ένα ψωμί. Σκέφτηκα τα μπριζολάκια με το δαμάσκηνο, το μαύρο ρύζι με τα μανιτάρια και τις σταφίδες, το κρητικό απάκι που τρώγαμε πριν λίγο και που αφήσαμε τα μισά μες στα πιάτα μας, όσην ώρα εκείνος καθόταν νηστικός πλάι μας στην είσοδο της πολυκατοικίας και δεν τον είχαμε αντιληφθεί μέχρι να έρθουν οι μπάτσοι, σκέφτηκα στιγμιαία να τον καλέσω μέσα στο εστιατόριο και να του παραγγείλω ένα πιάτο φαϊ, σκέφτηκα ύστερα ότι μου τα λέει όλα αυτά για αυτόν ακριβώς τον λόγο και ότι δε μπορεί, όλο και κάποια καβάντζα θα έχει, τον είδα ότι δεν ήτανε ασθενικός, την είχε την κοιλίτσα του, σκέφτηκα μετά ότι ήταν μεγάλη ντροπή του καλοβολεμένου ακόμη αστικού εαυτού μου να κοιτάζει τον άνθρωπο έτσι κυνικά και καχύποπτα, και ότι είναι υποκριτικό εν τέλει το ενδιαφέρον μου, ένιωθα όμως τελείως άβολα και δεν μπορούσα να αποφασίσω τι να κάνω εκείνη την ώρα και πώς να φερθώ, πώς να τον βάλω μέσα στο εστιατόριο, να καθίσει στα στριμωγμένα τραπέζια δίπλα στους άλλους θαμώνες έτσι που ήταν βρόμικος και ρυπαρός, κρεμότανε και μια μύξα πηχτή όλη εκείνη την ώρα κάτω απ’ το στόμα στα μούσια του, όχι, δεν μπορούσα να τον βάλω μέσα στο μαγαζί και να τον καθίσω στο τραπέζι μαζί μας. Γιατί δεν πας τώρα στο νοσοκομείο, βγήκε από μέσα μου τότε ανακουφιστική η ερώτηση, σαν να βρήκα επιτέλους μια λύση στο πρόβλημά μου, να βολευτεί κάπως για σήμερα έστω ο άνθρωπος, να μην αναλάβω κι εγώ την ευθύνη του. Δεν μπορώ, μου λέει, να πάω τώρα, είναι νύχτα πια και υπάρχουνε στο δρόμο σκυλιά. Πήγε αμέσως ο νους μου στα σκυλιά που γαβγίζουν τους διαφορετικούς και ένιωσα ότι φοβάται στ’ αλήθεια ο άνθρωπος, σε γαβγίζουν τα αδέσποτα, τον ρώτησα, ναι, μου λέει, με ορμάνε, ίσως με φοβούνται έτσι που είμαι, είπε και έφτιαξε με το χέρι του ένα αόριστο περίγραμμα του προσώπου του με τα μούσια και τα άλουστα μαλλιά του τα ανακατεμμένα.

Έμεινα εκεί έτσι αμίλητος για κάποιες στιγμές μπροστά του, να σκέφτομαι τι κινδύνους, που δεν μπορώ να φανταστώ, έχει η ζωή ενός άστεγου, ώσπου τον άκουσα να με ευχαριστεί που τον υποστηρίξαμε στην περιπέτειά του με την αστυνομία και να γυρνάει να φεύγει.

Τότε ήταν που σταμάτησε πίσω μου, μπρος στην είσοδο της πολυκατοικίας ο ντελιβεράς. Ξεκαβαλίκεψε κι αυτός, άνοιξε το ντουλάπι του, πήρε στα χέρια του το πακέτο με την πίτσα και προτού κατευθυνθεί στα κουδούνια, κοίταξε μια ματιά πάνω στα μπαλκόνια, ακολούθησα κι εγώ το βλέμμα του ασυναίσθητα, αλλά δεν είδα κανέναν, δεν έστεκε εκεί πια ούτε ο καταγγέλων. Ο ντελιβεράς κατευθύνθηκε προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Κοιταχτήκαμε τότε στα πεταχτά με την Μαρία στα μάτια με νόημα και προτού προλάβει ο άνθρωπος να χτυπήσει το κουδούνι, τον φώναξα, έλα, του είπα, σε περίμενα από κάτω, για να μην ανεβαίνεις, με κοίταξε με μιαν έκπληξη και κάπως χαμένος εκείνος, διάβασε ύστερα ένα όνομα στο χαρτάκι του και με ρώτησε αν είναι για μένα η παραγγελία, ίσως έτσι τον λένε τον τύπο, σκέφτηκα, και έκανε δύο τηλέφωνα, ένα στην αστυνομία κι ένα στην πιτσαρία, καταγγέλων τον άστεγο και παραγγέλων την πίτσα του, συνήλθα όμως αμέσως από τις σκέψεις μου, ναι, ναι, για μένα είναι, του απάντησα στα γρήγορα και λίγο αγχωμένος μη τυχόν και ξαναβγεί στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου ο άλλος και μου χαλάσει τη δουλειά, και τότε μου την παρέδωσε, τον πλήρωσα και πήρα το πακέτο, με ευχαρίστησε, είπε καληνύχτα και έφυγε.

Τον πρόλαβα στη γωνία τον Γιάννη. Δώσε και στα αδέσποτα, του είπα, κάνα ξεροκόμματο από τα γύρω γύρω ζυμάρια, να μη σε γαβγίζουνε πια. Γελάσαμε πικρά και οι δύο.